Η σοβιετική εποχή αρχίζει: 1950–1960
Η ομάδα της ΕΣΣΔ στην Ολυμπιάδα της Λειψίας το 1960 - Η ισχυρότερη ομάδα που είδε ποτέ ο πλανήτης. Petrosian, Smyslov, Botvinnik, Tal, Korchnoi, Keres
Μέρος Γ΄ ενός αφιερώματος εννέα μερών στην ιστορία των Σκακιστικών Ολυμπιάδων. Σε αυτό το μέρος: Ντουμπρόβνικ 1950, Ελσίνκι 1952, Άμστερνταμ 1954, Μόσχα 1956, Μόναχο 1958, Λειψία 1960 — και η πρώτη γυναικεία Ολυμπιάδα, Emmen 1957.
Ανάμεσα στο Μπουένος Άιρες του 1939 και στο Ντουμπρόβνικ του 1950 μεσολαβούν έντεκα χρόνια. Είναι το μεγαλύτερο κενό στην ιστορία του θεσμού, και όταν έκλεισε, ο σκακιστικός κόσμος είχε ένα καινούριο κέντρο.
Η δεκαετία που περιγράφεται εδώ έχει μια δομή που φαίνεται από μακριά: το 1950 η Σοβιετική Ένωση απουσιάζει, το 1952 εμφανίζεται και κερδίζει και από εκεί δεν σταματά. Η αφήγηση όμως που λέει «οι Σοβιετικοί κέρδιζαν πανεύκολα» είναι, για αυτά τα χρόνια τουλάχιστον, ανακριβής. Στο Ελσίνκι βρέθηκαν έκτοι στα μισά της διαδρομής. Στη Μόσχα, στο σπίτι τους, έχασαν έναν αγώνα.
Αυτό που έχτισαν σε αυτά τα δέκα χρόνια δεν ήταν το αήττητο. Ήταν κάτι πιο ανθεκτικό: ένα βάθος τόσο μεγάλο ώστε η κακή μέρα ενός παίκτη να μη σημαίνει τίποτα. Και ο υπόλοιπος κόσμος, σιγά σιγά, έμαθε να αγωνίζεται για τη δεύτερη θέση.
Ντουμπρόβνικ 1950: η τελευταία Ολυμπιάδα με αμφίρροπο τέλος

Το σετ που σχεδιάστηκε για το Ντουμπρόβνικ 1950. Η φωτογραφία δείχνει σύγχρονο αντίγραφο, όχι πρωτότυπο του 1950.
Η 9η Ολυμπιάδα ήταν το προϊόν μιας ρήξης. Το συνέδριο της FIDE στο Saltsjöbaden το 1948 δέχτηκε την πρόταση της Γιουγκοσλαβίας και την επικύρωσε τον επόμενο χρόνο. Στο μεταξύ, η Κομινφόρμ απέβαλε τη Γιουγκοσλαβία από τις τάξεις της και μετέφερε την έδρα της από το Βελιγράδι στο Βουκουρέστι.
Η συνέπεια ήταν αναπόφευκτη. Η σοβιετική αντιπροσωπεία αντιτάχθηκε στη γιουγκοσλαβική πρόταση και όταν έχασε, η ΕΣΣΔ μποϊκόταρε τη διοργάνωση. Όλες οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες ακολούθησαν. Η Ουγγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η Βουλγαρία. Η Αγγλία απουσίασε επίσης, αλλά για εντελώς διαφορετικό λόγο - το εθνικό της πρωτάθλημα συνέπιπτε.
Έμειναν δεκαέξι ομάδες και ογδόντα τέσσερις παίκτες, στη γκαλερί τέχνης Unietka, από τις 20 Αυγούστου ως τις 11 Σεπτεμβρίου 1950, με διαιτητή τον Milan Vidmar και βοηθό τον Hans Kmoch — δύο άνδρες που είχαν παίξει στις προπολεμικές Ολυμπιάδες του πρώτου μέρους.
Ένα πράγμα ήταν καινούριο και μόνιμο: το 1950 η FIDE θέσπισε τους τίτλους. Για πρώτη φορά μια λίστα συμμετεχόντων είχε γκρανμαίτρ — τέσσερις, τους Euwe, Reshevsky, Najdorf και Tartakower — και είκοσι τρεις διεθνείς μαΐτρ, ανάμεσά τους τους Svetozar Gligorić, Wolfgang Unzicker και Julio Bolbochán. Η Γιουγκοσλαβία ήταν η μόνη ομάδα χωρίς κανέναν άτιτλο παίκτη, και ταυτόχρονα η μόνη διεκδικήτρια του τίτλου χωρίς κανέναν γκρανμαίτρ.
Ο αγώνας ξεκίνησε μέσα σε καύσωνα που ούτε οι ντόπιοι θυμούνταν παρόμοιο. Παρότι οι νέοι κανονισμοί επέτρεπαν πλέον δύο αναπληρωματικούς ανά αποστολή, η ζέστη τιμώρησε σκληρά τους μεγαλύτερους σε ηλικία παίκτες και αντάμειψε τις νεανικές ομάδες — και η Γιουγκοσλαβία ήταν η νεότερη από τις διεκδικήτριες.
Την πρώτη μέρα πρωτοπόρος βρέθηκε, παραδόξως, η Χιλή, που συνέτριψε 4–0 τη Νορβηγία. Η Δυτική Γερμανία ξεκίνησε με 1–3 από τη Γιουγκοσλαβία και μετά κέρδισε δύο σερί αγώνες με το απόλυτο σκορ. Στον πέμπτο γύρο οι Γιουγκοσλάβοι επέβαλαν ρυθμό που κανείς δεν άντεξε και στον ένατο η αναμέτρηση κορυφής με τις ΗΠΑ έληξε 2–2 — χωρίς όμως καμία ισοπαλία στις τέσσερις σκακιέρες.
Η κρίση ήρθε στον δωδέκατο γύρο, στην τελευταία μεγάλη αναμέτρηση της διοργάνωσης: Γιουγκοσλαβία–Αργεντινή. Ο Najdorf διέλυσε τον Gligorić στην πρώτη σκακιέρα, αλλά ήταν το μόνο που πέτυχαν οι Αργεντινοί που χρειαζόντουσαν νίκη με μεγάλο σκορ για να πιάσουν τους πρωτοπόρους· κέρδισαν 2½–1½ και έμειναν έναν ολόκληρο βαθμό πίσω. Δύο γύρους αργότερα ήρθε η ελληνική παρέμβαση και τελείωσαν οι ελπίδες τους για το χρυσό.

Ο Gligorić πάνω από τη σκακιέρα στο Ιντερζονάλ της Χάγης, 13 Σεπτεμβρίου 1966 - δεκαέξι χρόνια μετά το Ντουμπρόβνικ
Κέρδισε λοιπόν η Γιουγκοσλαβία, με τον Gligorić επικεφαλής, στο πρώτο και μοναδικό της χρυσό. Κέρδισε μάλιστα πέντε ομάδες με το απόλυτο 4-0. Η Αργεντινή πήρε το αργυρό και η Δυτική Γερμανία —πρώτη χωριστή συμμετοχή στην ιστορία των δύο Γερμανιών— το χάλκινο, μισό βαθμό μπροστά από τις ΗΠΑ. Ο εικοσιπεντάχρονος Unzicker κέρδισε το ατομικό χρυσό της πρώτης σκακιέρας ισοβαθμώντας με τον Najdorf και ανακηρύχθηκε η αποκάλυψη του τουρνουά. Ο Γιουγκοσλάβος Braslav Rabar έκανε 9/10 στην τέταρτη σκακιέρα και ο νεαρός Larry Evans το ίδιο στη δεύτερη αναπληρωματική: 90% και οι δύο.
Και οι Αμερικανοί έμειναν αήττητοι. Είναι η μοναδική φορά στην ιστορία των Ολυμπιάδων που η μόνη αήττητη ομάδα δεν κέρδισε τη διοργάνωση — τερμάτισαν τέταρτοι, δεν πήραν καν μετάλλιο, γιατί έφερναν 2-2 συνεχώς με ομάδες που έπρεπε να διαλύσουν. Στον αντίποδα, δεκατρείς αγώνες τελείωσαν 4–0, μεταπολεμικό ρεκόρ και ο Φινλανδός Helle έκανε εννιά ισοπαλίες σε δέκα παρτίδες.

