Οι Ολυμπιάδες του μεσοπολέμου, 1924–1937
L'Échiquier via https://www.kwabc.org/
Μέρος Α΄ ενός αφιερώματος εννέα μερών στην ιστορία των Σκακιστικών Ολυμπιάδων. Σε αυτό το μέρος: Παρίσι 1924, Βουδαπέστη 1926, Λονδίνο 1927, Χάγη 1928, Αμβούργο 1930, Πράγα 1931, Folkestone 1933, Βαρσοβία 1935, Στοκχόλμη 1937.
Υπάρχει μια εύκολη αφήγηση για τις πρώτες Σκακιστικές Ολυμπιάδες: ότι ήταν μικρές, ερασιτεχνικές, γοητευτικά ατελείς και ότι ο θεσμός βρήκε τον εαυτό του μετά τον πόλεμο. Η αφήγηση αυτή είναι λάθος σε ένα ουσιώδες σημείο. Οι Ολυμπιάδες του μεσοπολέμου δεν ήταν πρόβα. Ήταν το εργαστήριο όπου δοκιμάστηκε — και συχνά απέτυχε — κάθε ιδέα για το τι μπορεί να σημαίνει ομαδικό σκάκι: ποιος δικαιούται να παίξει, με ποια σειρά, για ποια χώρα και τι ακριβώς βαθμολογείται στο τέλος.
Οι απαντήσεις που δόθηκαν τότε ισχύουν ακόμη. Το κύπελλο που σηκώθηκε το 1927 σηκώνεται και σήμερα. Και τα λάθη που έγιναν τότε ήταν αρκετά μεγάλα ώστε να μην επαναληφθούν.
Παρίσι 1924: η ομαδική διοργάνωση που δεν ήταν ομαδική

Ο Alexander Alekhine σε σιμουλτανέ στο Βερολίνο, Σεπτέμβριος 1930. Στο Παρίσι το 1924 δεν έπαιξε — διηύθυνε το τουρνουά, τρία χρόνια πριν πάρει το παγκόσμιο στέμμα.
Η αρχή έγινε σε ένα ξενοδοχείο του Παρισιού, το Majestic, από τις 12 έως τις 20 Ιουλίου 1924, παράλληλα με τους 8ους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Επικεφαλής της οργανωτικής επιτροπής ήταν ο Γάλλος Pierre Vincent και διευθυντής του τουρνουά ένας άνθρωπος που θα κέρδιζε το παγκόσμιο στέμμα τρία χρόνια αργότερα: ο Alexander Alekhine.
Δεκαοκτώ χώρες, πενήντα τέσσερις παίκτες. Και ένα φορμάτ που σήμερα μοιάζει με αίνιγμα και θυμίζει στον παραλογισμό του ποδοσφαιρική διοργάνωση λατινοαμερικάνικης χώρας. Οι παίκτες χωρίστηκαν σε εννέα ομίλους των έξι, ο νικητής κάθε ομίλου προκρινόταν σε έναν τελικό γύρο-πουλ εννέα ατόμων, και όλοι οι υπόλοιποι έπαιζαν ένα ελβετικό παρηγορητικό οκτώ γύρων στο οποίο μεταφέρονταν οι βαθμοί των προκριματικών. Ο Ολλανδός Van Linschooten αποσύρθηκε οικειοθελώς για να βγαίνει η διαίρεση — μια χειρονομία που λέει πολλά για το πνεύμα της εποχής.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι δεν υπήρχαν ομάδες. Υπήρχαν άτομα και η κατάταξη των εθνών προέκυπτε αθροίζοντας τους βαθμούς των παικτών κάθε χώρας και στις δύο φάσεις. Οι περισσότερες αποστολές είχαν λιγότερους από τέσσερις παίκτες. Συμπατριώτες κληρώνονταν μεταξύ τους. Και επειδή ίσχυε η απαγόρευση των επαγγελματιών που είχε επιβάλει η ΔΟΕ, οι κορυφαίοι του κόσμου απουσίαζαν εξ ορισμού - ο νικητής του ατομικού άλλωστε στο τέλος στεφόταν «Ερασιτέχνης Παγκόσμιος Πρωταθλητής».
Στα προκριματικά μόνο δύο άνθρωποι πέρασαν με πέντε νίκες στις πέντε παρτίδες: ο Λετονός Fricis Apšenieks και ο Φινλανδός Tschepurnoff. Η Τσεχοσλοβακία, η Γαλλία και η Πολωνία δεν πέρασαν κανέναν παίκτη στο τελικό πουλ. Εκεί, ο Ισπανός Golmayo ξεκίνησε με 2½/3, μετά πήραν τα ηνία ο Max Euwe και ο Tschepurnoff και μετά τον έκτο γύρο τρεις άνθρωποι ισοβαθμούσαν στην κορυφή με 3½. Οι δύο πρωτοπόροι κατέρρευσαν στο φινάλε· οι δύο Λετονοί έκαναν το αντίθετο.
Ο τίτλος πήγε στον Hermanis Matisons, μπροστά από τον Apšenieks και τον Βέλγο Edgard Colle — ο οποίος θα είχε ισοφαρίσει τους δύο Λετονούς αν κέρδιζε τον Matisons στον τελευταίο γύρο, αλλά έμεινε στην ισοπαλία. Ο πρωταθλητής πήρε χρυσό μετάλλιο, ο δεύτερος και ο τρίτος επάργυρα και όλοι οι υπόλοιποι φιναλίστ χάλκινα.
Στο "παρηγορητικό" τουρνουά, όπου κρίθηκε στην πραγματικότητα η ομαδική κατάταξη, ο Ιταλός Romi —που είχε χάσει την πρόκριση οριακά — δυσκολεύτηκε, ο Λετονός Bētiņš ανέβηκε εντυπωσιακά μετά το κακό του ξεκίνημα και ο Φινλανδός Malmberg έκανε ισοπαλίες και τις οκτώ παρτίδες του.
Η ομαδική κατάταξη όμως παρήγαγε ένα αποτέλεσμα που αξίζει να μείνει στην ιστορία για την καθαρή του παραδοξότητα: κέρδισε η Τσεχοσλοβακία. Όχι επειδή ήταν η ισχυρότερη, αλλά επειδή κανένας παίκτης της δεν προκρίθηκε στον τελικό, με αποτέλεσμα και οι τέσσερις να παίξουν στο παρηγορητικό απέναντι σε αδύναμους αντιπάλους και να μαζέψουν βαθμούς κατά βούληση. Ο Karel Hromádka κέρδισε άνετα τελικά το κάτω τουρνουά. Η αποτυχία, στο σύστημα του 1924, ανταμειβόταν.
