chess.gr
chess.gr · Νέα · Η ιστορία του Σκακιού

Jan Timman, Μέρος III: Ο άνθρωπος των βιβλίων

Τρίτο μέρος αφιερώματος τεσσάρων μερών στον Jan Timman (1951–2026)

Από Νίκος Σαρακενίδης ·


Μετά την κορυφή, 1993–2016. Το New in Chess, τα βιβλία, η πολιτική και μια δεύτερη ζωή στο Άρνεμ

Μετά τα σαράντα


Το ματς με τον Karpov τελείωσε στην Τζακάρτα την 1η Νοεμβρίου 1993. Ο Jan Timman θα γινόταν σε έξι εβδομάδες σαράντα δύο ετών. Χρόνια αργότερα εξήγησε στη de Volkskrant τι άλλαξε τότε. «Ήμουν πάνω από σαράντα. Νιώθεις ότι χάνεις δύναμη. Ήταν ώρα να αλλάξω στόχους. Άρχισα να γράφω περισσότερο.»


Δεν σταμάτησε αμέσως να κυνηγά τον τίτλο. Στους αγώνες υποψηφίων της FIDE του 1994 κέρδισε τον Γάλλο Joël Lautier 4½–3½ στο Wijk aan Zee και έχασε από τον Valery Salov 3½–4½ στην Ινδία. Στα νοκ-άουτ πρωταθλήματα της FIDE που ακολούθησαν αποκλείστηκε στο Groningen το 1997 από τον Beliavsky και στο Λας Βέγκας το 1999 απέκλεισε έναν δεκαεξάχρονο Αρμένιο που λεγόταν Levon Aronian, με μια νίκη εξήντα κινήσεων με τα λευκά και μια ισοπαλία, για να αποκλειστεί ο ίδιος στον επόμενο γύρο από τον Alexei Fedorov. Από τους είκοσι καλύτερους του κόσμου είχε βγει το 1993 και από τους εκατό βγήκε τον Ιούλιο του 2001.


Αυτό το μέρος αφορά τα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν. Αφορά τον Timman που έγραψε δεκάδες βιβλία και για πάνω από σαράντα χρόνια ήταν η ψυχή ενός περιοδικού, τον Timman που βρέθηκε ανάμεσα στη FIDE και στον Garry Kasparov σε έναν πόλεμο που χώρισε το σκάκι στα δύο και τον άνθρωπο που στα πενήντα του έφτασε πολύ χαμηλά και μετά έφτιαξε μια δεύτερη ζωή.

Από το Schaakbulletin στο New in Chess


Στο πρώτο μέρος τον είδαμε να μπαίνει στη σύνταξη του Schaakbulletin το 1971, στα δεκαεννέα του. Το 1984 ο εκδότης Wim Andriessen έκλεισε το ολλανδικό περιοδικό και στη θέση του έβγαλε ένα διεθνές, αγγλόφωνο, το New in Chess. Πρώτος αρχισυντάκτης του ήταν ο Timman.


Ο Dirk Jan ten Geuzendam, που τον γνώρισε το 1985 και έμεινε στο περιοδικό για τα επόμενα σαράντα χρόνια, το είδε ως «λογική συνέχεια του ρόλου του στο Schaakbulletin». «Ο Jan ήταν πολύ περήφανος για το New in Chess και πολύ αφοσιωμένος, παρότι ταξίδευε ασταμάτητα και έλειπε πολύ.»


Ο εκδοτικός οίκος εγκαταστάθηκε στο Alkmaar το 1987. Ο Peter Doggers, που δούλεψε στα γραφεία του το 1999, θυμάται πώς έφτανε η δουλειά του Timman. «Κάθε λίγες εβδομάδες έφτανε ένα φαξ με μερικές σελίδες χειρόγραφο κείμενο. Ο Timman είχε παραδώσει τη στήλη του.» Στις αρχές της δεκαετίας του 2010 ήταν αρχισυντάκτης μαζί με τον ten Geuzendam και αργότερα επίτιμος συντάκτης. Ως το τέλος έγραφε οκτώ φορές τον χρόνο «ένα εκτενές άρθρο». Όταν πέθανε, το περιοδικό έγραψε ότι η σημασία του για το New in Chess «δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί».

Ο σκακιστής που αναλύει


Το πρώτο του μεγάλο βιβλίο είχε βγει πολύ νωρίτερα. Το Het groot analyseboek του 1979, που κυκλοφόρησε αγγλικά το 1980 ως The Art of Chess Analysis και μεταφράστηκε στα γερμανικά, στα ισπανικά και στα ρωσικά, είχε είκοσι τέσσερις παρτίδες κορυφαίων παικτών από το 1971 ως το 1979 αναλυμένες εξαντλητικά. Ήταν η συμβουλή του Botvinnik κάνοντας βιβλίο. Δημοσίευε τις αναλύσεις σου και μη φοβάσαι την κριτική.


Η φήμη που του έδωσε δεν ήταν μόνο θετική. Ο Αμερικανός Andrew Soltis έγραψε το 1990, με ειρωνεία, για τα μέλη της «σχολής Hübner – Timman», που «θα σου δώσουν τόμους ανάλυσης για να αποκαλύψουν την απόλυτη αλήθεια μιας παρτίδας, αλλά μπορεί να μην προλάβουν να εξηγήσουν γιατί μια κίνηση είναι καλή». Ο Edward Winter, πιο γενναιόδωρος, έγραφε για το Chess the Adventurous Way του 1994, με ογδόντα δικές του παρτίδες από το 1983 ως το 1993, ότι είναι σχολιασμένες «με το χαρακτηριστικά λαμπρό του ύφος». Ο ίδιος ο Winter κατέγραψε όμως και μια κριτική στον νεαρό συγγραφέα. Στο The Art of Chess Analysis ο Timman είχε γράψει ότι το Vidmar Memorial ήταν «μάλλον υπερβολική τιμή για έναν όχι και τόσο λαμπρό σκακιστή», και ένας αναγνώστης του Winter αντέτεινε ότι ο Timman προφανώς δεν είχε παίξει τις νίκες του Vidmar.