Στο Ντουμπρόβνικ έπαιξε επίσης, στη γαλλική ομάδα, η Chantal Chaudé de Silans: η πρώτη γυναίκα που αγωνίστηκε ποτέ σε Σκακιστική Ολυμπιάδα.
Η Ελλάδα εμφανίζεται
Στο Ντουμπρόβνικ έκανε το ντεμπούτο της και η Ελλάδα, με τους Φώτη Μαστιχιάδη, Παναγιώτη Παναγόπουλο, Αριστείδη Ζωγραφάκη, Ιωάννη Μπουλαχάνη και αναπληρωματικό τον Αριστογείτονα Οθωνέος.
Ο απολογισμός ήταν σκληρός: 12 βαθμοί στους 60, ποσοστό 20%, δέκατη έκτη και τελευταία θέση, καμία νίκη σε αγώνα και μόλις δύο ισοπαλίες σε δεκαπέντε.

Ο νεαρός Rossetto σε προφίλ πάνω από τη σκακιέρα, στούντιο. Είναι ο Αργεντινός που κέρδισε ο Μπουλαχάνης στον 14ο γύρο — η μοναδική του ήττα στη διοργάνωση
Υπάρχει όμως μια παρτίδα που άλλαξε τη βαθμολογία της κορυφής. Στον δέκατο τέταρτο γύρο η Ελλάδα αντιμετώπισε την Αργεντινή, που κυνηγούσε ακόμη το χρυσό. Ο Μπουλαχάνης, στην τέταρτη σκακιέρα, κέρδισε τον Héctor Rossetto — τη μοναδική παρτίδα που έχασε ο Αργεντινός σε ολόκληρη τη διοργάνωση και τον βαθμό που στοίχισε στην ομάδα του κάθε ελπίδα.
Ελσίνκι 1952: η είσοδος των Σοβιετικών

Το φινλανδικό γραμματόσημο των 25 μάρκων, Αύγουστος 1952.
Η 10η Ολυμπιάδα έγινε στο Ελσίνκι, την ίδια χρονιά και στην ίδια πόλη με τους Θερινούς Ολυμπιακούς — τελευταία υπόμνηση της εγκαταλελειμμένης ιδέας να μπει το σκάκι στους Αγώνες.
Ήρθαν 25 ομάδες και 140 παίκτες, και ανάμεσά τους, επιτέλους, η Σοβιετική Ένωση.
Δύο κανονιστικές αλλαγές αξίζουν αναφοράς. Καταργήθηκε η παλιά συνήθεια των δύο γύρων την ίδια μέρα, που ταλαιπωρούσε τους παίκτες και κατέστρεφε τη βαθμολογία λόγω των διακοπών· οι διακοπές παίζονταν πλέον το επόμενο πρωί. Και το φορμάτ προέβλεπε δύο φάσεις: τρεις προκριματικοί όμιλοι, οι τρεις πρώτοι κάθε ομίλου στον τελικό Α.
Το δεύτερο αποδείχθηκε λάθος. Ο τελικός Α είχε μόνο εννέα ομάδες — μονός αριθμός, άρα ρεπό και τόσο μικρό δείγμα ώστε μια γκάφα να καθορίζει τη σειρά. Ήταν τέτοια η δυσαρέσκεια ώστε θεσπίστηκε κανόνας: κανένας τελικός όμιλος δεν θα είναι στο εξής μικρότερος από δώδεκα ομάδες.
Η σοβιετική πρεμιέρα δεν ήταν ο θρίαμβος που περίμεναν όλοι. Ο Paul Keres —πλέον με σοβιετικά χρώματα— ήταν εκτός φόρμας, με ποσοστό γύρω στο 50%. Στα μισά του τελικού η ΕΣΣΔ βρισκόταν έκτη. Πήρε την κορυφή μόλις στον όγδοο από τους εννέα γύρους και κέρδισε επειδή οι υπόλοιποι δεν ήταν σε θέση να εκμεταλλευτούν την κακή της φόρμα.
Ένα ακόμη σημείο τριβής ήταν η κατάταξη των ομάδων στους ομίλους, την οποία έκανε η επιτροπή κατά την κρίση της — διαδικασία που η OlimpBase χαρακτηρίζει «άκρως αμφισβητήσιμη». Ως πρώτες πέντε τοποθετήθηκαν η ΕΣΣΔ, η Αργεντινή, η Γιουγκοσλαβία (κάτοχος του τίτλου), η Ουγγαρία και η Τσεχοσλοβακία.
Η μεγάλη ιστορία του Ελσίνκι είναι όμως η Φινλανδία. Οι οικοδεσπότες, που η επιτροπή τους είχε κατατάξει δέκατους ένατους, προκρίθηκαν στον τελικό Α μέσα από τον όμιλο της ΕΣΣΔ, των ΗΠΑ και της Ολλανδίας. Ο Eero Böök κέρδισε τον Keres. Στον τελευταίο γύρο των προκριματικών η Φινλανδία κέρδισε 4–0 την Ελβετία — την ίδια Ελβετία που την προηγούμενη μέρα είχε κερδίσει την Ολλανδία.

Ο Böök σκυμμένος πάνω από τη σκακιέρα
Ο τελικός ήταν σφιχτός σε όλο του το πλάτος. Οι περισσότεροι αγώνες έληγαν 2–2 ή 2½–1½, με αποτέλεσμα η βαθμολογία να μη λέει σχεδόν τίποτα και το αν μια ομάδα είχε ήδη πάρει το ρεπό της να μετράει περισσότερο από το ποιος είναι πρώτος στο τέλος κάθε γύρου. Οι ΗΠΑ ήταν, μαζί με τη Σοβιετική Ένωση, η μόνη αήττητη ομάδα ώσπου έχασαν απροσδόκητα από τη Σουηδία στον έβδομο γύρο και έχασαν κάθε ελπίδα για μετάλλιο. Στον ίδιο γύρο ο Keres πήρε άγρια εκδίκηση από τον Böök.
Στον τελευταίο γύρο η Γιουγκοσλαβία έμοιαζε να έχει το αργυρό στο χέρι, με ευκολότερο αντίπαλο από την Αργεντινή. Οι Αργεντίνοι όμως κέρδισαν 3–1 την Ουγγαρία, ενώ οι απελπισμένοι Φινλανδοί απέσπασαν τρεις ισοπαλίες από τους Γιουγκοσλάβους — και το μετάλλιο άλλαξε χέρια την τελευταία μέρα.
Στα ατομικά, ο Najdorf έφτασε στην κορυφή της καριέρας του με χρυσό στην πρώτη σκακιέρα, ο Vassily Smyslov πήρε τη δεύτερη με 80,8% και ο David Bronstein την τρίτη με 80%. Το καλύτερο ατομικό αποτέλεσμα ολόκληρης της διοργάνωσης όμως ανήκε στον Τσεχοσλοβάκο Čeněk Kottnauer: 12½/15, 83,3%.
Η Αργεντινή πήρε ξανά αργυρό και η Γιουγκοσλαβία χάλκινο.
Η πολωνική ομάδα έχασε δύο παίκτες, τους Kazimierz Makarczyk και Stanisław Gawlikowski, οι οποίοι διαγράφηκαν λίγο πριν την έναρξη και αντικαταστάθηκαν από «πολιτικά ορθούς» παίκτες σαφώς μικρότερης δύναμης. Και η ισραηλινή ομάδα, που τερμάτισε ενδέκατη, ήταν χτισμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου από Πολωνούς εκπατρισμένους — ανάμεσά τους ο Dr. Oren, ο οποίος είχε κερδίσει χάλκινο ολυμπιακό μετάλλιο με την Πολωνία το 1928, όταν λεγόταν ακόμη Chwojnik.
Η Ελλάδα πήρε 1½ βαθμό από την Πολωνία στα προκριματικά και τερμάτισε δεύτερη στον τελικό Γ, πίσω από μια πολύ ισχυρότερη Βραζιλία.
Άμστερνταμ 1954: το ρεκόρ του Keres

Ο Paul Keres στο Άμστερνταμ, Σεπτέμβριος 1954.
Η 11η Ολυμπιάδα παραλίγο να μη γίνει. Η Αργεντινή, δύναμη πλέον χάρη στους ανθρώπους που είχαν μείνει εκεί το 1939, ανέλαβε τη διοργάνωση· το αρχικό σχέδιο για το Σάο Πάολο, με αφορμή τα 400 χρόνια της πόλης, είχε ήδη καταρρεύσει. Οι Αργεντινοί υποσχέθηκαν μάλιστα να καλύψουν τα ταξιδιωτικά έξοδα των ευρωπαϊκών ομάδων.
Έξι εβδομάδες πριν την προγραμματισμένη ημερομηνία, η αργεντινή ομοσπονδία ανακοίνωσε ότι οικονομικές δυσκολίες την εμπόδιζαν να προχωρήσει. Δύο μέρες αργότερα η Ολλανδία ειδοποίησε τη FIDE ότι αναλάμβανε τη διοργάνωση παρά τον ελάχιστο χρόνο. Έγινε στο Apollohal του Άμστερνταμ, με διευθυντή τον Alexander Rueb, τον πρώτο πρόεδρο της FIDE, και διαιτητή ξανά τον Vidmar.