Στις 20 Ιουλίου, την τελευταία μέρα των αγώνων, ιδρύθηκε στο Παρίσι η FIDE. Το τουρνουά που τη γέννησε δεν αναγνωρίζεται ως επίσημη Ολυμπιάδα — ούτε επειδή δεν το διοργάνωσε η FIDE (δεν υπήρχε ακόμη), ούτε μόνο λόγω του φορμάτ, αλλά επειδή απλούστατα δεν ήταν ομαδικός αγώνας. Η Γερμανία και η Αυστρία δεν είχαν κληθεί· ήταν πολύ νωρίς μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο. Η Σοβιετική Ένωση απουσίαζε, αλλά δύο εξόριστοι αγωνίστηκαν ως «Ρώσοι».
Βουδαπέστη 1926: τέσσερις ομάδες
Δύο χρόνια αργότερα, στο συνέδριο της FIDE στη Βουδαπέστη, έγινε η πρώτη σωστή απόπειρα. Έξι ομάδες δήλωσαν συμμετοχή. Ήρθαν τέσσερις, καθώς η Αυστρία και η Τσεχοσλοβακία αποσύρθηκαν πριν την έναρξη.
Δεκαεννιά παίκτες, είκοσι τέσσερις παρτίδες συνολικά. Η Ουγγαρία κέρδισε με 9 βαθμούς, μπροστά από τη Γιουγκοσλαβία (8), τη Ρουμανία (5) και μια εξαιρετικά αδύναμη Γερμανία (2), η οποία δεν κέρδισε ούτε μία παρτίδα σε δώδεκα. Στη γιουγκοσλαβική ομάδα αγωνιζόταν ο Stevan Ćirić, τότε υπουργός Παιδείας και πρόεδρος της Βουλής της Γιουγκοσλαβίας — ένα ιστορικό προοίμιο του γεγονότος πως ο ίδιος ο Τίτο ήταν σκακιστής δυναμικότητας γύρω στο 1600 ενώ είχε και Υπουργό Υποψήφιο Μαιτρ.
Το μέγεθος ήταν εμβρυακό και γι' αυτό η διοργάνωση δεν προσμετρήθηκε ποτέ ως επίσημη Ολυμπιάδα. Παραμένει όμως, κατά την OlimpBase, το πρώτο διεθνές ομαδικό τουρνουά που παίχτηκε με σύγχρονους όρους - σταθερές τετραμελείς ομάδες, κάθε παίκτης εκπρόσωπος της χώρας του, όλοι εναντίον όλων.
Στα παράλληλα ατομικά τουρνουά, ο Ernst Grünfeld και ο νεαρός Ιταλός Mario Monticelli μοιράστηκαν την πρώτη θέση στο τουρνουά που ονομάστηκε «FIDE Masters». Στο γυναικείο τουρνουά νίκησε η Βρετανίδα Mrs Holloway — ένα όνομα που σχεδόν κανείς δεν θυμάται και το οποίο προηγείται κατά έναν χρόνο εκείνου που θα κυριαρχούσε για δύο δεκαετίες.
Πριν κλείσει το συνέδριο ανακοινώθηκε ότι ο Frederick Gustavus Hamilton-Russell δώριζε κύπελλο για το διεθνές ομαδικό τουρνουά που θα γινόταν την επόμενη χρονιά στο Λονδίνο.
Λονδίνο 1927: το κύπελλο, το «Λευκό Άλογο» και οι Δανοί

Ο Géza Maróczy, ο άνθρωπος γύρω από τον οποίο χτίστηκε η ουγγρική ομάδα των πρώτων Ολυμπιάδων. Αχρονολόγητο αρνητικό του Bain News Service.
Από τις 18 έως τις 30 Ιουλίου 1927, στο Westminster Central Hall, δεκαέξι ομάδες και εβδομήντα παίκτες έπαιξαν 480 παρτίδες. Οι εβδομήντα παραμένουν ο μικρότερος αριθμός συμμετεχόντων σε ολόκληρη την ιστορία του θεσμού -αφού δεν μετράμε τις προαναφερθείσες διοργανώσεις ως επίσημες.
Η λέξη «Ολυμπιάδα» δεν χρησιμοποιούνταν επίσημα — θα καθιερωνόταν μόλις το 1952. Το γεγονός λεγόταν «Tournament of Nations». Και σκεπάστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από τον αγώνα τίτλου José Raúl Capablanca–Alekhine, που παιζόταν εκείνες ακριβώς τις εβδομάδες στο Buenos Aires.
Οι συνθήκες ήταν βάναυσες: δεκαπέντε γύροι σε έντεκα μέρες, χωρίς παιχνίδι την Κυριακή, πράγμα που σήμαινε ότι σε τέσσερις μέρες παιζόταν επιπλέον γύρος στις 9:30 το πρωί, με τις διακοπείσες να ολοκληρώνονται το επόμενο πρωί. Δεν υπήρχε υποχρεωτική σειρά σκακιερών και οι ομάδες εκμεταλλεύτηκαν το κενό κανόνων με φαντασία. Άλλες περιστρέφονταν, άλλες κρατούσαν τον αναπληρωματικό για έκτακτη ανάγκη, άλλες «θυσίαζαν» έναν αδύναμο παίκτη στην πρώτη σκακιέρα για να ευνοηθούν οι υπόλοιποι.
Ο Ούγγρος Kornél Havasi έπαιξε και τις οκτώ παρτίδες του με τα λευκά. Δεν ήταν σύμπτωση· οι Ούγγροι αρχηγοί τον τοποθετούσαν συστηματικά έτσι και ο Havasi κέρδισε το παρατσούκλι «Το Λευκό Άλογο». Στον δεύτερο γύρο, πρωινή συνεδρία, ο Frederick Yates δεν εμφανίστηκε· ο Spencer ρίχτηκε αναπληρωματικός με δέκα λεπτά προειδοποίηση, νόμισε ότι έπρεπε να παίξει 20 κινήσεις σε 10 λεπτά (!) ενώ ο έλεγχος ήταν 30 σε 40 λεπτά, και έκανε γκάφα στην 19η.
Η Ουγγαρία του Géza Maróczy πήρε το χρυσό. Την έκπληξη όμως την έκανε η Δανία, που ήρθε χωρίς αναπληρωματικό, με άγνωστους παίκτες και τερμάτισε δεύτερη — με το καλύτερο ρεκόρ βαθμών αγώνα από όλους, καλύτερο και από των νικητών (23). Τρεις γύρους πριν το τέλος οι Δανοί συνέτριψαν την Τσεχοσλοβακία 3½–½ ενώ οι Ούγγροι κόλλησαν στη Φινλανδία και ισοφάρισαν στην κορυφή. Στον τελευταίο γύρο έχασαν την ψυχραιμία τους: ηττήθηκαν στην πρώτη και στην τελευταία σκακιέρα. Ο Holger Norman-Hansen ισοβάθμησε με τον Sir George Thomas στην καλύτερη ατομική επίδοση (12/15).
