Δύο Ολυμπιάδες στη σκιά του πολέμου: Μόναχο 1936, Μπουένος Άιρες 1939
Μέρος Β΄ ενός αφιερώματος εννέα μερών στην ιστορία των Σκακιστικών Ολυμπιάδων. Σε αυτό το μέρος: η ανεπίσημη Ολυμπιάδα του Μονάχου (17 Αυγούστου – 1 Σεπτεμβρίου 1936) και η 8η Ολυμπιάδα του Μπουένος Άιρες (24 Αυγούστου – 19 Σεπτεμβρίου 1939).
Οι δύο διοργανώσεις αυτού του κειμένου δεν χωρούν στη συνηθισμένη αφήγηση της σκακιστικής ιστορίας, γιατί σε καμία από τις δύο το κρίσιμο δεν συνέβη στη σκακιέρα.
Η πρώτη ήταν η μεγαλύτερη ομαδική διοργάνωση που έγινε ποτέ αλλά δεν τη μετράμε ως τέτοια. Η δεύτερη ξεκίνησε ως η πολυπληθέστερη Ολυμπιάδα της ιστορίας και τελείωσε ως πολεμικό καταφύγιο. Ανάμεσά τους χωράνε τρία χρόνια, ένας παγκόσμιος πόλεμος που ξέσπασε ενώ παίζονταν οι παρτίδες και το τέλος ενός ολόκληρου σκακιστικού κόσμου — του κόσμου της Βαρσοβίας, της Πράγας και της Βουδαπέστης που περιγράφηκε στο πρώτο μέρος και ο οποίος, μέσα σε έξι χρόνια, έπαψε κυριολεκτικά να υπάρχει μετά τις θηριωδίες των Ναζί.
Και οι δύο διοργανώσεις θέτουν το ίδιο ερώτημα από διαφορετική μεριά: τι κάνει ένας διεθνής αθλητικός θεσμός όταν η πολιτική δεν είναι πια το περιβάλλον του αγώνα αλλά ο ίδιος ο αγώνας. Το 1936 η FIDE απάντησε με αποβολή και οι Ναζί έστησαν τη δική τους Ολυμπιάδα, μεγαλύτερη από όλες τις προηγούμενες μαζί. Το 1939 οι Ναζί ήταν και πάλι καλοδεχούμενοι στους αγώνες - αυτή τη φορά δεν υπήρχε καν χρόνος για απάντηση: ο πόλεμος ξέσπασε ανάμεσα σε δύο γύρους και η απόφαση αν θα συνεχιστεί το τουρνουά πάρθηκε μέσα σε λίγες ώρες, από ανθρώπους που δεν ήξεραν αν οι πόλεις τους στέκονταν ακόμη.
Οι απαντήσεις που δόθηκαν είναι και οι δύο αμφισβητήσιμες και σήμερα και πάλι επίκαιρες. Αυτό ακριβώς τις κάνει αξιομνημόνευτες.
Μόναχο 1936

Το τουρνουά του Poděbrady, λίγους μήνες πριν το Μόναχο. Καθιστοί από αριστερά: Flohr, Alekhine, Menchik, Frydman, Steiner, Richter, Sir Thomas. Όρθιοι: Pirc, Pelikán, Skalička, Treybal, Foltys, Eliskases, Ståhlberg, Zinner, Petrovs, Opočenský. Συνυπάρχουν απολογητές και θύματα των Ναζί - ο Treybal εκτελέστηκε στην Πράγα για "αντιστασιακή δράση" στις 2 Οκτώβρη του 1941
Το 1936 η Γερμανία διοργάνωσε τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες στο Βερολίνο. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, παρά τις πιέσεις για μποϊκοτάζ, προχώρησε κανονικά.
Η FIDE έκανε το αντίθετο. Απέβαλε τη Γερμανία από τη διεθνή σκακιστική κοινότητα, με ρητή αιτιολογία τον φυλετικό διαχωρισμό και τη ναζιστική ιδεολογία. Η νεοσύστατη Πανγερμανική Σκακιστική Συνομοσπονδία δεχόταν μόνο «άριους» παίκτες.
Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική: ο πιο συντηρητικός και πιο κρατικά εξαρτημένος διεθνής αθλητικός οργανισμός της εποχής πήγε στο Βερολίνο, ενώ η μικρή, φτωχή, δωδεκάχρονη FIDE έδειξε την πόρτα. Ας σκεφτεί κανείς ποιον ακριβώς απέκλειε ο νέος γερμανικός κανονισμός: ο Siegbert Tarrasch, ο σημαντικότερος Γερμανός δάσκαλος του σκακιού και πρώτη σκακιέρα της Γερμανίας στην πρώτη Ολυμπιάδα του Λονδίνου το 1927, ήταν Εβραίος. Είχε πεθάνει δύο χρόνια νωρίτερα, το 1934. Η χώρα που ετοιμαζόταν να γιορτάσει το σκάκι της είχε μόλις διαγράψει από το μητρώο της τον μεγαλύτερο δάσκαλό της.
Οι Γερμανοί, πάντως, ήθελαν πίσω τη θέση τους στη FIDE και η διοργάνωση σχεδιάστηκε ακριβώς ως χειρονομία καλής θέλησης — τυπικά, ως εορτασμός για τα εκατό χρόνια του σκακιστικού συλλόγου του Μονάχου. Το συνέδριο της FIDE στη Βαρσοβία, που είχε γίνει παράλληλα με την Ολυμπιάδα του 1935, άφησε τις εθνικές ομοσπονδίες ελεύθερες να δεχτούν ή να απορρίψουν την πρόσκληση.
Ποιοι δεν ήρθαν
Οι απουσίες δεν ήταν όλες πολιτικές. Το μεγάλο διεθνές τουρνουά του Nottingham —ένα από τα ισχυρότερα της δεκαετίας— παιζόταν τις ίδιες ακριβώς μέρες. Η Αγγλία δεν ήρθε γι' αυτόν τον λόγο. Οι ΗΠΑ, τετράκις πρωταθλήτριες, απουσίασαν επίσης.
Το αποτέλεσμα ήταν μια διοργάνωση χωρίς σχεδόν καμία από τις μεγάλες πρώτες σκακιέρες της εποχής: έλειπαν οι Efim Bogoljubow, Savielli Tartakower, Alexander Alekhine, Milan Vidmar και Salo Flohr. Οι περισσότερες ομάδες ήρθαν χωρίς τους κορυφαίους τους παίκτες.
Οκτώ σκακιέρες

Και όμως, από κάθε άλλη άποψη, το Μόναχο υπήρξε τεράστιο. Ήρθαν 21 ομάδες και 208 παίκτες και παίχτηκαν 1.680 παρτίδες — αριθμός παρτίδων που καθιστά τη διοργάνωση τη μεγαλύτερη ομαδική σκακιστική διοργάνωση που έχει γίνει ποτέ, πριν ή μετά.
Ο λόγος είναι το φορμάτ. Το Μόναχο παίχτηκε σε οκτώ σκακιέρες, με δικαίωμα δέκα παικτών ανά αποστολή. Καμία άλλη Ολυμπιάδα, επίσημη ή μη, δεν έγινε ποτέ ξανά έτσι. Η πρακτική συνέπεια ήταν ότι ο παράγοντας τύχη σχεδόν εξαφανίστηκε: με οκτώ παρτίδες ανά αγώνα μια καλή μέρα ενός αδύναμου δεν αρκεί και η κατάταξη σταθεροποιήθηκε γρήγορα.
Ο Horiner της Βουλγαρίας και ο Waldemann της Εσθονίας έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι στην ιστορία που δηλώθηκαν επίσημα σε αποστολή και δεν έπαιξαν ούτε μία παρτίδα - δε χώρεσαν ποτέ στην οχτάδα των χωρών τους.
Οι αγώνες
Η Ουγγαρία ήταν φαβορί και το επιβεβαίωσε. Είχε τους αδελφούς Endre και Lajos Steiner, τον Kornél Havasi, και μια γενιά που μόλις άρχιζε: τον László Szabó, τον Gedeon Barcza, τον Ernő Gereben. Στην πρώτη σκακιέρα καθόταν ξανά ο Maróczy,στα εξήντα έξι του και εκεί ήταν το μοναδικό αδύναμο σημείο της ομάδας — δεν κατάφερε τίποτα παραπάνω από μερικές κουρασμένες ισοπαλίες.
Οι Ούγγροι πέτυχαν κάτι που δεν ξαναέγινε μέχρι το 1960: είκοσι συνεχόμενες νίκες σε αγώνες. Ο Szabó έκανε 86,8%, ο Lajos Steiner 77,5%, και η ομάδα συνολικά 69%.