Η έναρξη της Ολυμπιάδας, κόσμος όρθιος πίσω από το σχοινί και στο τραπέζι διαβάζονται καθαρά οι καρτέλες «Finlande» — «U.R.S.S.» και τα
ονόματα T. Salo και M. Botvinnik. Ο Botvinnik δεξιά.
Ήρθαν 26 ομάδες και 149 παίκτες, με 19 γκρανμαίτρ — ο αριθμός των τιτλούχων είχε σχεδόν πενταπλασιαστεί μέσα σε τέσσερα χρόνια. Οι ΗΠΑ έλειπαν και αυτή τη φορά αποκλειστικά για οικονομικούς λόγους, χωρίς καμία πολιτική διάσταση. Η κατάταξη των ομάδων στους ομίλους έγινε αυτή τη φορά με βάση ανώνυμη ψηφοφορία των αρχηγών των αποστολών, μέθοδος αισθητά λιγότερο αυθαίρετη από την επιτροπή του Ελσίνκι. Δύο ντεμπούτα σημάδεψαν τη διοργάνωση: του παγκόσμιου πρωταθλητή Mikhail Botvinnik, που εμφανιζόταν για πρώτη φορά σε Ολυμπιάδα και του Δανού Bent Larsen.
Στα προκριματικά συνέβη κάτι που η OlimpBase κατατάσσει ανάμεσα στις μεγαλύτερες εκπλήξεις της ιστορίας του θεσμού: η Γιουγκοσλαβία, ασημένια και χάλκινη των προηγούμενων ετών, έχασε από το Σάαρ(!) και βρέθηκε προτελευταία στον όμιλό της, μπροστά μόνο από αυτούς που την είχαν νικήσει. Συνήλθε και προκρίθηκε, αλλά το αποτέλεσμα έμεινε. Το Saar ή Saarland είναι σήμερα το δυτικότερο γερμανικό κρατίδιο και από τότε σχεδόν αποκλειστικά γερμανόφωνο. Η Γαλλία το έλεγχε στρατιωτικά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και εκείνη την περίοδο ανάμεσα στα 1954-1957 απολάμβανε μια ιδιότυπη ανεξαρτησία. Τελικά τη πρωτοχρονιά του 1957 ενσωματώθηκε στο δυτικογερμανικό κράτος στην τελευταία αλλαγή συνόρων στην Ευρώπη μέχρι την κατάρρευση του Υπαρκτού.
Στον τελικό οι Σοβιετικοί κυριάρχησαν από την αρχή ως το τέλος, με τελική διαφορά επτά βαθμών, τρεις μόνο ήττες σε ολόκληρη τη διοργάνωση και τις τέσσερις πρώτες σκακιέρες αήττητες. Και ο Keres, εκτός φόρμας δύο χρόνια νωρίτερα, έκανε δεκατρείς νίκες και μία ισοπαλία — 13½/14. Η OlimpBase το χαρακτηρίζει «το καλύτερο αποτέλεσμα που έχει επιτύχει ποτέ άνθρωπος» σε Ολυμπιάδα.

ΕΣΣΔ–Δυτική Γερμανία. Στις καρτέλες του τραπεζιού διαβάζονται W. Unzicker, L. Schmid, U.R.S.S., V. Smyslov, M. Botvinnik. Ο Botvinnik όρθιος δεξιά με το ριγέ κοστούμι, ο Unzicker καθιστός αριστερά, ο Smyslov καθιστός δεξιά
Ο τελικός δεν ήταν πάντως μονότονος. Η ΕΣΣΔ έφερε 2-2 με το Ισραήλ στον τρίτο γύρο —ο Aloni κέρδισε τον Kotov— και στον έκτο η Γιουγκοσλαβία τους πλησίασε επικίνδυνα, με τον Andrija Fuderer να κερδίζει καθαρά τον Efim Geller. Η Δυτική Γερμανία, μετά από απαίσιο ξεκίνημα, πήρε εκδίκηση από τους Σουηδούς (4–0) και έφτασε μισό βαθμό από τη ζώνη των μεταλλίων.
Στον τελευταίο γύρο η Τσεχοσλοβακία χρειαζόταν 3½–½ επί της Γιουγκοσλαβίας για να πάρει το χάλκινο. Ο αγώνας έληξε με τέσσερις ισοπαλίες.
Η Αργεντινή πήρε το αργυρό και τελικά η Γιουγκοσλαβία το χάλκινο, αλλά με έναν τρόπο που πονάει: στο ματς με τους Τσέχους ο Gligorić δεν κατάφερε να κερδίσει τον Miroslav Filip σε φινάλε με τέσσερις πύργους, και η Γιουγκοσλαβία έχασε τη δεύτερη θέση. Ήταν η δεύτερη φορά σε δύο Ολυμπιάδες: στο Ελσίνκι ο ίδιος παίκτης είχε μείνει στην ισοπαλία με τον Böök όταν η ομάδα χρειαζόταν νίκη για το αργυρό.
Ο Bolbochán ολοκλήρωσε την τρίτη διαδοχική του Ολυμπιάδα αήττητος. Το Ισραήλ τερμάτισε έβδομο, το καλύτερό του αποτέλεσμα μέχρι τότε. Στη γαλλική πρώτη σκακιέρα κάθισε ο εβδομηνταδυάχρονος Ossip Bernstein και έκανε 50%.
Η Ελλάδα κέρδισε 3–1 την Ελβετία στον τελικό Β — αποτέλεσμα που η OlimpBase χαρακτηρίζει «απροσδόκητο ολίσθημα» των Ελβετών, οι οποίοι παρ' όλα αυτά κέρδισαν το τμήμα.
Υπάρχει τέλος μια λεπτομέρεια που λέει πολλά για την αρχειακή κατάσταση της εποχής. Στον τελευταίο γύρο, ο μοναδικός αποφασιστικός αγώνας ανάμεσα σε Αργεντινή και Δυτική Γερμανία κρίθηκε από μία παρτίδα, την Bolbochán–Schmid. Οι κινήσεις της δεν σώζονται πουθενά, και κανείς — ούτε ο νικητής — δεν τις θυμόταν.
Μόσχα 1956