Το χάλκινο πήγε στους οικοδεσπότες χάρη στον Yates, που κέρδισε τον ηλικιωμένο Jacques Mieses. Η ομάδα ήταν καταχωρημένη ως «Βρετανική Αυτοκρατορία» αν και όλοι οι παίκτες ήταν Άγγλοι· ομάδα με το όνομα Αγγλία δεν υπήρξε πριν το 1937, παρότι η Σκωτία εμφανίστηκε ήδη από το 1933.
Ο Maróczy ήταν ο πρώτος που σήκωσε το κύπελλο Hamilton-Russell. Η Ουγγαρία το παρέδωσε το 1930 και το ξαναπήρε το 1978 — σαράντα οκτώ χρόνια αργότερα, στην μεγαλύτερη έκπληξη της ιστορίας του ομαδικού σκακιού.
Χάγη 1928: η Ολυμπιάδα των "Ερασιτεχνών"

Η ουγγρική ομάδα στη Χάγη, 1928. Όρθιοι: Vajda, Endre Steiner, Dezső Szabó. Καθιστοί: Havasi, ο αρχηγός Bartos και ο Géza Nagy.
Η δεύτερη επίσημη Ολυμπιάδα, 21 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1928, είναι η μόνη επίσημη με άμεση σύνδεση με τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες (του Άμστερνταμ) και η μόνη της επίσημης αρίθμησης στην οποία ίσχυσε η απαγόρευση των επαγγελματιών.
Η απαγόρευση ήταν βρετανική εμμονή. Το συνέδριο της FIDE του 1927 υποχώρησε στην πίεση των Βρετανών αντιπροσώπων, αλλά άφησε τον ορισμό του «ερασιτέχνη» στις εθνικές ομοσπονδίες. Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο: κάθε χώρα αποφάσισε διαφορετικά. Οι Βρετανοί υποψιάστηκαν ότι οι Αμερικανοί έστελναν επαγγελματίες — είχαν ήδη κακή σχέση, καθώς η αμερικανική αίτηση για το Λονδίνο 1927 είχε απορριφθεί για τυπικούς λόγους — και η βρετανική ομάδα αποσύρθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Το συνέδριο της FIDE που συνεδρίαζε στη Χάγη κατά τη διάρκεια της Ολυμπιάδας κατάργησε την απαγόρευση. Ήταν αργά· οι περισσότερες ομάδες είχαν ήδη στείλει ερασιτέχνες και νεαρούς.
Το ατομικό Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ερασιτεχνών έγινε αυτή τη φορά χωριστά, χωρίς να προσμετρείται στο ομαδικό. Το κέρδισε ο νεαρός Euwe, με 7½/8 στο πρώτο μισό, παρά την ήττα του από τον Πολωνό Dawid Przepiórka στον δέκατο γύρο. Ο Matisons τερμάτισε τρίτος και έχασε τον τίτλο του. Τέταρτος ισοβάθμησε ο Αμερικανός Norman Whitaker — τον οποίο η OlimpBase περιγράφει αξέχαστα ως «σκακιστή επιπέδου μετρ και υπεξαιρέτη επιπέδου γκρανμαίτρ, που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή».
Στο ομαδικό, η Τσεχοσλοβακία κράτησε την κορυφή για μερικές μέρες και η Δανία —χωρίς αναπληρωματικό, όπως πάντα— κράτησε τον ρυθμό. Ο δέκατος γύρος ήταν καθοριστικός: οι Ούγγροι διέλυσαν τους Ολλανδούς παραχωρώντας μία μόνο ισοπαλία, ενώ οι Τσεχοσλοβάκοι έχασαν 1–3 από μια ωχρή Γερμανία που βρισκόταν στην προτελευταία θέση. Από εκεί και πέρα η Ουγγαρία είχε εύκολο πρόγραμμα και υπερασπίστηκε τον τίτλο της άνετα. Οι ΗΠΑ εξασφάλισαν τη δεύτερη θέση κερδίζοντας τους Δανούς, και το χάλκινο κρίθηκε στην τελευταία μέρα: η Πολωνία νίκησε τη Ρουμανία, η Αυστρία έμεινε στην ισοπαλία με τη Γερμανία.
Η δύναμη της ουγγρικής ομάδας ήταν ότι δεν είχε αδύναμο κρίκο — ο Maróczy απουσίαζε και δεν υπήρξε ξεκάθαρος αρχηγός. Ο εικοσιδυάχρονος Isaac Kashdan έκανε 13/15 και οδήγησε τις ΗΠΑ, ενώ ο έμπειρος Teodor Regedziński ήταν το σταθερό σημείο των Πολωνών. Ο Γερμανός Wagner δεν έχασε καμία από τις δεκαέξι παρτίδες του (+3 =13). Ο Norman-Hansen, ο ήρωας του Λονδίνου, έπεσε στο 40%.
Δύο λεπτομέρειες από τη Χάγη αξίζουν αναφοράς. Ο Milton Hanauer των ΗΠΑ έκανε 3/9 — η χειρότερη ατομική επίδοση μέλους μεταλλιούχου ομάδας σε όλη την ιστορία των Ολυμπιάδων. Και ο Αργεντινός Carlos Maderna, μετά από 0/4, «θυσιάστηκε» από τον αρχηγό του σε ανώτερες σκακιέρες για να ανακουφιστούν οι υπόλοιποι — οπότε μεταμορφώθηκε, έκανε 5½/7 και κέρδισε, μεταξύ άλλων, τους Apšenieks, Makarczyk, Koltanowski και Gideon Ståhlberg.
Αμβούργο 1930: το τελευταίο μεγάλο καλοκαίρι του Rubinstein

Ο Akiba Rubinstein. Στο Αμβούργο ήταν σαρανταεννιά ετών και έκανε 15/17.
Η άρση της απαγόρευσης άλλαξε τα πάντα. Στο Αμβούργο, 13–27 Ιουλίου 1930, στα εκατοντάχρονα του σκακιστικού συλλόγου της πόλης, δεκαοκτώ ομάδες παρέταξαν σχεδόν όλους τους κορυφαίους. Η Γαλλία έφερε τον παγκόσμιο πρωταθλητή Alekhine στην πρώτη σκακιέρα.