Έγραψε και βιβλία για τον απλό παίκτη. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 κυκλοφόρησε στα ολλανδικά δύο μικρά βιβλία για τη δύναμη του ίππου και του ζεύγους των αξιωματικών, που έγιναν στα αγγλικά το Power Chess with Pieces. Ακολούθησαν το On the Attack για την τέχνη της επίθεσης και, μαζί με τον παλιό του φίλο Hans Böhm, δύο τόμοι με τίτλο Briljant schaken, για το 2003 και το 2004.


Στα ολλανδικά είχαν προηγηθεί δύο τόμοι με αναλύσεις και σπουδές, το Schaakwerk του 1983 και του 1991, και το Het smalle pad του 1988, το πιο κοντινό σε αυτοβιογραφία που έγραψε ποτέ.


Και στο τέλος της καριέρας του ήρθε το βιβλίο που ο ίδιος θεωρούσε το πιο ενδιαφέρον του. Για το Timman's Triumphs του 2020, με τις εκατό καλύτερες παρτίδες του, διάλεξε αρχικά χίλιες. «Μια δεύτερη διαλογή τις κατέβασε γρήγορα στις διακόσιες και μετά έγινε δύσκολο.» Από τις παρτίδες του Timman's Selected Games του 1994, μόνο δέκα μπήκαν στη νέα συλλογή. Ο Hans Ree έγραψε στη NRC ότι το βιβλίο, εκτός από συλλογή παρτίδων, είναι «ωδή στην ελευθερία, την ελευθερία των ημερών που έγινε επαγγελματίας σκακιστής». Ο Άγγλος γκρανμαίτρ Daniel King το βρήκε «υπέροχο», γεμάτο ανέκδοτα, με παρτίδες που «αντανακλούν την περιπετειώδη ματιά του στη ζωή». Ανάμεσα σε αυτά, όπως σημείωσε ένας άλλος κριτικός, ήταν ένα βράδυ που άκουγε Frank Zappa με τον Raymond Keene και ένα άλλο που πήγε τον νεαρό Nigel Short σε νυχτερινό κέντρο την παραμονή μιας σημαντικής παρτίδας.

Ο ιστορικός


Από το 2000 και μετά ο Timman έγινε κάτι σπανιότερο από αναλυτής. Έγινε ιστορικός του παιχνιδιού που έπαιζε.


Η αρχή είχε γίνει με ένα βιβλίο του 1972 για τον αγώνα του Ρέικιαβικ, που έγραψε μαζί με τον Euwe και που το 2002 κυκλοφόρησε στα αγγλικά ως Fischer World Champion!. Ο Winter το θεωρεί από τα καλύτερα βιβλία για εκείνον τον αγώνα, και το 2009 κυκλοφόρησε σε τρίτη, επαυξημένη έκδοση. Το 2005 ακολούθησε το Curaçao 1962, το χρονικό του τουρνουά υποψηφίων με τη διασημότερη κατηγορία της σκακιστικής ιστορίας, για την επανέκδοση του οποίου γράψαμε πρόσφατα. Εκεί ο Timman αρνείται συνειδητά να βγάλει ετυμηγορία για το αν ο Petrosian, ο Keres και ο Geller είχαν συμφωνήσει να μοιράζονται ισοπαλίες. Το 2006 έβγαλε και τις μυστικές προπονητικές παρτίδες του Botvinnik.


Το Timman's Titans του 2016 είναι πορτρέτα των παγκόσμιων πρωταθλητών που γνώρισε ή θαύμασε. Πήρε το βραβείο βιβλίου της χρονιάς της Αγγλικής Σκακιστικής Ομοσπονδίας για το 2017. Οι κριτές έγραψαν ότι αυτό που το ανεβάζει είναι «οι τρυφερές, προσωπικές περιγραφές των προσωπικοτήτων» και ότι ο Timman «μπορεί να γίνει αιχμηρός, για την ύστερη ζωή του Fischer ή για την πολιτική του Kasparov, αλλά και συμπονετικός, όταν απελπίζεται με τον μποέμ τρόπο ζωής του Tal». Ο Ολλανδός διεθνής μετρ Jeroen Bosch σημείωσε ότι, αν και ο Timman «δεν αποσιωπά θέματα όπως τα στημένα αποτελέσματα, η κατάχρηση εξουσίας ή το υπερβολικό ποτό, γράφει τα πορτρέτα του με μια βασικά θετική ματιά». Ο Magnus Carlsen είπε ότι ήταν «πολύ εμπνευστικό να ξαναζείς μερικές από τις μεγάλες ιδέες του παρελθόντος». Στον πρόλογο γράφει για τον Euwe κάτι που εκπλήσσει. «Γνώρισα καλά τον Max Euwe, παρά τη διαφορά μισού αιώνα ανάμεσά μας. Είναι η πρώτη φορά που γράφω γι' αυτόν, πάνω από τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό του.» Επτά χρόνια αργότερα, το 2023, του αφιέρωσε ολόκληρο βιβλίο, με ογδόντα παρτίδες του Euwe σχολιασμένες, σε ολλανδική και αγγλική έκδοση.