Το Κεντρικό Θέατρο του Σοβιετικού Στρατού, Μόσχα 1956. Στις μεγάλες σκακιέρες διαβάζονται τα ονόματα Keres, Gligoric, Ivkov, Najdorf.
Η 12η Ολυμπιάδα έγινε εκεί που έπρεπε πια να γίνει. Τριάντα τέσσερις χώρες, 197 παίκτες, 1.220 παρτίδες — το μαγικό φράγμα των χιλίων παρτίδων έπεσε για πρώτη φορά σε επίσημη Ολυμπιάδα. Το γιγαντιαίο Κεντρικό Θέατρο του Κόκκινου Στρατού ήταν η αίθουσα και οι σοβιετικές αρχές αντιμετώπισαν το γεγονός με απόλυτη σοβαρότητα: ήταν ευκαιρία να αποδειχθεί η ανωτερότητα του καθεστώτος απέναντι στη «σάπια Δύση».
Εμφανίστηκαν και εξωτικοί νεοφερμένοι: Μογγολία, Πουέρτο Ρίκο, Ιράν και Ινδία — η τελευταία, η χώρα όπου γεννήθηκε το παιχνίδι, έκανε ουσιαστικά ντεμπούτο σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την ίδρυση του θεσμού.
Το φορμάτ διευρύνθηκε επίσης: για πρώτη φορά τρία τελικά τμήματα αντί για δύο, με τους τέταρτους ως έκτους κάθε ομίλου στον τελικό Β και τους υπόλοιπους στον Γ. Στα προκριματικά η Ελβετία απέκλεισε την Πολωνία ήδη από τον πρώτο γύρο, η Δανία του Larsen πέρασε στο νήμα εις βάρος της Ολλανδίας —με τον Larsen να κερδίζει τον Lodewijk Prins στην κρίσιμη παρτίδα— και η Κολομβία, που θα γινόταν η μεγάλη ενοχλητική ομάδα της περιόδου, κέρδισε 4–0 την Ελλάδα και 3–1 την Ανατολική Γερμανία πριν αποκλειστεί από την Τσεχοσλοβακία.
Στον τελικό Β η Αυστρία κέρδισε παρά το 0–4 με το οποίο είχε ξεκινήσει, ενώ στον Γ οι Φιλιππίνες επικράτησαν παίζοντας με τέσσερις μόνο ανθρώπους, χωρίς δυνατότητα ρεπό.
Και στον τέταρτο γύρο του τελικού συνέβη το αδιανόητο. Η Ουγγαρία κέρδισε τη Σοβιετική Ένωση 2½–1½ — η πρώτη ήττα σοβιετικής ομάδας σε Ολυμπιάδα. Ο άνθρωπος που την προκάλεσε ήταν ο Gedeon Barcza, απέναντι στον Smyslov.
Η ήττα δεν ήταν μεμονωμένο ατύχημα. Στον επόμενο γύρο η ΕΣΣΔ μόλις που κέρδισε την Αργεντινή, με μία μόνο νίκη σε τέσσερις παρτίδες και βρέθηκε να την κυνηγά η Γιουγκοσλαβία. Χρειάστηκε ένα 3½ επί της Δανίας στον ένατο γύρο για να ανοίξει ξανά διαφορά τριών βαθμών και στον δέκατο ο Botvinnik κέρδισε τον Gligorić στην απευθείας αναμέτρηση που έκλεισε το ζήτημα.
Η ΕΣΣΔ κέρδισε λοιπόν τη διοργάνωση, αλλά την κορυφή την ξαναπήρε οριστικά μόλις στον προτελευταίο γύρο. Η Γιουγκοσλαβία πήρε το πρώτο της ασημένιο μετάλλιο και η Ουγγαρία το χάλκινο — και το ειρωνικό είναι ότι η κατάταξη κρίθηκε στην απευθείας αναμέτρησή τους στον τελευταίο γύρο, όπου ο Aleksandar Matanović κέρδισε ψύχραιμα τον Barcza, τον δήμιο των Σοβιετικών. Η Αργεντινή έμεινε εκτός μεταλλίων για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο.
Στην πρώτη σκακιέρα ο Larsen έκανε 14/18 και του απονεμήθηκε ο τίτλος του γκρανμαίτρ γι' αυτή την επίδοση. Ο Bronstein έκανε 84,6% στην τέταρτη, ο Keres 79,2% στην τρίτη. Η Πολωνία τερμάτισε εικοστή τρίτη, η χειρότερη επίδοσή της ως τότε και το Λουξεμβούργο τελευταίο για τρίτη συνεχή φορά.
Μόναχο 1958

Το κύπελλο Hamilton-Russell - απονομή στο Άμστερνταμ του 1954. Από το 1952 ως το 1974 δεν άλλαξε χώρα.
Το Μόναχο ξαναδιοργάνωσε Ολυμπιάδα εικοσιδύο χρόνια μετά την ανεπίσημη του 1936, αυτή τη φορά στο Deutsches Museum και με αφορμή τα οκτακόσια χρόνια της πόλης. Ήρθαν 36 ομάδες και 207 παίκτες, ανάμεσά τους οι δύο πρώτες αφρικανικές ομάδες, η Νότια Αφρική και η Τυνησία.
Ο Mikhail Tal έφτασε κατευθείαν από το Interzonal. Ο δεκαπεντάχρονος Bobby Fischer και ο Pal Benko, που είχαν κάνει εκεί ακόμη πιο εντυπωσιακή εμφάνιση, δεν μπόρεσαν να έρθουν.
Η σοβιετική επίδοση ήταν η καλύτερη ως τότε: για πρώτη φορά ξεπέρασαν συνολικά το 80%, με 48 νίκες και μία μόνο χαμένη παρτίδα σε όλη τη διοργάνωση — από τον Botvinnik. Και ο Tal, στην πρώτη αναπληρωματική σκακιέρα, έκανε 13½/15, δηλαδή 90%, με δώδεκα νίκες και τρεις ισοπαλίες: το καλύτερο ατομικό αποτέλεσμα όλης της Ολυμπιάδας. Ο Tigran Petrosian έκανε 80,8% στη δεύτερη αναπληρωματική. Η δεύτερη γραμμή της σοβιετικής ομάδας ήταν, μόνη της, ισχυρότερη από τις περισσότερες εθνικές ομάδες.
Η Γιουγκοσλαβία πήρε ξανά αργυρό με τον Gligorić σε εξαιρετική φόρμα (12/15, χρυσό πρώτης σκακιέρας) και η Αργεντινή χάλκινο.
Η μεγάλη είδηση όμως ήταν αρνητική: η Ουγγαρία δεν προκρίθηκε καν στον τελικό Α. Η OlimpBase το χαρακτηρίζει από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις που έχουν καταγραφεί και σοκ για όλους. Είχε χάσει 1–3 από την Κολομβία στον προτελευταίο γύρο του ομίλου και στον τελευταίο άφησε 1½ βαθμό στην Πολωνία με τον Szabó να χάνει από τον Bogdan Śliwa.
Στον ίδιο κύκλο προκριματικών, η Ελβετία —που έμοιαζε σίγουρη για τον τελικό Α— έχασε απροσδόκητα από την Ελλάδα, δεύτερη φορά σε τέσσερα χρόνια που οι Έλληνες τους στοίχιζαν.
Στον ίδιο τελικό συνέβη και κάτι που δείχνει πόσο είχε αλλάξει η νοοτροπία. Στον έβδομο γύρο η Αργεντινή είχε τη Σοβιετική Ένωση σε δύσκολη θέση και έπαιζε για τη νίκη. Ο Herman Pilnik, αρχηγός της ομάδας, δέχτηκε πρόταση-πακέτο: όλες οι υπόλοιπες παρτίδες ισόπαλες. Οι Σοβιετικοί κέρδισαν άνετα κάθε επόμενο αγώνα τους.
Δύο ακόμη σημειώσεις. Ο Reshevsky έχασε κρίσιμους αγώνες, ανάμεσά τους την αναμέτρηση ΗΠΑ–ΕΣΣΔ, επειδή για θρησκευτικούς λόγους αρνιόταν να παίξει Παρασκευή βράδυ και Σάββατο πρωί. Και ο De Greiff της Κολομβίας έκανε δεκαπέντε ισοπαλίες σε μία διοργάνωση, παγκόσμιο ρεκόρ — τρεις περισσότερες από οποιονδήποτε άλλον στο Μόναχο.
Από την ίδια διοργάνωση σώζεται και η καλύτερη ανέκδοτη στιγμή της δεκαετίας. Στον αγώνα Ισπανίας–ΗΠΑ, ο Román Torán κέρδισε τον Arthur Bisguier στην τρίτη σκακιέρα. Μόλις ο Αμερικανός εγκατέλειψε, ο Torán είπε χαμογελώντας: «Χαίρομαι πολύ, είναι ωραίο δώρο για τα γενέθλιά μου». «Δεν πειράζει», απάντησε ευγενικά ο αντίπαλός του, «σήμερα τυχαίνει να έχω κι εγώ γενέθλια».
Το Μόναχο του 1958 είναι η Ολυμπιάδα που εγκαινίασε το ανεπιθύμητο φαινόμενο των γρήγορων, άνοστων ισοπαλιών — ένα πρόβλημα που θα στοίχειωνε τον θεσμό για μισό αιώνα.
Λειψία 1960: είκοσι στα είκοσι

Fischer – Tal στην πρώτη σκακιέρα, Λειψία 1960.

Ο δεκαεπτάχρονος Fischer όρθιος πάνω από άλλη σκακιέρα, Λειψία 1960.