Και όμως ο άνθρωπος της διοργάνωσης ήταν ένας σαρανταεννιάχρονος που είχε περάσει το απόγειό του σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα. Ο Akiba Rubinstein έκανε 15/17 — 88,2% — σε μια από τις πιο αξιομνημόνευτες εμφανίσεις που έχει δει ο θεσμός και οδήγησε την Πολωνία στο πρώτο της χρυσό. Δίπλα του, στη δεύτερη σκακιέρα, ο Ksawery [Savielli] Tartakower: δεν ήταν Πολωνός, δεν είχε ζήσει ποτέ στην Πολωνία και δεν μιλούσε πολωνικά.
Ο νεαρός Salo Flohr κέρδισε 14 παρτίδες, ρεκόρ που άντεξε για χρόνια και παρέμεινε η κορυφαία προπολεμική επίδοση αυτού του είδους. Ο δεκαεπτάχρονος Erich Eliskases εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο προσκήνιο. Και στην πρώτη σκακιέρα της Βρετανίας καθόταν ο Sultan Khan.
Ο αγώνας ήταν ο πιο αμφίρροπος της περιόδου: εννέα διαφορετικές ομάδες βρέθηκαν στην κορυφή σε κάποια στιγμή και κάθε ομάδα έχασε τουλάχιστον δύο αγώνες.
Το σοκ ήρθε αμέσως: ο Rubinstein κέρδισε εύκολα τον Maróczy και η Πολωνία διέλυσε την Ουγγαρία στον πρώτο κιόλας γύρο. Στον τέταρτο γύρο πρωτοπόρος ήταν —για λίγο— η Ρουμανία. Στα μισά της διαδρομής η Πολωνία είχε 23 βαθμούς με την Ολλανδία να ακολουθεί, και στον ένατο γύρο οι Ολλανδοί πέρασαν μπροστά χάρη στον Noteboom, που κέρδισε τον Frydman στην κρίσιμη παρτίδα του αγώνα. Η πίεση όμως τους διέλυσε και έχασαν στον επόμενο γύρο από τους Λιθουανούς.
Έπειτα ήρθε ο πιο απρόσμενος γύρος της διοργάνωσης: η Αυστρία, πολύ πίσω από την τετράδα, διέλυσε 4–0 τις ΗΠΑ κερδίζοντας και τις τέσσερις παρτίδες, βρέθηκε ξαφνικά δεύτερη και έμοιαζε φαβορί για τον τίτλο. Στον επόμενο γύρο έχασε δύο ολόκληρους βαθμούς από τη Ρουμανία και εξαφανίστηκε. Στον τελευταίο γύρο η Ουγγαρία ρίσκαρε απέναντι στους Ολλανδούς, έχασε, και η Πολωνία πήρε το χρυσό νικώντας τη Φινλανδία 3½–½. Η Ολλανδία νίκησε και τις τρεις μεταλλιούχες ομάδες αλλά έχανε συστηματικά από τις αδύναμες.
Δύο στατιστικά κλείνουν την εικόνα: κάθε παίκτης της διοργάνωσης πήρε τουλάχιστον μισό βαθμό και μόνο δύο άνθρωποι δεν έκαναν καμία ισοπαλία — ο Alekhine και ο Λιθουανός Abramavičius. Ο Havasi, πιστός στον εαυτό του, έπαιξε 13 από τις 14 παρτίδες του με τα λευκά· ο συμπαίκτης του Endre Steiner ανέλαβε το αντίστροφο βάρος, 12 στις 14 με τα μαύρα και έκανε 68%.
Το συνέδριο της FIDE που συνεδρίαζε παράλληλα αποφάσισε ότι από το 1931 η σειρά των σκακιερών θα ήταν σταθερή. Η εποχή του αυτοσχεδιασμού τελείωνε.
Πράγα 1931: η Ολυμπιάδα όπου κανείς δεν έμεινε αήττητος

Η Vera Menchik -αριστερά- με την Agnes Stevenson στην Πράγα του 1931, όπου το γυναικείο παγκόσμιο πρωτάθλημα έτρεχε παράλληλα με την Ολυμπιάδα.
Δεκαεννιά ομάδες στην αίθουσα του καφενείου U Nováků, 11–26 Ιουλίου 1931. Πρώτη Ολυμπιάδα με σταθερή σειρά σκακιερών και πρώτος τίτλος για τις ΗΠΑ — ο πρώτος από τέσσερις συνεχόμενους που θα καθόριζαν τη δεκαετία.
Αίσθηση όμως έκανε και η Λετονία. Ο Matisons, ο Apšenieks και ο νεαρός Vladimirs Petrovs βρέθηκαν στην κορυφή μετά τον 9ο γύρο, διέλυσαν την Πολωνία στον 11ο — με τον Matisons να κερδίζει τον Rubinstein — και έφτασαν στους 33 βαθμούς με σαφές προβάδισμα. Ύστερα ήρθε η ελεύθερη μέρα και μετά από αυτήν έχασαν από την ξεγραμμένη Ουγγαρία και από την Τσεχοσλοβακία.
Στον τελευταίο γύρο η Πολωνία χρειαζόταν μια μικρή νίκη επί των ΗΠΑ για να κρατήσει τον τίτλο, καθώς είχε καλύτερα κριτήρια. Ο Rubinstein κέρδισε και έδωσε ελπίδες· ο Przepiórka όμως έχασε άσχημα ένα φινάλε πιονιών και τελείωσε.
Ο αμερικανικός τίτλος ήταν απόλυτα δίκαιος: η ομάδα έχασε τρεις αγώνες στην αρχή, αλλά όλοι ανεξαιρέτως οι παίκτες της ξεπέρασαν το 60% — κανένας σταρ, καμία τρύπα. Στην Πολωνία όλοι βελτίωσαν τις επιδόσεις τους εκτός από τον Rubinstein, του οποίου η ψυχική ασθένεια είχε ήδη αρχίσει να προχωρά. Η Γερμανία του Efim Bogoljubow έχασε μόλις οκτώ παρτίδες σε ολόκληρη τη διοργάνωση και παρ' όλα αυτά δεν πλησίασε το μετάλλιο. Το ίδιο και η Αυστρία, όπου ο Rudolf Spielmann και ο Hans Kmoch έκαναν από δέκα ισοπαλίες ο καθένας· τρεις ήττες στους τρεις τελευταίους γύρους την έριξαν στην όγδοη θέση. Η βρετανική ομάδα, με τον Sultan Khan ξανά στην πρώτη σκακιέρα και ουσιαστικά τέσσερις μόνο παίκτες, κέρδισε την Πολωνία και συνέτριψε 3½–½ τη Γερμανία. Η Σουηδία έπαιξε χωρίς αναπληρωματικό. Και στη γιουγκοσλαβική ομάδα ξεχώρισε ο νεαρός Vasja Pirc, η πρώτη ένδειξη ότι τα Βαλκάνια ετοιμάζονταν για κάτι.