Το The Longest Game του 2019 αφηγείται τα πέντε ματς Karpov – Kasparov. Ο Winter εκτίμησε ότι το κεφάλαιο για τη διακοπή του πρώτου αγώνα το 1985 «αναδεικνύει την αναξιοπιστία διάφορων ισχυρισμών που παρουσιάστηκαν στο κοινό» εκείνα τα χρόνια. Ο Timman δεν έκρυψε εκεί τη γνώμη του για τον Dimitrije Bjelica, τον ακόλουθο τύπου του Karpov το 1986, «δημοσιογράφο του πεζοδρομίου που έγραφε βιβλία γεμάτα τυπογραφικά λάθη και λογοκλοπές». Ο Bosch έγραψε ότι ο Timman, ως κορυφαίος γκρανμαίτρ και σύγχρονος των δύο αντιπάλων, είχε την καλύτερη θέση για να βγάλει νόημα από το πολιτικό χάος των αγώνων, και ως «τρίτος» μπορούσε να μείνει αρκετά αντικειμενικός. Ακολούθησε το 2021 το The Unstoppable American, για τον δρόμο του Fischer προς το Ρέικιαβικ.


Στο Titans υπάρχει και μια πρόταση για τον ίδιο. «Νομίζω ότι σήμερα δεν θα είχα γίνει επαγγελματίας σκακιστής. Η γνώση έχει γίνει υπερβολικά σημαντική. Δεν μπορείς να ζήσεις μόνο με το ταλέντο.»

Borges, Ντοστογιέφσκι, Mulisch


Ο Timman διάβαζε όσο λίγοι σκακιστές, και έγραφε και για ό,τι διάβαζε. Αγαπημένος του συγγραφέας ήταν ο Borges. Διάβαζε επίσης Τολστόι και Κάφκα, και ένας φίλος του θυμάται ότι δεν άντεχε τη φλυαρία και τις κουβέντες της σειράς. Έγραψε δοκίμια για τον Borges, για τον Ντοστογιέφσκι, που τον είχε ανακαλύψει στα Σκόπια το 1972 με παρότρυνση του Donner και για τον Ιάπωνα Ακουταγκάβα. Έδωσε διαλέξεις για τον Ντοστογιέφσκι, μία από αυτές στο Πολυτεχνείο του Delft, όπου είχε διδάξει ο πατέρας του.


Ήταν φίλος του Harry Mulisch, του μεγαλύτερου Ολλανδού μυθιστοριογράφου της γενιάς του. Για την έκδοση του 1992 του μυθιστορήματος De ontdekking van de hemel έγραψε μια εισαγωγή με τίτλο «64+1» και το 2012 την έκανε βιβλίο με εξήντα πέντε κεφάλαια, όσα και το μυθιστόρημα.


Το 2002 ο λογοτεχνικός οίκος De Bezige Bij εξέδωσε το Een sprong in de Noordzee, μια συλλογή από διηγήματα, δοκίμια και σελίδες ημερολογίου που είχαν δημοσιευτεί σε περιοδικά. Δέκα χρόνια αργότερα ο ίδιος εκδότης έβγαλε τα Schakers, δέκα προσωπικά πορτρέτα σκακιστών, ανάμεσά τους του Alekhine, του Tal, του Fischer, του Kasparov και της Judit Polgar.


Είχε δοκιμάσει και άλλα μέσα από νωρίς. Το 1979 ηχογράφησε με τον Böhm ένα μάθημα σκακιού σε δίσκο βινυλίου, με πρόλογο του Euwe και το 1980–81 οι δυο τους παρουσίαζαν μαζί με τον Jos Timmer την εκπομπή Man en Paard στο ραδιόφωνο της KRO. Το 1990 μάζεψε στο Schaakzaken είκοσι επτά άρθρα του από το New in Chess, το De Gids και την Elsevier. Το 1997 παρουσίασε στην εκπαιδευτική τηλεόραση Teleac μια σειρά μαθημάτων σκακιού έξι επεισοδίων, που την παρακολουθούσαν κατά μέσο όρο τριακόσιες χιλιάδες τηλεθεατές.


Το 2011, για τα εξηκοστά του γενέθλια, ο John Kuipers κυκλοφόρησε μια βιογραφία του. Ο Timman δεν την υποδέχτηκε με ενθουσιασμό. «Με ενοχλεί ότι έχει πραγματολογικά λάθη και προχειρότητες. Είναι πολύ κρίμα που δεν μου επέτρεψαν ποτέ να τη δω πριν πάει στο τυπογραφείο.»

Η Ένωση Γκρανμαίτρ


Τον Νοέμβριο του 1986, στην Ολυμπιάδα του Ντουμπάι, οι κορυφαίοι σκακιστές του κόσμου ίδρυσαν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου την Ένωση Γκρανμαίτρ, την GMA, ένα είδος συνδικάτου απέναντι στη FIDE του Florencio Campomanes. Πρόεδρος έγινε ο Kasparov. Στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο ήταν ο Timman, ο Ljubojević, ο Portisch, ο John Nunn, ο Yasser Seirawan, ο Karpov και ο Kasparov. Ο Timman ήταν ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος, αλλά δεν ήταν στο δωμάτιο και συμμετείχε από το τηλέφωνο.


Δύο χρόνια αργότερα η GMA είχε 178 από τους 249 ενεργούς γκρανμαίτρ του κόσμου και ο πόλεμος με τη FIDE είχε οξυνθεί. Τον Αύγουστο του 1988 ο Timman πήγε στη Μόσχα, προσκεκλημένος της σοβιετικής ομοσπονδίας, για ένα σχέδιο ειρηνευτικής συμφωνίας ανάμεσα στις δύο πλευρές. Γύρισε με άδεια χέρια. Ο Campomanes αρνιόταν να δεχτεί την GMA ως συνομιλητή όσο πρόεδρός της ήταν ο Kasparov. «Είναι ολοκληρωτικός πόλεμος», έγραφε η NRC Handelsblad, «το ταξίδι στη Μόσχα ήταν μάταιο». Η ίδια εφημερίδα σημείωνε ότι, σε αντίθεση με τους Σοβιετικούς, ο Timman είχε λίγη στήριξη από την ομοσπονδία του και βασιζόταν σε ιδιώτες χορηγούς.