Penrose – Euwe στην πρώτη σκακιέρα Αγγλίας-Ολλανδίας, Λειψία 1960.
Σαράντα ομάδες, 232 παίκτες, 1.600 παρτίδες, στο Ring-Messehaus της Λειψίας. Το ανατολικογερμανικό καθεστώς επένδυσε βαριά: δίπλα στην αίθουσα στήθηκε η έκθεση «Το σκάκι στα πεδία της Ιστορίας», με εκθέματα δανεισμένα από μουσεία και ιδιώτες όλου του κόσμου και μέχρι δέκα χιλιάδες θεατές την ημέρα περνούσαν από τον χώρο.
Η επιλογή της πόλης δεν ήταν ουδέτερη. Δύο χρόνια μετά τη δυτικογερμανική διοργάνωση του Μονάχου, η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας —κράτος που η μισή Δύση δεν αναγνώριζε ακόμη διπλωματικά— φιλοξενούσε σαράντα εθνικές αποστολές και τις υποδεχόταν με τιμές. Η ανατολικογερμανική ομάδα έπαιζε, όπως σημειώνει η OlimpBase, υπό βαριά πολιτική και κοινωνική πίεση και τερμάτισε ένατη, χειρότερα από το 1958 και —το χειρότερο απ' όλα για τους οικοδεσπότες— πίσω από τους δυτικούς γείτονές τους.
Οι Φιλιππίνες και ο Λίβανος έφτασαν με ελλιπείς αποστολές, και η επιτροπή —με πρόεδρο της FIDE τον Folke Rogard— τους επέτρεψε να προσθέσουν έναν επιπλέον παίκτη, παραβιάζοντας ρητά τον κανονισμό στο όνομα του Gens una sumus. Η απόφαση έγινε δεκτή χωρίς αντίρρηση από όλες τις συμμετέχουσες χώρες.
Οι Αμερικάνοι κατέβηκαν χωρίς τον Reshevsky ο οποίος δε δέχτηκε να παίξει στη δεύτερη σκακιέρα πίσω από έναν 17χρονο ακόμα και αν αυτός ήταν ο Fischer. Έτσι είχαν τον φρέσκο GM Lombardy στη δεύτερη και τους Robert Byrne, Bisguier, Rossolimo και τον μετέπειτα τραγικό Raymond Weinstein πιο κάτω. Από τις υπόλοιπες ομάδες ξεχωρίζουν οι Γιουγκοσλάβοι (Gligoric, Matanovic, Ivkov αλλά χωρίς τον Trifunovic), οι Ούγγροι (Szabo, Portisch στη δεύτερη σκακιέρα ακόμα), οι Τσεχοσλοβάκοι (με Pachman, Filip) και οι Αργεντίνοι (όπως πάντα με Najdorf, Eliskases οι οποίοι όμως έχουν αρχίσει να γερνάνε). Η πολύ κακή κατάσταση του Euwe δε βοηθούσε τους Ολλανδούς, ενώ οι Δανοί δεν είχαν για άλλη μια φορά τον Larsen. Για την ιστορία η Ελλάδα κατέβηκε με τους Αναστασόπουλο, Άνγκο, Παπαποστόλου, Παϊδούση και Καπράλο, τερμάτισε προτελευταία στον 3ο προκριματικό όμιλο και 35η στα τελικά (σε σύνολο 4ο χωρών). Ο Παϊδούσης με 13 ισοπαλίες και 7 ήττες έγινε ο σκακιστής με το υψηλότερο σκορ χωρίς νίκη σε Ολυμπιάδα.
Δύο εβδομάδες πριν την έναρξη των προκριματικών, στο δημαρχείο της πόλης, άρχιζαν οι συνεδριάσεις του 31ου ετήσιου κογκρέσου της FIDE. Ανάμεσα στα πολλά επιμέρους θέματα που συζητήθηκαν, όπως για παράδειγμα το ξεκαθάρισμα του κανονισμού σε σχέση με την τριπλή επανάληψη θέσης, ορίστηκε η τοποθεσία του επόμενου τουρνουά διεκδικητών - Curacao 1962 - ενώ η ομοσπονδία της Τυνησίας δήλωσε την πρόθεση της να φιλοξενήσει το interzonal του 1961 (τελικά το Interzonal αυτό έγινε στη Στοκχόλμη και η Τυνησία έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1967 για να διοργανώσει το δικό της). Επίσης ανακοινώθηκε η απόφαση του Botvinnik να κάνει χρήση του δικαιώματος επαναληπτικού ματς για τον παγκόσμιο τίτλο εναντίον του Tal και ορίστηκε το δίμηνο Μαρτίου-Απριλίου 1961 στη Μόσχα για τη διεξαγωγή του. Η Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία δήλωσε την πρόθεση της να διοργανώσει το τουρνουά διεκδικητών γυναικών, ενώ οι Ολλανδοί ενδιαφέρθηκαν για τη γυναικεία Ολυμπιάδα του 1961, η οποία όμως τελικά δε διεξήχθη ποτέ. Η επόμενη γυναικεία Ολυμπιάδα έγινε τελικά στο Split της Γιουγκοσλαβίας το 1963. Η Βουλγαρία ορίστηκε ως η διοργανώτρια χώρα της επόμενης Ολυμπιάδας, ενώ το Ισραήλ δήλωσε πρόθεση να διοργανώσει τη μεθεπόμενη.
Η συζήτηση πάνω σε μια καυστική επιστολή του Vidmar πάνω στο θέμα των διακοπών και τη χρήση βοηθών στην ανάλυσή τους καθώς και στο θέμα των σύντομων ισοπαλιών αναβλήθηκε για την επόμενη χρονιά για να δοθεί χρόνος στις ομοσπονδίες να σκεφτούν το ζήτημα. Τέλος απονεμήθηκαν οι τίτλοι των International GM στους Rosetto και Guimard από την Αργεντινή, στον Αμερικανό Lombardy και τον Σοβιετικό Kholmov. Διεθνείς μαιτρ έγιναν οι Bobotsov και Minev από τη Βουλγαρία, ο Χιλιανός Letelier και ο Ελβετός Bhend, ενώ Διεθνής μαιτρ Γυναικών ανακηρύχθηκε η Ρουμάνα Nicolau. Από τις υπόλοιπες ανακηρύξεις ξεχωρίζει αυτή του Kasparian - Διεθνής μαιτρ στη σύνθεση σπουδών
Βρισκόμαστε στο ζενίθ του Σοβιετικού σκακιού. Η ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτήν την Ολυμπιάδα ήταν η ισχυρότερη ομάδα που έχει παρουσιαστεί ποτέ και το χρυσό μετάλλιο ήταν δεδομένο πριν την έναρξη των αγώνων. Κατά σειρά σκακιέρων, στην πρώτη έπαιζε ο Tal, δεύτερη ο Botvinnik, στην τρίτη ο Keres, μετά ο Korchnoi και οι δύο αναπληρωματικοί(!) ήταν ο Smyslov και ο Petrosian. Δηλαδή οι 3 τελευταίοι παγκόσμιοι πρωταθλητές (Tal, Botvinnik, Smyslov), ο επόμενος (Petrosian) και οι δύο ισχυρότεροι παίκτες στην ιστορία που δεν έγιναν παγκόσμιοι πρωταθλητές, οι Keres και Korchnoi. O Keres μόλις την προηγούμενη χρονιά είχε βγει δεύτερος πίσω από τον Tal στο τουρνουά διεκδικητών, έχοντας μάλιστα και σκορ 3-1 υπέρ του στις αναμετρήσεις του μαζί του, ενώ ο Korchnoi θα άρχιζε να εμφανίζεται στους διεκδικητές από τον επόμενο κύκλο για να κάνει το peak του 18 ολόκληρα χρόνια αργότερα το 1978 μετά από θρυλικά ματς με τον Spassky και τον Karpov. Σε αυτήν την εθνική ομάδα δεν χώρεσε ούτε ο Spassky, τον οποίον έστειλαν να ηγηθεί της ομάδας της Πανεπιστημιάδας, ούτε οι Bronstein, Geller και Polugayevsky, θρυλικά ονόματα.
Στα προκριματικά ένα χαρακτηριστικό στατιστικό στοιχείο είναι το ότι όλες οι χώρες του ανατολικού μπλοκ - με την εξαίρεση της Πολωνίας που είχε πολύ δύσκολη κλήρωση στα προκριματικά και δεν είχε ακόμα συνέλθει από τον πόλεμο και τον αποδεκατισμό της σκακιστικής της κοινότητας - περάσανε στο A Γκρουπ των τελικών που απαρτίζονταν από 12 ομάδες. Για να επιτευχθεί αυτό βέβαια χρειάστηκε να προσυμφωνηθούν τα Βουλγαρία-Αν.Γερμανία 2-2 και Γιουγκοσλαβία-Αν.Γερμανία 2-2 στον 1ο προκριματικό όμιλο και να δοθεί έτσι "βαθμολογικός αέρας" και ξεκούραση στη σχετικά αδύναμη ομάδα της διοργανώτριας χώρας η οποία εκτός του Ulhmann δεν είχε να επιδείξει μεγάλα ονόματα στη σύνθεσή της. Τελικά στον όμιλο αυτό ήρθε πρώτη η Βουλγαρία που είχε 6 σταθερούς IM στη σύνθεσή της (Bobotsov, Padevsky, Neikirch, Kolarov, Minev και Milev) και την πολυτέλεια να τους εναλλάσσει χωρίς να χάνει ισχύ. Οι Γιουγκοσλάβοι έμειναν δεύτεροι ενώ πίσω από τους Ανατολικογερμανούς σπουδαία εμφάνιση έκαναν οι Νορβηγοί με παγκοσμίως άγνωστους σκακιστές (Johannessen, de Lange, Lindblom, Hoen, Svenneby, Myhre) και μαζί με Φινλανδούς και Ισραηλινούς πέρασαν στο B τελικό Γκρουπ. Ινδονησία, Γαλλία, Αλβανία και Μάλτα συμπλήρωναν τον όμιλο.
Στον δεύτερο όμιλο οι Σοβιετικοί διέλυσαν τους πάντες και σε 9 συναντήσεις πήραν 32 από τους συνολικά προσφερόμενους 36 βαθμούς, δηλαδή είχαν +28=8-0 (!!). Η Αργεντινή εύκολα κατετάγη δεύτερη 7 ολόκληρους βαθμούς πίσω ενώ η Ολλανδία (Euwe, Donner, Bouwmeester, Prins, H.Kramer, Langeweg) παρά το κακό της ξεκίνημα και το γεγονός ότι έχασε 2.5-1.5 από την Πολωνία έκανε το comeback, κέρδισε με το βαρύ 3.5-0.5 το κρίσιμο ματς με τους Αυστριακούς και προκρίθηκε τρίτη. Πολωνία, Αυστρία (με έναν εκπληκτικό Robatsch που έκανε 7/8 στον όμιλο) και Ινδία (που είχε μόνο 4 σκακιστές να παίζουν όλους τους αγώνες) πέρασαν στο Β Γκρουπ των τελικών. Πορτογαλία, Φιλιππίνες, Ιταλία και Μονακό συμπλήρωναν τον όμιλο.
Στον τρίτο όμιλο, η ομάδα της Μεγάλης Βρετανίας (Penrose, Golombek, Clarke, Haygarth, Barden, Wade) έκανε την έκπληξη και όχι μόνο προκρίθηκε αλλά τερμάτισε και πρώτη τελικά κερδίζοντας μάλιστα τους Τσεχοσλοβάκους στην πορεία με 2.5-1.5. Οι Σουηδοί (Stahlberg) έχασαν 4-0 από τους Τσεχοσλοβάκους και 3-1 από τους Ούγγρους και έτσι δεν μπορούσαν να απειλήσουν την τριάδα. Μαζί με τους Δανούς και τους Ισλανδούς περάσαν στο Β Γκρουπ. Στο Γ Γκρουπ από αυτόν όμιλο πήγαν οι ομάδες της Μογγολίας, της Τυνησίας, της Ελλάδας και της Βολιβίας. Η Ελλάδα μάζεψε μόλις 7 βαθμούς χάνοντας όλες τις επιμέρους συναντήσεις της, ακόμα και από τη Βολιβία η οποία μάζεψε 5 (3 από την Ελλάδα και 2 από όλους τους υπόλοιπους μαζί). Οι ισοπαλίες του Παϊδούση ήταν ο λόγος που απέφυγε την τελευταία θέση.
Στον 4ο όμιλο, την ισχυρή τριάδα στα χαρτιά αποτελούσαν οι ΗΠΑ, Δυτ.Γερμανία και Ισπανία. Μάλιστα δύο χρόνια πριν είχαν συμπέσει σε έναν προκριματικό όμιλο της Ολυμπιάδας του Μονάχου και είχαν περάσει εύκολα. Αυτή τη φορά όμως οι Ισπανοί (Perez, Pomar) έμειναν έξω από τους Ρουμάνους (Ghitescu, Drimer, Radovici, Mititelu, Troianescu, J.Szabo) οι οποίοι τους κράτησαν στο 2-2 στον μεταξύ τους αγώνα, κέρδισαν(!) 2.5-1.5 τους Δυτικογερμανούς (Unzicker, L.Schmid) και αποδείχτηκαν πιο αποτελεσματικοί με τις κατώτερες ομάδες. Στο Β τελικό Γκρουπ ακολούθησαν τους Ισπανούς, οι Χιλιανοί (Letelier) και Κουβανοί, ενώ τον όμιλο συμπλήρωναν οι ομάδες του Βελγίου (O'Kelly), του Εκουαδόρ (Munoz-Fischer 1-0!!!), της Ιρλανδίας και του Λιβάνου.
Και έτσι φτάνουμε στα τελικά. Σε σχέση με τους φιναλίστ του Μονάχου είχαμε τρεις αλλαγές. Στη θέση των ομάδων της Αυστρίας, της Ελβετίας και της Ισπανίας, είχαμε τώρα την Ουγγαρία, την Ολλανδία και τη Ρουμανία. Τα τελικά άρχισαν με ένα βαρύ 4-0 των Σοβιετικών επί των Βούλγαρων. Στον επόμενο γύρο σειρά είχε η Γιουγκοσλαβία με σκορ 2.5-1.5 (Petrosian-Vukcevic 1-0). Οι Γιουγκοσλάβοι κέρδισαν τους Ούγγρους στον 3ο γύρο την ίδια στιγμή που οι Ολλανδοί κόβανε 1.5 πόντο από τους Σοβιετικούς (Smyslov-Bouwmeester 1-0). Το βαρύ 3.5-0.5 από τους Σοβιετικούς (Tal-Szabo 1-0, Portisch-Botvinnik 1/2, Keres-Bilek 1-0, Kluger-Petrosian 0-1) εξοστράκισε την Ουγγαρία στην 10η θέση ενώ οι ΗΠΑ μετά τη νίκη τους επί των Γιουγκοσλάβων με 2.5-1.5 πλασαριζόντουσαν δεύτεροι, 1 μόλις πόντο πίσω από τους Σοβιετικούς και στον 5ο γύρο θα δοκίμαζαν τις δυνάμεις τους εναντίον των μεγάλων φαβορί. ΕΣΣΔ-ΗΠΑ 2.5-1.5 (Fischer-Tal 1/2, Botvinnik-Lombardy 1/2, Byrne-Korchnoi 1/2, Smyslov-Bisguier 1-0). Μετά τον 8ο γύρο όλα είχαν ξεκαθαρίσει. Σοβιετική Ένωση, ΗΠΑ και Γιουγκοσλαβία είχαν ξεφύγει πολύ από τους διώκτες τους και είχαν σχετικά εύκολο πρόγραμμα στη συνέχεια. Τελικά οι Σοβιετικοί τερμάτισαν στο +5 από τους Αμερικάνους και στο +7 από τους Γιουγκοσλάβους κερδίζοντας όλα τα επιμέρους ματς. Τέταρτοι οι Ούγγροι και ακολούθησαν Τσεχοσλοβάκοι και Βούλγαροι. Η μοναδική παρτίδα που έχασαν οι παίκτες της Σοβιετικής Ένωσης ήταν αυτή του τελευταίου γύρου μεταξύ του παγκόσμιου πρωταθλητή Mikhail Tal και του σχεδόν μόνιμου πρωταθλητή Μεγάλης Βρετανίας Roger Penrose.