Ο Matisons έκανε μόλις 50% και κέρδισε τρεις μόνο παρτίδες. Τα θύματά του ήταν ο Rubinstein, ο Alekhine και ο Milan Vidmar — ο τελευταίος χάνοντας τη βασίλισσά του σε γεμάτη σκακιέρα, στον τελευταίο γύρο.
Η Πράγα κρατά επίσης τρία στατιστικά που δεν έχουν επαναληφθεί. Κανένας παίκτης δεν πέρασε τη διοργάνωση χωρίς ήττα — μοναδική περίπτωση στην ιστορία των Ολυμπιάδων. Κανείς δεν κέρδισε πάνω από δέκα παρτίδες, παρότι μπορούσαν να παιχτούν δεκαοκτώ. Και έξι παίκτες μοιράστηκαν την καλύτερη ποσοστιαία επίδοση με 75% — το χαμηλότερο «καλύτερο ποσοστό» που έχει καταγραφεί ποτέ.
Folkestone 1933: η μικρότερη απ' όλες

Ο Marcel Duchamp. Στο Folkestone αγωνίστηκε για τη Γαλλία.
Η Ολυμπιάδα του 1932 επρόκειτο να γίνει στην Ισπανία και ακυρώθηκε λίγο πριν την έναρξη για οικονομικούς λόγους. Η Ισπανία περίμενε την επόμενη ευκαιρία της μέχρι το 2004. Υπήρξε και αμερικανική πρόταση για το Σικάγο, ενώ η ιδέα να μπει το σκάκι στους Θερινούς Ολυμπιακούς ναυάγησε οριστικά, οπότε ούτε συζήτηση έγινε για το Λος Άντζελες.
Έτσι φτάνουμε στο Folkestone, μια μικρή πόλη της Αγγλίας και στο διάστημα 12–23 Ιουλίου 1933, στην αίθουσα Leas Cliff Hall. Δεκαεννιά ομάδες δήλωσαν συμμετοχή· το Μεξικό, η Ισπανία και η Αργεντινή αποσύρθηκαν και η Εσθονία, αν και μέσα στην κλήρωση, δεν εμφανίστηκε ποτέ — έμεινε για καιρό στον επίσημο πίνακα πριν διαγραφεί. Απέμειναν δεκαπέντε ομάδες, ο μικρότερος αριθμός στην ιστορία.
Οι ΗΠΑ κυριάρχησαν από νωρίς και η κατάταξη σχεδόν δεν άλλαξε. Το ενδιαφέρον ήταν αλλού: στον τελευταίο γύρο η Τσεχοσλοβακία χρειαζόταν 3½–½ για τον τίτλο και ήταν κοντά, αλλά ο Karel Treybal ρίσκαρε υπερβολικά και έχασε. Το χάλκινο κρίθηκε σε τρεις ισοβαθμούντες στα σημεία: Σουηδία 21, Πολωνία 20, Ουγγαρία 18. Η Αυστρία, που είχε καλύτερο tie-break από όλους αυτούς, χρειαζόταν μια μικρή νίκη επί της Ιταλίας και έχασε δύο παρτίδες — έμεινε έτσι έβδομη, μισό βαθμό πίσω από το μετάλλιο.
Η μικρή αυτή διοργάνωση ανέδειξε δύο νέους που θα σημάδευαν τη δεκαετία. Ο Λιθουανός Vladas Mikėnas οδήγησε την ομάδα του σε ένα 4–0 επί του Βελγίου, κερδίζοντας μάλιστα τον Flohr σε μια τραγική για τον Τσέχο μινιατούρα. Και στην ουγγρική ομάδα εμφανίστηκε ο Andor Lilienthal, ο οποίος κέρδισε το χρυσό της πρώτης αναπληρωματικής σκακιέρας με 10/13 και ήταν το μοναδικό σταθερό σημείο μιας ομάδας που είχε καταρρεύσει στην Πράγα.
Ο Τσέχος Karel Opočenský έκανε στην τέταρτη σκακιέρα 11½/13 (88,5%), 1½ βαθμό περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη διοργάνωση — η μεγαλύτερη διαφορά που έχει σημειωθεί ποτέ. Στο Folkestone επίσης όλοι οι παίκτες έπαιξαν τουλάχιστον τέσσερις παρτίδες, κάτι που δεν ξανασυνέβη. Και οι Σουηδοί παρουσίασαν στην Άμυνα Τάρας μια νέα συνέχεια για τα μαύρα που τους απέφερε πολλούς βαθμούς και ονομάστηκε έκτοτε «βαριάντα Folkestone» — από τις ελάχιστες φορές που μια Ολυμπιάδα άφησε το όνομά της στη θεωρία.
Στη γαλλική ομάδα αγωνιζόταν ο ζωγράφος Marcel Duchamp, με την τέταρτη χειρότερη ατομική επίδοση όλης της διοργάνωσης.
Βαρσοβία 1935: η γάτα του Alekhine και οι ενενήντα εννέα παίκτες

Το επίσημο σήμα της Βαρσοβίας: δύο άλογα, ένας πύργος και μια κόκκινη σκακιέρα σε ρόμβο.

Ο Dawid Przepiórka, πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής της Βαρσοβίας. Είχε μόλις αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Εκτελέστηκε από τους Ναζί στο δάσος του Παλμίρι τον Απρίλιο του 1940.
Είκοσι ομάδες, ενενήντα εννέα παίκτες, 760 παρτίδες, 16–31 Αυγούστου 1935, στη Λέσχη Αξιωματικών της Φρουράς. Η Ολυμπιάδα της Βαρσοβίας ήταν η ανταμοιβή για τις πολωνικές επιδόσεις της προηγούμενης δεκαετίας και πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής ανέλαβε ο Przepiórka, που είχε μόλις αποσυρθεί από την ενεργό δράση.
Ήρθε και η Λιθουανία — μια χώρα που βρισκόταν τυπικά σε εμπόλεμη κατάσταση με την Πολωνία, με διακοπείσες διπλωματικές σχέσεις. Οι οργανωτές προσπάθησαν να φέρουν και σοβιετική ομάδα· η Μόσχα αρνήθηκε.
Η Βαρσοβία ήταν επίσης η πρώτη Ολυμπιάδα με μαζική είσοδο νέων: ο δεκαεννιάχρονος Εσθονός Paul Keres, ο Ståhlberg και ο Φινλανδός Böök στις πρώτες σκακιέρες, ο Lilienthal και ο Frydman στις δεύτερες, ο Eliskases στην τρίτη, ο Petar Trifunović, ο Σουηδός Gösta Danielsson και ο László Szabó στις τελευταίες.