Ο άνθρωπος πίσω από τα χρήματα της GMA ήταν ο Ολλανδός τραπεζίτης Bessel Kok, ο οποίος είχε αναλάβει και τη χρηματοδότηση της «Επιτροπής Timman» μετά τον θάνατο του Waling Dijkstra. Ο Kok και ο Timman στάλθηκαν μαζί να διαπραγματευτούν με τη FIDE μια συμφωνία για το παγκόσμιο πρωτάθλημα. Ο Kasparov την απέρριψε, γιατί δεν έδινε στην GMA την ανεξαρτησία και τον έλεγχο που ήθελε. Ο Kok και ο Timman παραιτήθηκαν και επέστρεψαν μετά από μια συνάντηση στη Βαρκελώνη. Όταν ο Kok παραιτήθηκε οριστικά από την προεδρία της επιτροπής και επιτέθηκε δημόσια στον Kasparov, πρόεδρος της GMA έγινε ο Timman. Μετά από αυτόν την ανέλαβε ο Nigel Short.


Ο Kasparov έγραψε χρόνια αργότερα ότι κάποτε είχε προτείνει στον Timman να γράψουν μαζί ένα βιβλίο για την ιστορία της GMA. Δεν το έγραψαν ποτέ.

Το 1993 ως πολιτικό γεγονός


Στο δεύτερο μέρος είδαμε το ματς Karpov – Timman στη σκακιέρα. Έξω από αυτήν ήταν ένα από τα λιγότερο λαμπρά κεφάλαια της FIDE, όπως το χαρακτήρισε ο ten Geuzendam. Στην τελετή έναρξης ο Campomanes είχε μιλήσει για αγώνα «ιστορικό», που «συμβολίζει την ευκαιρία που δίνεται σε κάθε παίκτη να φιλοδοξεί στον ύψιστο τίτλο», και για μια FIDE που «διατηρεί τις δημοκρατικές παραδόσεις». Οι Ολλανδοί δεν πείστηκαν όλοι. Ένα ολλανδικό σκακιστικό site θα έγραφε αργότερα ότι ο Timman έπαιξε επιτέλους αγώνα για τον τίτλο, «αν και ήταν δεύτερη επιλογή», και ότι ο Karpov έγινε «αμφισβητούμενος πρωταθλητής».


Οι Ολλανδοί διοργανωτές είχαν δεσμευτεί για πεντακόσιες χιλιάδες ελβετικά φράγκα, μόνο για τα έξοδα. Το Ομάν, που θα φιλοξενούσε το δεύτερο μισό, αποσύρθηκε και η FIDE δεν είχε εξασφαλίσει τις τραπεζικές εγγυήσεις. Η Τζακάρτα ανέλαβε με ελάχιστη εγγύηση της FIDE ένα εκατομμύριο φράγκα, που κατά τον ten Geuzendam βγήκε από τα ταμεία της ίδιας της FIDE «μετά από έξυπνες μετακινήσεις κεφαλαίων».


Στο τέλος του σκέλους του Άμστερνταμ, με τον Karpov δύο βαθμούς μπροστά, έγινε κάτι που ο ten Geuzendam αφηγήθηκε το 2014. «Ο Karpov πλησίασε τον Timman για να του εξηγήσει τη δύσκολη θέση του. Φυσικά δεν θα ήθελε να χάσει μία από τις δύο παρτίδες που έμεναν στο Άμστερνταμ, αλλά θα τον εξυπηρετούσε ακόμη λιγότερο να κερδίσει άλλη μία, γιατί τότε ο αγώνας θα είχε ουσιαστικά κριθεί και κανένας χορηγός στον κόσμο δεν θα έδινε χρήματα για ένα τελειωμένο πράγμα. Λογικά λόγια. Δεν είναι παράξενο που οι δύο τελευταίες παρτίδες στο Άμστερνταμ έληξαν ισόπαλες, η ενδέκατη μάλιστα μετά από έντεκα μόνο κινήσεις.» Ο Timman το αρνήθηκε αργότερα. Δεν συζήτησε ποτέ, είπε, το αποτέλεσμα μιας παρτίδας με τον αντίπαλό του πριν από αυτήν.


Ο Mark Weeks, που κατέγραψε όλους τους αγώνες για τον τίτλο, σημειώνει ότι μια ακύρωση του αγώνα «δεν θα ήταν δίκαιη για τον Timman, που είναι γνωστός σε όλο τον σκακιστικό κόσμο ως τζέντλεμαν». Όταν τελείωσε, ο Karpov κατηγόρησε τον Kasparov και τον Short ότι υπονόμευσαν τον αγώνα της FIDE. Για μια επανένωση του τίτλου ο Timman εμφανίστηκε δύσπιστος. «Είναι δική τους υπόθεση.»


Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, το 2015, ο Karpov έκανε έναν ισχυρισμό για τον προηγούμενο αγώνα τους, τον τελικό των υποψηφίων του 1990. Όπως τον μετέφερε η ChessBase, ένας από τους χορηγούς του Timman είχε προσφέρει στον Karpov χρήματα για να χάσει. Η ChessBase σημείωσε ότι ο ίδιος ο Timman μάλλον δεν ήξερε τίποτα για το επεισόδιο και η αρχική δημοσίευση του Karpov δεν είναι πια διαθέσιμη.