ο Tal σκυμμένος στη σκακιέρα, και μπροστά του η καρτέλα «SOWJETUNION / Michael Tal / WELTMEISTER». Πίσω κόσμος και φωτογράφοι
Η παρτίδα εκείνη —Μοντέρνο Μπενόνι, ενδέκατος γύρος— παραμένει η διασημότερη αγγλική νίκη σε Ολυμπιάδα
Στο Β Γκρουπ πρώτευσαν οι Σουηδοί, ενώ στο Γ οι Φιλιππινέζοι. Η ομάδα της Ελλάδας κέρδισε 3.5-0.5 τον Λίβανο, 2.5-1.5 τη Βολιβία και το Μονακό, έφερε τιμητικά 2-2 με Αλβανία, Εκουαδόρ, Γαλλία και Βέλγιο, χάνοντας από τους υπόλοιπους σε ένα ελβετικό 11 γύρων.
Ο Σοβιετικός θρίαμβος ήταν ολοκληρωτικός. Ισοφάρισαν το ρεκόρ της Ουγγαρίας από το 1936 αφού κέρδισαν όλα τα ματς. Έχασαν μόλις μία παρτίδα (Penrose-Tal) ενώ κέρδισαν μετάλλιο ατομικής επίδοσης σε όλες τις σκακιέρες. Στην πρώτη ο Robatsch διατήρησε τη φόρμα του και στο Β τελικό γκρουπ και πήρε το χρυσό με 13.5/16. Αργυρό ο Tal (11/15) και χάλκινο ο Fischer (13/18), παρά τις δύο ήττες του (Munoz, Gligoric). Στη δεύτερη σκακιέρα εύκολα πρώτος ο Botvinnik με 10.5/13, δεύτερος ο Ισλανδός Guomundsson (11.5/16) με τρίτο τον Pomar (8.5/12). Ο Keres κέρδισε το χρυσό μετάλλιο καλύτερου αποτελέσματος στην τρίτη σκακιέρα με 10.5/13 ακολουθούμενος από τον Robert Byrne (12/15) και τον Ivkov (12/16). Ο Μογγόλος Lhamsuren Myagmarsuren και ο Ινδονήσιος Tan Hiong Liong μοιράστηκαν το χρυσό στην τέταρτη σκακιέρα με 16.5/20 αφήνοντας τρίτο τον Korchnoi (10.5/13). Στις τελευταίες δύο σκακιέρες η υπεροχή των Σοβιετικών ήταν εντυπωσιακή. Smyslov με 11.5/13 (88.5%!) και Petrosian με 12/13 (92.3%!!) πήραν με τεράστια διαφορά τα μετάλλια. Ο μελλοντικός παγκόσμιος πρωταθλητής κέρδισε και το μετάλλιο για την καλύτερη επίδοση ανάμεσα σε όλους τους συμμετέχοντες της Ολυμπιάδας.
Οι Αμερικανοί τα πήγαν πολύ καλά, ενώ οι Γιουγκοσλάβοι είχαν πρόβλημα στην τέταρτη σκακιέρα πίσω από τους 3 GM τους. Οι Ούγγροι έμειναν μακριά από τα μετάλλια κυρίως λόγω της τραγικής φόρμας του Szabo (1.5/7 στα τελικά), ενώ το μεγαλύτερο πρόβλημα των Ανατολικογερμανών ήταν το ότι τερμάτισαν πιο κάτω από τη Δυτική Γερμανία. Αυτό το "φαινόμενο" έμελλε να επαναληφθεί αρκετές φορές στις επόμενες Ολυμπιάδες μέχρι που κάποια στιγμή απαγορεύτηκε στους Ανατολικογερμανούς να συμμετέχουν στις σκακιστικές Ολυμπιάδες για να μην ντροπιάζουν τα σοσιαλιστικά ιδεώδη και έτσι περιορίστηκαν στις δισκοβόλους με μουστάκια και τα λοιπά κωμικοτραγικά. Οι Αργεντίνοι "εμιγκρέδες" άρχισαν να γερνάνε για τα καλά, ενώ οι Ολλανδοί καταδικάστηκαν από την πολύ κακή αγωνιστική κατάσταση του Max Euwe που έγινε ο πρώτος GM στην ιστορία που έκανε αρνητικό σκορ σε σκακιστική Ολυμπιάδα - +3=7−6. Οι Βρετανοί απέχουν καμιά 20αριά χρόνια ακόμα από τις καλές ομάδες που παρουσίασαν αργότερα.
Emmen 1957: η πρώτη γυναικεία Ολυμπιάδα