Η κορυφή ανήκε για δεκαπέντε γύρους στη Σουηδία, η οποία έπαιξε ουσιαστικά με τέσσερις μόνο παίκτες. Στα μισά της διαδρομής προηγούνταν με 27½ έναντι 24½ της Πολωνίας και 24 των ΗΠΑ. Στον ενδέκατο γύρο η Πολωνία έχασε από τις ΗΠΑ μπροστά στο κοινό της και η χρυσή ελπίδα των οικοδεσποτών έσβησε. Ακολούθησε η πιο σκληρή μέρα της διοργάνωσης: διπλός γύρος, ο δέκατος τρίτος στις 9 το πρωί και ο δέκατος τέταρτος στις 6 το απόγευμα. Στην πρωινή συνεδρία ο Miguel Najdorf κέρδισε τον Erik Lundin και η Πολωνία νίκησε τους πρωτοπόρους· στην απογευματινή διέλυσε 4–0 την Ιταλία.
Πέντε γύρους πριν το τέλος τέσσερις ομάδες χωρίζονταν από δύο βαθμούς. Η Σουηδία έχασε έδαφος όταν ο Keres κέρδισε τον Ståhlberg στον προτελευταίο γύρο και στην τελευταία μέρα οι ΗΠΑ σφράγισαν τον τίτλο με ένα μετριοπαθές 2½–1½ επί της Βρετανίας. Η Πολωνία ρίσκαρε απέναντι στη Γιουγκοσλαβία, έχασε και έπεσε από τη δεύτερη στην τρίτη θέση.
Οι ΗΠΑ πήραν το τρίτο σερί χρυσό τους, με τη Σουηδία δεύτερη και την Πολωνία τρίτη. Ο άνθρωπος της διοργάνωσης ήταν ο Arthur Dake, με 15½/18 (86,1%) στην τέταρτη σκακιέρα. Ο Dake είχε γεννηθεί ως Artur Darkowski, από πολωνική οικογένεια και αρνήθηκε να παίξει εναντίον της Πολωνίας — ο μοναδικός γύρος που δεν έπαιξε σε όλη τη διοργάνωση. Στο πλοίο της επιστροφής γνώρισε τη Helen Gierwatowski, επίσης πολωνικής καταγωγής, που γύριζε από επίσκεψη στη χώρα των προγόνων της. Της έκανε πρόταση γάμου αμέσως και παντρεύτηκαν μόλις έφτασαν στη Νέα Υόρκη με κουμπάρους τους Frank Marshall και Israel Albert Horowitz. Έμειναν μαζί σχεδόν εξήντα χρόνια, ως τον θάνατό της το 1994.
Η Βαρσοβία όμως έμεινε στη συλλογική μνήμη και για μια γάτα. Ο Alekhine είχε φέρει μαζί του την περσική γάτα του, που την έλεγαν «Chess»· τη φρόντιζε η σύζυγός του όσο εκείνος έπαιζε. Μια μέρα η γάτα, που συνήθως κυκλοφορούσε δεμένη με κορδέλα, εξαφανίστηκε. Ο παγκόσμιος πρωταθλητής κατέρρευσε και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Οι Πολωνοί έβγαλαν ανακοίνωση στο ραδιόφωνο και στον Τύπο. Αποδείχθηκε ότι ένας εφημεριδοπώλης την είχε πιάσει σε μια γωνία του δρόμου και την είχε πουλήσει σε έναν περαστικό, τον κ. Graczyk, ο οποίος μόλις άκουσε το ραδιόφωνο έσπευσε να την επιστρέψει. Πήρε πίσω τα χρήματά του - είκοσι ζλότι, περίπου πέντε δολάρια.
Στον δεύτερο γύρο ο Alekhine κέρδισε τον Keres σε μια από τις σημαντικότερες παρτίδες της διοργάνωσης:
Κλείνοντας τη Βαρσοβία, μια λίστα που λέει περισσότερα από κάθε ανάλυση. Ανάμεσα στους ενενήντα εννέα παίκτες υπήρχαν 22 επαγγελματίες σκακιστές, 14 ιδιωτικοί υπάλληλοι, 11 δημόσιοι υπάλληλοι, 11 φοιτητές, 8 έμποροι, 7 δημοσιογράφοι, 6 καθηγητές μέσης εκπαίδευσης, 4 μηχανικοί, 3 πανεπιστημιακοί, 2 βιομήχανοι, 2 γαιοκτήμονες, ένας δικαστής, ένας γιατρός, ένας τραπεζικός διευθυντής, ένας συγγραφέας, ένας ζωγράφος, ένας μουσικός, ένας αγρότης και ένας κηπουρός.
Στοκχόλμη 1937: η ξεχασμένη Ολυμπιάδα

Ο οκτάχρονος Samuel Reshevsky σε σιμουλτανέ στη Γαλλία, 1920. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα ήταν η πρώτη σκακιέρα των ΗΠΑ στη Στοκχόλμη.
Η έβδομη Ολυμπιάδα, 31 Ιουλίου – 14 Αυγούστου 1937 στο Grand Royal Hotel της Στοκχόλμης, ήταν από τις ισχυρότερες της περιόδου και πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Είχε τη μοίρα να προηγηθεί δύο γεγονότων που τράβηξαν όλη την προσοχή: του μεγάλου τουρνουά του Semmering-Baden και του δεύτερου ματς Euwe–Alekhine. Ο σκακιστικός Τύπος στράφηκε αλλού και το υλικό χάθηκε: περίπου οι μισές παρτίδες της διοργάνωσης λείπουν ακόμη και σήμερα - καταστράφηκαν στον πόλεμο.
Οι ΗΠΑ πήραν το τέταρτο σερί χρυσό τους με πρώτη σκακιέρα τον Samuel Reshevsky, το πρώην πολωνικό παιδί-θαύμα, στην πρώτη του Ολυμπιάδα. Έκανε ένα μέτριο 59% — η χρόνια έφεση του στην πίεση χρόνου τον ταλαιπώρησε — αλλά οι υπόλοιποι κάλυψαν με το παραπάνω: ο Kashdan έκανε 14/16 (87,5%) με 13 νίκες, 2 ισοπαλίες και μία μόνο ήττα, ο Marshall και ο Horowitz πέρασαν αήττητοι.