Για τον ίδιο τον Kasparov ο Timman ήταν αυστηρός μόνο όταν ο Kasparov άφησε το σκάκι. «Σταμάτησε τη στιγμή που ένιωσε ότι θα άρχιζε να πέφτει. Μετά μπήκε στην πολιτική, αλλά αυτό δεν είναι για εκείνον. Βρέθηκε σε βάλτο.» Σε μια άλλη συνέντευξη του 2012 εξήγησε γιατί. «Στην πολιτική οι αντίπαλοι είναι όντως αντίπαλοι, αλλά στην πολιτική αρένα, σε αντίθεση με το σκάκι, βλέπεις μόνο επιφανειακό παιχνίδι. Γι' αυτό η πολιτική μοιάζει περισσότερο με πόκερ παρά με σκάκι.» Και στο ίδιο βιβλίο που τον κατηγόρησαν για αιχμηρότητα απέναντί του, ο Kasparov είναι ο μόνος για τον οποίο έγραψε ότι ήταν ιδιοφυΐα.

Και η άλλη πολιτική


Για την πολιτική έξω από το σκάκι ο Timman μιλούσε ιδιωτικά, όχι δημόσια. Ο Bert Torn της λέσχης του Wageningen, που τον έπαιρνε με το αυτοκίνητο από τον σταθμό περίπου εκατόν τριάντα πέντε φορές, θυμάται ότι στον δρόμο «μιλούσαμε ζωηρά για σκάκι, για πολιτική και για τα προβλήματα του κόσμου. Ο Jan είχε μεγάλη αίσθηση του χιούμορ και τεκμηριωμένη γνώμη σχεδόν για τα πάντα».


Τα λίγα τεκμήρια δείχνουν προς μια κατεύθυνση. Το 1997 το όνομά του εμφανίστηκε στον κατάλογο μελών της Republikeins Genootschap, μιας ένωσης που υποστήριζε την κατάργηση της μοναρχίας. Η κόρη του, η Dehlia Timman, πολιτικός του φιλελεύθερου κόμματος D66 και από το 2021 επικεφαλής της δημοτικής διαμέρισης του κέντρου του Άμστερνταμ, είπε το 2017 στην Trouw ότι προέρχεται από οικογένεια σοσιαλδημοκρατών. «Στην οικογένεια του πατέρα μου, του γκρανμαίτρ Jan Timman, ψήφιζαν πάντα PvdA. Ο μεγαλύτερος αδελφός του τόλμησε κάποτε να ψηφίσει VVD. Τον αφόρισαν και τα πράγματα δεν έγιναν ποτέ ξανά εντελώς καλά.» Η γιαγιά της, η μητέρα του Jan, ήταν δημοτική σύμβουλος του PvdA στο Delft. Και το 1994 ο Timman έδωσε ένα σιμουλτανέ στο καφέ Eik en Linde του Άμστερνταμ στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας του κόμματος των Πρασίνων.


Για τον σοβιετικό κόσμο, που τον γνώρισε από κοντά, είχε μια διάκριση. Οι Σοβιετικοί σκακιστές που θαύμαζε, έλεγε το 2025, ήταν εκείνοι με «καλό τρόπο σκέψης και ομιλίας, μεγάλη αίσθηση του χιούμορ. Όχι μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τα λίγο πιο ελεύθερα πνεύματα».

Η σκακιέρα μετά το 1993


Ο Timman δεν σταμάτησε ποτέ να παίζει και για πολλά χρόνια δεν σταμάτησε να κερδίζει.


Το 1995 μοιράστηκε την πρώτη θέση στο Donner Memorial και κέρδισε ένα ματς δέκα παρτίδων με τον Jeroen Piket. Το 1996 έμεινε ισόβαθμος στο πρωτάθλημα Ολλανδίας με τον Ivan Sokolov και ο χορηγός έβαλε σαράντα χιλιάδες φιορίνια για ένα μπαράζ τεσσάρων παρτίδων. Το μπαράζ έγινε στο Άμστερνταμ. Ο Timman έχασε την πρώτη, κέρδισε τη δεύτερη, έκανε ισοπαλία στην τρίτη και στην τέταρτη, με τα μαύρα σε μια Ημι-Σλαβική, κέρδισε. Ήταν ο ένατος και τελευταίος τίτλος του. Τα επόμενα δύο χρόνια βγήκε δεύτερος στο πρωτάθλημα και το 1998 τρίτος στο Wijk aan Zee, πίσω από τον Anand και τον Kramnik.


Τον Σεπτέμβριο του 1999 έπαιξε στο Ρότερνταμ μια παρτίδα που ο Kasparov θυμόταν ακόμη το 2026. Ήταν μέρος μιας εκδήλωσης στο λιμάνι, όπου οι κινήσεις των δύο παικτών αναπαράγονταν σε μια γιγάντια σκακιέρα από γερανούς που μετακινούσαν κοντέινερ σαν κομμάτια. Ο Timman κέρδισε με τα μαύρα σε μια Ιταλική, σε πενήντα εννέα κινήσεις. Στο μήνυμα που έγραψε μετά τον θάνατό του, ο Kasparov θυμήθηκε εκείνη την ήττα ως «την πιο βαριά παρτίδα μου όλων των εποχών».

Jan Timman – Garry Kasparov στον ενδέκατο γύρο του Hoogovens, Wijk aan Zee 1999.