Η Πολωνία, χωρίς τον Rubinstein και τον Tartakower, πήγε με μείγμα νεότητας και εμπειρίας. Ο Miguel Najdorf ήταν σε εξαιρετική φόρμα και κέρδισε ατομικό χρυσό με 16/20 (80%) -ο άνθρωπος που του το απένειμε ορίστηκε στη συνέχεια στρατιωτικός Διοικητής της κατεχόμενης Πολωνίας και ήταν ο ηθικός αυτουργός της εξαφάνισης της οικογένειας του Najdorf. Ο Henryk Friedmann πέρασε αήττητος και τις είκοσι παρτίδες του με 15½ βαθμούς και ατομικό ασημένιο.
Η Γερμανία ήλπιζε σε θριαμβευτική επιστροφή και δεν την είχε. Κανένας της δεν απογοήτευσε, αλλά έλειπε ο ηγέτης: ο Kurt Richter στην πρώτη σκακιέρα δεν πλησίαζε ούτε από μακριά την κλάση και τη χαρισματικότητα ενός Bogoljubow, ενός Tarrasch ή ενός Jacques Mieses — ο πρώτος φιλικά πρoσκείμενος στο καθεστώς ήταν στο Nottingham, ο δεύτερος δεν ήταν πια εν ζωή και τα γραπτά του καταστρέφονταν από τους Ναζί, ενώ ο τρίτος ήταν στη μαύρη λίστα και αναγκάστηκε ανάπηρος και στα 78 του να διαφύγει στην Αγγλία.
Η ίδια η κούρσα είχε περισσότερες στροφές απ' όσες υπόσχεται η τελική κατάταξη. Πρώτη πέρασε μπροστά η Τσεχοσλοβακία, με καθαρή νίκη επί της ουραγού Βουλγαρίας. Την εκτόπισε γρήγορα η Πολωνία, σημειώνοντας το δεύτερο και τελευταίο 8–0 της διοργάνωσης — θύμα ξανά η Βουλγαρία. Στον πέμπτο γύρο όμως οι Πολωνοί έχασαν 3½–4½ από τη Νορβηγία και κράτησαν την κορυφή μόνο και μόνο επειδή κανείς δεν ήταν σε θέση να την πάρει.
Η Γερμανία ανέβηκε πρώτη για λίγο, καθαρίζοντας διαδοχικά χαμηλόβαθμες ομάδες. Και τότε ήρθε ο ένατος γύρος, ο κρίσιμος όλης της διοργάνωσης: Ουγγαρία–Πολωνία 5–3. Στον επόμενο γύρο οι Ούγγροι κέρδισαν και τη Γερμανία, με την ελάχιστη δυνατή διαφορά - με τη μισή τους ομάδα αποτελούμενη από Εβραίους ταπείνωσαν τους Ναζί.
Ακολούθησε μια περίοδος όπου Πολωνία, Γερμανία και Γιουγκοσλαβία εναλλάσσονταν στην κορυφή, με την Ουγγαρία να παραμονεύει έχοντας ήδη πάρει το ρεπό της. Στον δέκατο πέμπτο γύρο η Πολωνία κέρδισε τη Γερμανία και στον αμέσως επόμενο έχασε από τη Λετονία. Οι Γερμανοί απάντησαν συντρίβοντας 6½–1½ τους Λετονούς, εξαφανίζοντας οριστικά τις λετονικές ελπίδες για μετάλλιο. Η Ουγγαρία διέλυσε 7–1 μια άθλια γαλλική ομάδα, μάζεψε βαθμούς και νικώντας κατόπιν τη Γιουγκοσλαβία έλυσε το ζήτημα του χρυσού. Την ίδια μέρα η Τσεχοσλοβακία διέλυσε 7–1 την Αυστρία και της πήρε την πέμπτη θέση.
Πριν τον τελευταίο γύρο η Ουγγαρία είχε 106 βαθμούς, η Πολωνία 102, η Γιουγκοσλαβία 101½, η Γερμανία 101 και η Τσεχοσλοβακία 99. Στην τελευταία μέρα η Ουγγαρία κέρδισε τη Νορβηγία και σφράγισε τον τίτλο, η Πολωνία νίκησε 6–2 την Ολλανδία, η Γερμανία διέλυσε την Αυστρία και η Γιουγκοσλαβία έχασε 3–5 από μια αποφασισμένη Τσεχοσλοβακία — χάνοντας έτσι το χάλκινο στην τελευταία μέρα υπέρ των οικοδεσποτών.