Η Ουγγαρία πήρε το αργυρό και δεν έχασε κανέναν αγώνα — 11 νίκες, 7 ισοπαλίες. Ήταν η πρώτη φορά που ομάδα εκτός της πρωταθλήτριας τερμάτιζε αήττητη σε επίπεδο αγώνων. Η Πολωνία πήρε το χάλκινο — το πέμπτο μετάλλιό της σε έξι επίσημες Ολυμπιάδες, με μία νίκη στο ενεργητικό της (Αμβούργο 1930).
Η μεγάλη έκπληξη ήρθε από την Αργεντινή, η οποία ξεκίνησε νικώντας τους οικοδεσπότες 3–1 και τελείωσε με τρία συνεχόμενα 4–0. Ισοφάρισε την Πολωνία στους βαθμούς και έχασε το χάλκινο μόνο στα σημεία. Αν ο Jacobo Bolbochán είχε αποδώσει έστω μέτρια, το μετάλλιο θα ήταν δικό τους — αν και δικαιοσύνης ένεκα, αυτοι που τον κέρδισαν ήταν οι Ståhlberg, Lilienthal, Flohr, Keres και Apšenieks.
Η Εσθονία, με τον Keres, βρέθηκε τέταρτη μετά τον όγδοο γύρο και είχε ακόμη έναν αγώνα στην τσέπη της, πριν πέσει πάνω σε όλα τα φαβορί διαδοχικά. Ο ίδιος ο Keres κέρδισε τον Reshevsky στην απευθείας αναμέτρησή τους — η πρώτη από τις πολλές συναντήσεις δύο ανθρώπων που θα κυνηγούσαν το στέμμα για είκοσι χρόνια χωρίς να το πιάσουν.
Ο Flohr κέρδισε το χρυσό της πρώτης σκακιέρας αήττητος και η FIDE τον όρισε επίσημο υποψήφιο για τον επόμενο αγώνα τίτλου. Ο νεοστεφής παγκόσμιος πρωταθλητής Euwe, αντίθετα, ξεκίνησε με 5/5 και μετά κατέρρευσε: έχασε από τον Lilienthal με διάσημη γκάφα στο φινάλε και αργότερα από τον άγνωστο Φινλανδό Gauffin.
Η μοναδική μηδενισμένη παρτίδα όλης της διοργάνωσης ανήκει στον Σουηδό Gösta Stoltz, ο οποίος είχε τόσο απογοητευτεί από τη φόρμα του (29% συνολικά) ώστε απλώς δεν εμφανίστηκε για να παίξει με τον Σκωτσέζο Reid.
Τέλος, μια σύμπτωση που δύσκολα επαναλαμβάνεται: σχεδόν κάθε παίκτης που κέρδισε και ομαδικό και ατομικό μετάλλιο, τα κέρδισε στο ίδιο χρώμα. Μοναδική εξαίρεση ο Regedziński, χάλκινος με την ομάδα και αργυρός ατομικά.
Η Vera Menchik και η άλλη Ολυμπιάδα

Η Vera Menchik στην Πράγα, 1931. Κέρδισε και τους έξι προπολεμικούς τίτλους της.
Παράλληλα με τα συνέδρια της FIDE και τις Ολυμπιάδες διεξαγόταν, από το 1927, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Γυναικών. Γυναικεία Ολυμπιάδα δεν υπήρχε ακόμη — θα γεννιόταν μόλις το 1957 στο Emmen. Υπήρχε όμως κάτι που, στην πράξη, λειτουργούσε ως η γυναικεία διάσταση του θεσμού και το κυριαρχούσε ένα και μόνο πρόσωπο.
Η Vera Menchik γεννήθηκε στη Μόσχα από Τσέχο πατέρα και Αγγλίδα μητέρα και εγκαταστάθηκε στην Αγγλία το 1921. Στο Λονδίνο το 1927, παράλληλα με την πρώτη Ολυμπιάδα, κέρδισε το πρώτο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Γυναικών με +10−0=1, αγωνιζόμενη υπό ρωσική σημαία. Από το 1930 και μετά εκπροσωπούσε την Τσεχοσλοβακία, ζώντας στο Hastings της Αγγλίας.
Ο απολογισμός των έξι προπολεμικών της τίτλων, όλοι δίπλα σε Ολυμπιάδες ή συνέδρια της FIDE, δεν επιδέχεται σχολιασμό:
| Έτος | Πόλη | Επίδοση |
|---|---|---|
| 1927 | Λονδίνο | +10 −0 =1 |
| 1930 | Αμβούργο | +6 −1 =1 |
| 1931 | Πράγα | +8 −0 =0 |
| 1933 | Folkestone | +14 −0 =0 |
| 1935 | Βαρσοβία | +9 −0 =0 |
| 1937 | Στοκχόλμη | +14 −0 =0 |
Εξήντα μία νίκες, δύο ισοπαλίες, μία ήττα σε έντεκα χρόνια — και αυτή στο Αμβούργο το 1930.
Η σημασία της Menchik όμως δεν εξαντλείται στα νούμερα και βρίσκεται αλλού: ήταν η πρώτη γυναίκα που έπαιξε συστηματικά σε ανδρικά τουρνουά υψηλού επιπέδου, σε μια εποχή που αυτό θεωρούνταν παραξενιά.
Η ιστορία του «Συλλόγου Menchik» τα λέει όλα. Όταν το 1929 δήλωσε συμμετοχή στο μεγάλο τουρνουά του Karlsbad, ο Βιεννέζος μετρ Albert Becker διαμαρτυρήθηκε ότι ήταν πολύ αδύναμη για τέτοια διοργάνωση και πρότεινε σαρκαστικά να ιδρυθεί ένας σύλλογος στον οποίο θα εγγράφεται όποιος χάνει από αυτήν. Στο ίδιο τουρνουά η Menchik τον κέρδισε και ο Becker έγινε το πρώτο μέλος του συλλόγου που ο ίδιος είχε επινοήσει.
Μέσα σε μία δεκαετία, ο κατάλογος των μελών περιλάμβανε τους Euwe, Colle, Sultan Khan, Mieses, Reshevsky και Yates — δηλαδή πολλούς από όσους έχουν ήδη περάσει από αυτό το κείμενο ως πρωταγωνιστές των Ολυμπιάδων του μεσοπολέμου. Το αστείο είχε γίνει κατάλογος ντροπής και η γυναίκα που δεν είχε δικαίωμα να παίξει σε καμία από τις εννέα διοργανώσεις που περιγράφηκαν εδώ αποδείχθηκε ότι μπορούσε να κερδίσει αρκετούς από τους παίκτες που έπαιζαν σε αυτές.
Τι άφησε η προπολεμική εποχή
Δεκατρία χρόνια, εννέα διοργανώσεις και μια σειρά από απαντήσεις που κρατάνε ακόμη.