Έπαιξε πρώτη σκακιέρα της Ολλανδίας σε όλες τις Ολυμπιάδες από το 1990 ως το 1998. Η καλύτερη από αυτές ήταν στο Ερεβάν το 1996, όπου έκανε 8 στα 13 χωρίς ήττα. Στη Μόσχα το 1994 η Ολλανδία τερμάτισε έκτη. Την τελευταία του Ολυμπιάδα την έπαιξε το 2004 στην Calvià της Μαγιόρκας, στην τέταρτη σκακιέρα, με 6 στα 9 χωρίς ήττα. Το 2005, στα πενήντα τρία του, κέρδισε με την εθνική ομάδα, μαζί με τους Van Wely, Sokolov, Tiviakov και Van den Doel, το χρυσό μετάλλιο στο ευρωπαϊκό ομαδικό πρωτάθλημα του Γκέτεμποργκ, με 5 στα 7. Το 2001 κέρδισε το τουρνουά του Willemstad στο Κουρασάο, στο νησί για το οποίο θα έγραφε λίγα χρόνια αργότερα το βιβλίο του και που το χαρακτήριζε «παραδεισένιο μέρος» από προσωπική πείρα. Το 2004 μοιράστηκε την πρώτη θέση σε ένα τουρνουά γρήγορου σκακιού στο Ρέικιαβικ και έχασε έναν μικρό αγώνα από τον Loek van Wely στο Almelo με 0–2. Κέρδισε μόνος του το Malmö το 2006, όπου μοιράστηκε την πρώτη θέση και το 2005 και το 2011, και το Staunton Memorial στο Λονδίνο το 2009, όπου ξεκίνησε με 4½ στα 5 και έχασε μόνο από τον εβδομηνταοκτάχρονο Korchnoi.


Το Wijk aan Zee ήταν πιο σκληρό. Το 2003 και το 2004 τερμάτισε τελευταίος και το 2005 δεν προσκλήθηκε στο κύριο γκρουπ. Το 2008 ξαναήρθε με μια ειδική ομάδα παλιών νικητών του τουρνουά, με τον Korchnoi, τον Portisch και τον Ljubojević. Το 2012 επέστρεψε στο Β' Γκρουπ και πριν από τον πρώτο γύρο το κοινό τον χειροκρότησε. «Μια πολύ συγκινητική εμπειρία», είπε. Εκείνη τη χρονιά έπαιζε και στη δεύτερη κατηγορία της γερμανικής Bundesliga, δεύτερη σκακιέρα για την Köln-Porz, με βαθμολογία 2576. Το 2013 έκανε 7 στα 13 στο Wijk aan Zee Β' και το 2014 βγήκε ισόβαθμος δεύτερος στο γκρουπ των Challengers. Όταν τον επόμενο χρόνο τερμάτισε τελευταίος, αποφάσισε ότι αρκεί.

Ο Jan Timman στο Tata Steel του Wijk aan Zee, 2012.


Και υπήρχαν και τα ματς. Τον Δεκέμβριο του 2013, στο Groningen, έχασε από τον Karpov 1½–2½ και αργότερα μαθεύτηκε ότι είχε παίξει την αποφασιστική παρτίδα με σπασμένο χέρι. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το 2005 είχε χάσει το πρωτάθλημα Ολλανδίας επειδή είχε σπάσει το χέρι του και ο ten Geuzendam θυμόταν αστειευόμενος ότι κάποτε είχε παίξει ένα τουρνουά και με σπασμένο πόδι. Τον Οκτώβριο του 2015, στο Hoogeveen, στα εξήντα τρία του, κέρδισε με 3½–2½ τον δεκαεξάχρονο Jorden van Foreest, που θα κέρδιζε το Wijk aan Zee έξι χρόνια αργότερα. Στην τρίτη παρτίδα, με τα μαύρα, κατά την περιγραφή της ChessBase «έσβησε κάθε αντεπίθεση που μπορούσε να επινοήσει ο αντίπαλός του». Κέρδισε και την τέταρτη, με τα λευκά, έχασε την πέμπτη και ο αγώνας τελείωσε με ισοπαλία στην έκτη.


Και τον Οκτώβριο του 2016, στο Μούρμανσκ, πάνω από τον Αρκτικό Κύκλο, έπαιξε ένα ματς τεσσάρων παρτίδων με τον Karpov. Τρεις ισοπαλίες και μία νίκη, στην τρίτη παρτίδα, με τα μαύρα σε μια Ινδική του Βασιλιά απέναντι στο φιανκέτο του λευκού. Μετά από τον τελικό των υποψηφίων του 1990, τον αγώνα για τον τίτλο του 1993 και το Groningen του 2013, ο Timman κέρδιζε για πρώτη φορά ματς απέναντι στον Karpov. Ήταν εξήντα τεσσάρων ετών και ο Karpov εξήντα πέντε. Μίλησαν πολύ, θυμόταν αργότερα, «όχι τόσο για σκάκι, αλλά για τα πολιτικά προβλήματα του κόσμου. Η Ουκρανία ήταν ήδη τότε σε ανησυχητική κατάσταση».


Το 2020 έλεγε ότι έπαιζε τριάντα με σαράντα παρτίδες τον χρόνο, ενώ παλιότερα ογδόντα με εκατό. Το να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής δεν το ήθελε πια, «τη φιλοδοξία να κερδίζω τουρνουά την έχω όμως». Στο διαδικτυακό σκάκι δεν έπαιξε ποτέ. «Δεν μου αρέσει, δεν είναι το αληθινό παιχνίδι.» Ως τα εβδομήντα του έπαιζε για χρήματα, στην ολλανδική λίγκα και στη γερμανική Bundesliga, όπου έκανε ντεμπούτο στην πρώτη κατηγορία με την Düsseldorf το 2022. «Δεν είμαι ερασιτέχνης», έλεγε. «Είμαι επαγγελματίας. Δεν παίζω σκάκι για την πλάκα μου.»