Άφιξη στο Emmen, Αύγουστος 1957. Κατά το ολλανδικό αρχείο, η Kira Zvorykina αριστερά και η παγκόσμια πρωταθλήτρια Olga Rubtsova δεξιά.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1957, στην αίθουσα του συλλόγου του εργοστασίου Danlon, στο Emmen της Ολλανδίας, ξεκίνησε η πρώτη Γυναικεία Σκακιστική Ολυμπιάδα.
Το πλαίσιο ήταν λιτό ως το όριο του αστείου: δύο σκακιέρες ανά ομάδα, χωρίς κανέναν αναπληρωματικό. Κάθε χώρα εκπροσωπούνταν, κυριολεκτικά, από δύο γυναίκες. Δήλωσαν είκοσι δύο έθνη, η Χιλή δεν εμφανίστηκε και οι υπόλοιπες είκοσι μία μοιράστηκαν σε τρεις προκριματικούς ομίλους. Σαράντα τρεις παίκτριες συνολικά, 258 παρτίδες.
Στον τελικό των εννέα προκρίθηκαν η ΕΣΣΔ, η Ρουμανία και η Ολλανδία από τον πρώτο όμιλο, η Ανατολική Γερμανία, η Βουλγαρία και η Ουγγαρία από τον δεύτερο, και η Γιουγκοσλαβία, η Δυτική Γερμανία και η Αγγλία από τον τρίτο.
Η Σοβιετική Ένωση κέρδισε, μπροστά από τη Ρουμανία και την Ανατολική Γερμανία.
Την καλύτερη περιγραφή την έχει αφήσει μια από τις παίκτριες. Η Αγγλίδα Eileen Tranmer, γράφοντας στο British Chess Magazine τον Νοέμβριο του 1957, σημείωσε ότι το πιο εντυπωσιακό ήταν η γενική άνοδος του επιπέδου: όλοι περίμεναν καλές επιδόσεις από τη Σοβιετική Ένωση, την Ανατολική Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία, αλλά υπέθεταν ότι οι μικρότερες χώρες θα ήταν εύκολα θύματα — και δεν ήταν. Είχε εμφανιστεί, γράφει, «ένας εντελώς νέος τύπος γυναίκας παίκτριας, πολύ νέας και πρόθυμης», με εξάσκηση στην ταχύτητα και στην ανάλυση φινάλε. «Εκεί που η μέση παίκτρια έψαχνε παλιά μια καλή κίνηση, τώρα ψάχνει μια καλή ιδέα.»
Η ίδια η Tranmer περιγράφει και το πρακτικό κόστος αυτού του φορμάτ: με δύο μόνο παίκτριες και χωρίς αναπληρωματικές, καμία δεν μπορούσε να ξεκουραστεί. Στην τελευταία εβδομάδα βρέθηκε με τέσσερις από τις πέντε παρτίδες της σε διακοπή, πράγμα που σήμαινε παιχνίδι από τις 10 το πρωί ως τις 10:30 το βράδυ σχεδόν καθημερινά, «για να μην πούμε τίποτα για την ανάλυση που κρατούσε μέχρι αργά τη νύχτα». Η συμπαίκτριά της Elaine Pritchard πάλευε ταυτόχρονα με γρίπη και από δύο κερδισμένες θέσεις έβγαλε μισό βαθμό· χωρίς αυτό, γράφει η Tranmer, θα είχε πάρει εκείνη το βραβείο της πρώτης σκακιέρας. Η Αγγλία τερμάτισε έβδομη.
Η Olga Rubtsova, παγκόσμια πρωταθλήτρια εκείνη τη στιγμή, έπαιξε κάτω από τις δυνατότητές της — «ίσως ανασχεθείσα από τις ευθύνες της», γράφει η Tranmer. Το ισχυρότερο σκάκι το έπαιξε η Kira Zvorykina, ενώ το βραβείο καλύτερης πρώτης σκακιέρας πήγε στην Ανατολικογερμανίδα Edith Keller-Hermann, η οποία έχασε μόνο από τη Rubtsova. Στην αίθουσα βρισκόταν και η Chaudé de Silans, επτά χρόνια μετά το Ντουμπρόβνικ.
Η τελετή έναρξης έδωσε και το καλύτερο αστείο της διοργάνωσης, χωρίς να το επιδιώξει. Ο δήμαρχος του Emmen επισήμανε στην ομιλία του ότι το ολλανδικό ρήμα schaken σημαίνει ταυτόχρονα «παίζω σκάκι» και «απάγω», και εξήγησε ότι οι Ολλανδοί των παλιότερων εποχών ήταν αρκετά ζωηροί ώστε η απαγωγή να αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς τους όσο το σκάκι σήμερα. «Δυστυχώς»(sic), πρόσθεσε, «αυτό δεν ισχύει πια.» Η Αγγλίδα Beth Cassidy, που κατέγραψε το περιστατικό, σημείωσε ότι δεν κατάφερε να αποφασίσει αν επρόκειτο για γλωσσικό ολίσθημα ή για ειλικρινή νοσταλγία.
Στο Emmen εμφανίστηκαν επίσης, για πρώτη φορά στην εμπειρία πολλών από τις παίκτριες, πίνακες επίδειξης στην αίθουσα — μια καινοτομία που, όπως παρατήρησε η Cassidy, επέτρεπε να αξιολογήσεις μια θέση ταχύτερα από ό,τι πάνω στην ίδια τη σκακιέρα.