Η πρώτη αφορά το ίδιο το ερώτημα «τι είναι ομάδα». Το 1924 δεν υπήρχε απάντηση και το αποτέλεσμα ήταν μια κατάταξη που κέρδισε η χώρα με τους λιγότερο επιτυχημένους παίκτες. Το 1926 δόθηκε η σωστή απάντηση σε εμβρυακή κλίμακα. Το 1927 έγινε θεσμός, το 1931 απέκτησε σταθερή σειρά σκακιερών και έκτοτε δεν άλλαξε ουσιωδώς.
Η δεύτερη αφορά τον ερασιτεχνισμό. Η Χάγη το 1928 είναι το πιο διδακτικό αποτέλεσμα ολόκληρης της περιόδου: μια ιδεολογική απαγόρευση δανεισμένη από τη ΔΟΕ, με τον ορισμό της αφημένο στις εθνικές ομοσπονδίες, οδήγησε σε αμοιβαίες κατηγορίες, στην αποχώρηση μιας ομάδας και στην υποβάθμιση της διοργάνωσης. Η FIDE την κατάργησε επί τόπου και δεν την ξανασυζήτησε ποτέ.
Η τρίτη αφορά την ισχύ. Τρεις μόνο χώρες μοιράστηκαν τα χρυσά των επτά επίσημων προπολεμικών Ολυμπιάδων: η Ουγγαρία (1927, 1928), η Πολωνία (1930) και οι ΗΠΑ (1931, 1933, 1935, 1937). Η αμερικανική σειρά 1931–1937 είναι η πρώτη περίοδος κυριαρχίας στην ιστορία του θεσμού και στηρίχθηκε όχι σε έναν σταρ αλλά σε βάθος — στη Βαρσοβία και στη Στοκχόλμη τους αποφασιστικούς βαθμούς τους έδωσαν οι τέταρτες σκακιέρες και οι αναπληρωματικοί, ο Dake και ο Horowitz, όχι οι πρώτες.
Και η τέταρτη αφορά αυτό που δεν φαίνεται στους πίνακες. Η Λιθουανία ταξίδεψε σε μια χώρα με την οποία βρισκόταν τυπικά σε πόλεμο. Η Παλαιστίνη εμφανίστηκε στη Βαρσοβία. Η Σοβιετική Ένωση προσκλήθηκε και αρνήθηκε και το ερώτημα «τι θα γινόταν αν έπαιζαν» στοίχειωσε ολόκληρη τη δεκαετία. Στη Στοκχόλμη το 1937 έλειπαν επτά ομάδες που είχαν παίξει στο Μόναχο έναν χρόνο νωρίτερα — και το Μόναχο του 1936 δεν ήταν απλώς άλλη μια διοργάνωση όπως θα δούμε στο επόμενο μέρος.
Αξίζει, τέλος, μια αίσθηση της κλίμακας. Το 1927 στο Λονδίνο έπαιξαν 16 ομάδες και 70 άνθρωποι· το 1935 στη Βαρσοβία, στο απόγειο της περιόδου, 20 ομάδες και 99 άνθρωποι. Στη Βουδαπέστη το 2024 έπαιξαν 188 ομάδες και 934 άνθρωποι. Ο θεσμός που περιγράφηκε σε αυτό το κείμενο χωρούσε ολόκληρος σε μία αίθουσα και όλοι όσοι τον έφτιαξαν γνωρίζονταν μεταξύ τους ονομαστικά.
Δύο νήματα τα έχουμε αφήσει σε αυτό το πρώτο αφιέρωμα που εξετάζει τα χρόνια πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο — το ναζιστικό Μόναχο του 1936 και το Μπουένος Άιρες του 1939, όπου η Ολυμπιάδα βρέθηκε να παίζεται ενώ ξεσπούσε ο πόλεμος και δεκάδες παίκτες δεν γύρισαν ποτέ στην πατρίδα τους. Αυτά θα είναι το κύριο θέμα του δεύτερου μέρους.
Αποδόσεις εικόνων
- Alexander Alekhine, Βερολίνο 1930 — Bundesarchiv Bild 102-10524, άγνωστος φωτογράφος, CC BY-SA 3.0 de (Commons)
- Géza Maróczy — Bain News Service, Library of Congress, public domain (Commons)
- Η ουγγρική ομάδα στη Χάγη, 1928 — άγνωστος φωτογράφος, public domain (Commons)
- Akiba Rubinstein — Wilhelm Willinger, Αυστριακή Εθνική Βιβλιοθήκη, public domain (Commons%C2%A9_Wilhelm_Willinger(1879%E2%80%931943)_OeNB_14648920.jpg))
- Vera Menchik και Agnes Stevenson, Πράγα 1931 — άγνωστος φωτογράφος, public domain (Commons)
- Marcel Duchamp — άγνωστος φωτογράφος, public domain (Commons)
- Το σήμα της Ολυμπιάδας της Βαρσοβίας, 1935 — σχέδιο Jerzy Steifer, CC BY-SA 3.0 (Commons)
- Dawid Przepiórka — Henri Weenink, public domain (Commons)
- Ο οκτάχρονος Samuel Reshevsky, 1920 — New York Times, public domain (Commons)
- Vera Menchik, Πράγα 1931 — άγνωστος φωτογράφος, public domain (Commons)
Πηγές
- OlimpBase — Men's Chess Olympiads summary
- OlimpBase — Chess Olympiad Paris 1924
- OlimpBase — Budapest 1926 Chess Summit: Team Tournament
- OlimpBase — 1st Chess Olympiad, London 1927
- OlimpBase — 2nd Chess Olympiad, The Hague 1928
- OlimpBase — 3rd Chess Olympiad, Hamburg 1930
- OlimpBase — 4th Chess Olympiad, Prague 1931
- OlimpBase — 5th Chess Olympiad, Folkestone 1933
- OlimpBase — 6th Chess Olympiad, Warsaw 1935
- OlimpBase — 7th Chess Olympiad, Stockholm 1937
- OlimpBase — Women's Chess Olympiads summary
- Ken Whyld, The First Chess Olympiad London 1927 (αποσπάσματα στην OlimpBase, επιμ. Philip Jurgens)
- World Chess Hall of Fame — Women's World Chess Championship Timeline
- Edward Winter, Chess Notes — chesshistory.com
Η Ελλάδα δεν συμμετείχε σε καμία προπολεμική Ολυμπιάδα. Η πρώτη ελληνική εμφάνιση είναι το Ντουμπρόβνικ 1950 και θα καλυφθεί στο τρίτο μέρος.
Για τη Στοκχόλμη 1937 υπενθυμίζεται ότι περίπου το ήμισυ των παρτίδων δεν σώζεται.