Μια δεύτερη ζωή


Η δεκαετία του '90 δεν ήταν καλή για τον Timman έξω από τη σκακιέρα. Η γυναίκα του, η Ilse, αρρώστησε γύρω στο 1991, όταν η Dehlia ήταν δώδεκα ετών. «Ο πατέρας μου αγωνιζόταν τότε για τον παγκόσμιο τίτλο και αυτό πρόσθετε πίεση», είπε η Dehlia. «Μάλωναν πεισματικά άλλα οκτώ χρόνια και όλο αυτό τελείωσε σε ένα χωρισμό-πόλεμο, όπου κατέστρεψαν ό,τι είχαν χτίσει.». Η Dehlia πρόσθεσε κάτι για τον εαυτό της. «Εκείνη την εποχή υπήρξα πολύ σκληρή με τον πατέρα μου. Είπα πράγματα για τα οποία του ζήτησα αργότερα συγγνώμη, αλλά τον πλήγωσαν πολύ.»


Τον Μάιο του 2002 η de Volkskrant δημοσίευσε ένα πορτρέτο που η NRC χαρακτήρισε ανελέητο. Έδειχνε έναν σκακιστή απομονωμένο από τον κόσμο, ξεπεσμένο και στη δύση του. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ ψευδαισθήσεις για την πειθαρχία. «Όπως ο Karpov, που έβαζε πραγματικά τα πάντα στην άκρη για το σκάκι, δεν ήθελα να ζήσω», είπε το 2021. «Το δοκίμασα καμιά φορά, να αφήσω το κρασί, να πηγαίνω νωρίς για ύπνο, να έχω πρόγραμμα, αλλά δεν έβγαλε και πολλά.» Και για τον κόσμο που είχε χαθεί: «Ο μποέμ του σκακιού καταργήθηκε. Ίσως θα έπρεπε να πω, εξαφανίστηκε.»


Εκείνη τη χρονιά, στο Wijk aan Zee, ένα βράδυ στο καφέ Sonnevanck, γνώρισε μια σκακίστρια από την Ουτρέχτη, είκοσι τρία χρόνια νεότερή του, την Geertje Dirkse. Μίλησαν για τον Bob Dylan και εκείνη του χάρισε το CD Love and Theft. Τα περισσότερα δισκάκια του Dylan στο κοινό τους σπίτι θα ήταν τελικά δικά της. Παντρεύτηκαν τον Δεκέμβριο του 2003. «Ένιωθε βαθιά δυστυχισμένος και έπινε περισσότερο απ' όσο του έκανε καλό», είπε η Geertje το 2012. «Τον βοήθησα να βάλει τη ζωή του σε τάξη. Όπως ακριβώς με βοήθησε κι εκείνος.»


Στο Άμστερνταμ το σπίτι του ήταν πάντα ανοιχτό. «Σπίτι του ήταν ένα πηγαινέλα σκακιστών», θυμόταν ο Max Pam. «Μπορούσες απλώς να χτυπήσεις το κουδούνι.»


Το 2007, μετά από τριάντα επτά χρόνια στο Άμστερνταμ, μετακόμισαν στο Άρνεμ, για να αρχίσουν, όπως το είπε ο ίδιος, «μια νέα ζωή». «Η προσοχή εκείνων των χρόνων και για την ιδιωτική μου ζωή, είχε αρχίσει να με κουράζει», εξηγούσε το 2021. «Εδώ έχω μια ήσυχη ζωή. Εδώ είμαι ευτυχισμένος.» Και ένα χρόνο νωρίτερα, στο τοπικό κανάλι της Γκέλντερλαντ: «Το Άρνεμ είναι τόσο όμορφη πόλη. Έχεις το πάρκο Sonsbeek και τον Ρήνο, πού αλλού τα βρίσκεις αυτά το ένα δίπλα στο άλλο;»


Στο διαμέρισμα πάνω από έναν πεζόδρομο στο κέντρο της πόλης κρέμονταν φωτογραφίες του Frank Zappa. Εκτός από τον Dylan άκουγε Rolling Stones, Muddy Waters και Howlin' Wolf, και στα τουρνουά έβρισκε χρόνο για μουσεία, για τον Gauguin και τον Chagall. Στο σπίτι κυκλοφορούσε μια γάτα, η Kashka. «Η ανεξαρτησία της γάτας μού αρέσει», εξηγούσε. «Δεν είμαι άνθρωπος για σκύλο.» Είχε μια συλλογή από τριάντα περίπου αντίκες σκακιέρες και ανάμεσά τους ένα σετ που ανήκε κάποτε στον Alekhine, με πορτοκαλί και μπλε κομμάτια. Στη ζωή του και στα βιβλία που έγραφε είχε αρχίσει να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο ένα άλλο πάθος, οι σπουδές φινάλε. Αυτές και τα τελευταία χρόνια της ζωής του είναι το θέμα του τέταρτου και τελευταίου μέρους.

Οι παρτίδες του τρίτου μέρους


Τρεις νίκες με τα μαύρα, με χρονολογική σειρά. Η τέταρτη παρτίδα του μπαράζ με τον Sokolov, που του έδωσε τον ένατο τίτλο του πρωταθλητή Ολλανδίας το 1996, η τρίτη παρτίδα του αγώνα με τον δεκαεξάχρονο Jorden van Foreest στο Hoogeveen το 2015 και η τρίτη παρτίδα του Μούρμανσκ το 2016, με την οποία κέρδισε για πρώτη φορά αγώνα απέναντι στον Karpov.