Η Δανέζα Ingrid Larsen σκέφτεται πάνω από τη σκακιέρα, με θεατές όρθιους πίσω της - 20 Σεπτεμβρίου 1957
Η γυναικεία Ολυμπιάδα του 1961, που είχε προγραμματιστεί επίσης για το Emmen, ακυρώθηκε επειδή ορισμένες ανατολικοευρωπαϊκές ομάδες δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν βίζα — η πρώτη φορά που ο Ψυχρός Πόλεμος ακύρωσε ολόκληρη ολυμπιακή διοργάνωση. Η επόμενη έγινε στο Σπλιτ το 1963 και έκτοτε η γυναικεία Ολυμπιάδα δεν σταμάτησε ποτέ.
Τι σήμαινε η σοβιετική κυριαρχία

Η σοβιετική ομάδα στην απονομή του Άμστερνταμ, 1954.
Σε δέκα χρόνια ο θεσμός μεγάλωσε από δεκαέξι ομάδες σε σαράντα, και από 480 παρτίδες σε 1.600. Οι Ολυμπιάδες έπαψαν να είναι συνάντηση της κεντρικής Ευρώπης και έγιναν παγκόσμιες: Μογγολία, Ινδονησία, Ινδία, Ιράν, Πουέρτο Ρίκο, Τυνησία, Νότια Αφρική, Λίβανος.
Ταυτόχρονα, το ερώτημα «ποιος κερδίζει» έπαψε να υπάρχει. Από το 1952 ως το 1990 η Σοβιετική Ένωση θα έχανε τον τίτλο δύο μόνο φορές — τη μία επειδή δεν πήγε — αλλά αυτό είναι θέμα του πέμπτου μέρους.
Η κυριαρχία αυτή δεν στηρίχθηκε ποτέ σε έναν άνθρωπο. Στη Λειψία, οι δύο καλύτερες σοβιετικές επιδόσεις ανήκαν στους δύο αναπληρωματικούς, τον Petrosian και τον Smyslov — έναν μελλοντικό και έναν πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή, τοποθετημένους στις σκακιέρες πέντε και έξι. Καμία άλλη χώρα δεν μπορούσε να απαντήσει σε αυτό. Οι αντίπαλοι έβγαζαν δυο-τρεις καλούς παίκτες· η ΕΣΣΔ έβγαζε έξι παίκτες που θα μπορούσαν να είναι παγκόσμιοι πρωταθλητές.
Έμεινε λοιπόν το δεύτερο βραβείο και αποδείχθηκε αρκετά ενδιαφέρον. Η Γιουγκοσλαβία ανέβηκε στο βάθρο σε κάθε μία από τις έξι διοργανώσεις αυτού του κειμένου, η Αργεντινή έφθινε καθώς οι μετανάστες του 1939 γερνούσαν, η Ουγγαρία ανέβαινε και κατέρρεε εναλλάξ —χάλκινη στη Μόσχα, εκτός τελικού Α στο Μόναχο— και η Δυτική Γερμανία σταθεροποιήθηκε γύρω από τον Unzicker.
Υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση αυτής της δεκαετίας, λιγότερο ευχάριστη. Οι ίδιοι οι κανονισμοί που έκαναν τη διοργάνωση δικαιότερη —η κατάργηση των διπλών γύρων, οι δύο αναπληρωματικοί, τα μεγάλα τελικά τμήματα— μείωσαν ταυτόχρονα τον ρόλο της τύχης και η μείωση της τύχης ευνοεί πάντα τον ισχυρότερο. Την ίδια στιγμή, όπως σημειώνει η OlimpBase για το Μόναχο του 1958, άρχισε να εξαπλώνεται η γρήγορη, άχρωμη ισοπαλία ως εργαλείο διαχείρισης βαθμολογίας. Οι δεκαπέντε ισοπαλίες του De Greiff και το πακέτο που δέχτηκε ο Pilnik απέναντι στη Σοβιετική Ένωση δεν είναι ανέκδοτα· είναι συμπτώματα.
Και μέσα σε όλα αυτά, το 1960 εμφανίστηκε στην πρώτη σκακιέρα των ΗΠΑ ένα παιδί.
Αποδόσεις εικόνων
- Το σετ του Ντουμπρόβνικ — σύγχρονο αντίγραφο, φωτογραφία Biologist-One, CC BY-SA 4.0 (Commons)
- Φινλανδικό γραμματόσημο, 1952 — public domain (Commons)
- Héctor Decio Rossetto · Colección familiar · CC BY-SA 3.0
- Paul Keres, Άμστερνταμ 1954 — Daan Noske / Anefo, CC0 (Commons)
- Eero Böök shakkimestari · Otso (;) Pietinen · CC BY 4.0
- Aanvang schaaktoernooi Amsterdam, Bestanddeelnr 906-6987 · Wim van Rossem για Anefo · CC0 · 4 Σεπτεμβρίου 1954
- Schaakolympiade Amsterdam, Bestanddeelnr 906-7347 · Daan Noske / Anefo · CC0 · 22 Σεπτεμβρίου 1954
- Svetozar Gligorić 1966 · Eric Koch για Anefo · CC BY-SA 3.0 nl
- Η απονομή του κυπέλλου Hamilton-Russell, 1954 — Joop van Bilsen / Anefo, CC0 (Commons)
- Η αίθουσα της Μόσχας, 1956 — Β. Ιγκνάτοβιτς, Главархив Москвы, CC BY 4.0 (Commons)
- Mikhail Tal Leipzig 1960 · Ulrich Kohls, Bundesarchiv Bild 183-76052 · CC BY-SA 3.0 de · Οκτώβριος 1960
- Η σοβιετική ομάδα, Άμστερνταμ 1954 — Joop van Bilsen / Anefo, CC0 (Commons)
- Ο Fischer στη Λειψία, 1960 — Bundesarchiv Bild 183-76052-0053, Ulrich Kohls, CC BY-SA 3.0 de (Commons)
- Tal – Fischer, Λειψία 1960 — Bundesarchiv Bild 183-76052-0335, Ulrich Kohls, CC BY-SA 3.0 de (Commonsgegen_Fischer(USA).jpg))
- Penrose – Euwe, Λειψία 1960 — Dguendel, CC BY 3.0 (Commons)
- Άφιξη στο Emmen, 1957 — Wim van Rossem / Anefo, CC BY-SA 3.0 nl (Commons)
- IngridLarsen1957 · Polygoon-journaal · CC BY-SA 3.0 · 20 Σεπτεμβρίου 1957
Πηγές
- OlimpBase — 9th Chess Olympiad, Dubrovnik 1950
- OlimpBase — Dubrovnik 1950, Greece
- OlimpBase — 10th Chess Olympiad, Helsinki 1952
- OlimpBase — 11th Chess Olympiad, Amsterdam 1954
- OlimpBase — 12th Chess Olympiad, Moscow 1956
- OlimpBase — 13th Chess Olympiad, Munich 1958
- OlimpBase — 14th Chess Olympiad, Leipzig 1960
- OlimpBase — 1st Women's Chess Olympiad, Emmen 1957
- OlimpBase — Women's Chess Olympiads summary
- Beth Cassidy, «Danger! Women at work!», ανταπόκριση από το Emmen (αναδημοσίευση στην OlimpBase)
- Eileen Tranmer, ανταπόκριση από το Emmen, British Chess Magazine, Νοέμβριος 1957 (αναδημοσίευση στην OlimpBase)