abcdefgh87654321

Sokolov, Ivan – Timman, Jan, 0-1

1. d4 d5 2. c4 c6 3. Nc3 Nf6 4. Nf3 e6 5. Bg5 h6 6. Bxf6 Qxf6 7. e3 g6 8. Rc1 Nd7 9. Bd3 dxc4 10. Bxc4 Bg7 11. O-O O-O 12. Qe2 Qe7 13. Rfd1 a6 14. Bb3 b6 15. e4 Bb7 16. Qe3 c5 17. d5 b5 18. Qf4 c4 19. Qc7 Qd8 20. Qxd8 Raxd8 21. dxe6 fxe6 22. Bc2 Nc5 23. Re1 Bc6 24. a3 g5 25. h3 Nd3 26. Bxd3 Rxd3 27. Re2 Rfd8 28. Ne1 Rd2 29. Rc2 R2d7 30. e5 Rd4 31. Nf3 Rf4 32. Re3 Rd7 33. Rce2 Bxf3 34. Rxf3 Rxf3 35. gxf3 Kf7 36. Kg2 Rd4 37. a4 b4 38. Ne4 Bxe5 39. Nc5 Rd5 40. Nxa6 Bd6 41. Re4 Ra5 42. Nxb4 Bxb4 43. Rxc4 Bd6 44. b3 Ra8 45. h4 Rb8 46. hxg5 hxg5 47. Rc3 Be5 48. Rd3 Rb4 49. Rd7+ Kf6 50. Rd3 Bd4 51. Kg3 e5 52. Kg2 Kf5 53. Kg3 Rb8 0-1

Αποδόσεις εικόνων

  • Jan Timman tegen Garry Kasparov op Hoogovens Schaaktoernooi 1999, Fotopersbureau De Boer, Noord-Hollands Archief, 28 Ιανουαρίου 1999, CC0 1.0 · Commons
  • JanTimman12, Stefan64, Ιανουάριος 2012, CC BY-SA 3.0 · Commons
  • Timman Jan, Winicjusz Drozdowski, 13 Απριλίου 2007, δημόσιος τομέας · Commons

Πηγές

  • Dirk Jan ten Geuzendam, In memoriam Jan Timman, New in Chess, 19 Φεβρουαρίου 2026, και η παρουσίαση του τεύχους 2026#2 στη ChessBase
  • Dirk Jan ten Geuzendam, «The Wrath of Botvinnik», Dutch Treat, 2014
  • Peter Doggers, νεκρολογία στο chess.com, 19 Φεβρουαρίου 2026
  • Raymond van den Boogaard, «Jan Timman, schaker. Een man van stemmingen», NRC Handelsblad, 26 Σεπτεμβρίου 1988
  • Menno de Galan, «Ik had geen behoefte om mensen te vernietigen», NRC, 3 Μαρτίου 2012
  • Rob Gollin, «Grootmeester Jan Timman: twee mensen aan het schaakbord, dat is het echte werk», de Volkskrant, 15 Ιανουαρίου 2021
  • «Politiek heeft meer weg van poker dan van schaak», συνέντευξη στο historien.nl, 2012
  • Suzanne Rethans, «De levenslessen van Dehlia Timman», Trouw, 30 Απριλίου 2017
  • «Garry Kasparov: a history of professional chess», ChessBase
  • Mark Weeks, Karpov – Timman 1993
  • Deseret News, 21 Φεβρουαρίου 1992 και 5 Νοεμβρίου 1993
  • Dagobert Kohlmeyer, «30 years ago: two World Championship matches in the same year», ChessBase, 2023
  • Edward Winter, Jan Timman, Chess Notes
  • ECF Book of the Year 2017
  • New in Chess, σελίδες των βιβλίων Timman's Triumphs, Timman's Titans και The Longest Game
  • Renzo Verwer, «De geest van de beeldvorming», Schaaksite, 2012
  • Hans Ree, «Een Urgestein in het NK», De Groene Amsterdammer, 2024
  • SV Wageningen, «Jan Timman: gewoon bijzonder, bijzonder gewoon»
  • Schaaksite, «Jan Timman, de geniale schaker», 3 Μαρτίου 2026
  • NOS, «Timman (74) zag schaken veranderen», 29 Δεκεμβρίου 2025
  • ChessBase, «Hoogeveen: Timman strikes first» και «Karpov – Timman 2016»
  • Ολλανδική Wikipedia: Jan Timman και Republikeins Genootschap)
  • OlimpBase, Jan Timman
  • Παρτίδες: PGN Mentor, συλλογή Timman


Σημείωση μεθόδου


Οι παραθέσεις είναι μεταφράσεις από τα ολλανδικά και τα αγγλικά.


Διατυπώσεις που επιλέχτηκαν σκόπιμα.

  • Η ίδρυση του New in Chess. Το ίδιο το περιοδικό γράφει ότι ο Timman ήταν ο πρώτος αρχισυντάκτης. Η ChessBase, παραφράζοντας τον ten Geuzendam, γράφει ότι το ίδρυσε μαζί με τον Andriessen. Οι ολλανδικές πηγές αποδίδουν την ίδρυση μόνο στον Andriessen. Γράφτηκε «εκδότης ο Andriessen, πρώτος αρχισυντάκτης ο Timman».
  • Το PvdA. Η αγγλική Wikipedia γράφει ότι ο ίδιος ο Timman ψήφιζε PvdA. Η πηγή της, η συνέντευξη της Dehlia Timman, λέει μόνο ότι στην οικογένεια του πατέρα της ψήφιζαν πάντα PvdA. Γράφτηκε η διατύπωση της πηγής.
  • Οι Πράσινοι. Το σιμουλτανέ του 1994 το αναφέρει ένας πρώην δημοτικός σύμβουλος του Άμστερνταμ σε κείμενο μνήμης του 2026. Δεν τεκμηριώνει ότι ο Timman ήταν μέλος του κόμματος, και το κείμενο δεν το υπονοεί.
  • Η ενδέκατη παρτίδα του 1993. Ο ten Geuzendam υπονοεί σιωπηρή συνεννόηση, ο Kohlmeyer γράφει ότι ο Timman το αρνήθηκε. Δίνονται και τα δύο.