Η Ουγγαρία τερμάτισε με 110½ βαθμούς, ρεκόρ βαθμών παρτίδας σε μία διοργάνωση που δεν έχει σπάσει ποτέ — και δεν πρόκειται, αφού καμία άλλη Ολυμπιάδα δεν είχε και δε θα έχει τόσες παρτίδες.
Στα ατομικά, οι οκτώ σκακιέρες σήμαιναν οκτώ σειρές μεταλλίων, και μοιράστηκαν ευρύτερα από ποτέ. Πέρα από τον Paul Keres και τον Najdorf, χρυσό πήραν ο Δανός Bjørn Nielsen στην τρίτη σκακιέρα, ο Τσέχος Karel Hromádka στην τέταρτη —ο ίδιος που είχε κερδίσει το παρηγορητικό του Παρισιού δώδεκα χρόνια νωρίτερα— ο Szabó στην πέμπτη, ο Γιουγκοσλάβος Borislav Kostić στην έκτη που έμελλε να φυλακιστεί για μικρό χρονικό διάστημα επειδή αρνήθηκε να συμμετάσχει σε επόμενες διοργανώσεις-παρωδία των Ναζί στην κατεχόμενη Γιουγκοσλαβία, ο Γερμανός Ludwig Rödl στην έβδομη και ο Αυστριακός Wolfgang Weil στην όγδοη. Ο Kostić υπήρξε απροσδόκητα ο άξονας της γιουγκοσλαβικής ομάδας, ενώ ο Vasja Pirc πήρε το ασημένιο της πρώτης σκακιέρας πίσω από τον Keres. Για τους οικοδεσπότες, τα πέντε ατομικά μετάλλια ήταν το μόνο παρήγορο: το κοινό περίμενε το ομαδικό χρυσό.
Δύο ονόματα από εκείνους τους πίνακες αξίζει να κρατηθούν γιατί επιστρέφουν σε τρία χρόνια. Στη δεύτερη σκακιέρα, χάλκινο για την Αυστρία, πήρε ο Albert Becker — ο άνθρωπος που είχε επινοήσει τον «Σύλλογο Menchik» το 1929. Και στη δεύτερη αναπληρωματική, ασημένιο για τη Γερμανία, ο Paul Michel. Στο Μπουένος Άιρες θα κάθονταν και οι δύο στην ίδια ομάδα, τη ναζιστική, γιατί στο μεταξύ η Αυστρία θα είχε πάψει να υπάρχει.
Ο Keres και ο Richter

Ο Paul Keres στο χρωματισμένο εξώφυλλο του El Gráfico, Σεπτέμβριος 1939. Στο πέτο, το σήμα με τα εσθονικά χρώματα.
Το ατομικό χρυσό της πρώτης σκακιέρας πήγε σε έναν εικοσάχρονο Εσθονό με ομάδα πολύ αδύναμη για να τον ακολουθήσει. Ο Keres έκανε 15½/20 και έπαιξε και τις είκοσι παρτίδες· η Εσθονία τερμάτισε πολύ χαμηλά. Στον έβδομο γύρο συνάντησε τον Richter, την πρώτη σκακιέρα των οικοδεσποτών.
Τι έμεινε
Το Μόναχο πέτυχε τον στόχο του: η Γερμανία ξαναμπήκε στη FIDE λίγα χρόνια αργότερα μετά από μια ντροπιαστική αναδίπλωση. Παραμένει η μοναδική Ολυμπιάδα οκτώ σκακιερών, η πολυπληθέστερη ομαδική διοργάνωση της ιστορίας και μια διοργάνωση που κανένας πίνακας μεταλλίων δεν αναγνωρίζει.
Η στάση της απέναντι στην ιστορία είναι περίεργη και άβολη. Από σκακιστική άποψη, οι 1.680 παρτίδες της είναι θησαυρός: ακόμη και χωρίς τους μεγάλους, τόσος όγκος παιχνιδιού σε τόσο υψηλό επίπεδο παρήγαγε πλήθος αξιόλογων παρτίδων. Από κάθε άλλη άποψη ήταν μια επιχείρηση δημοσίων σχέσεων ενός καθεστώτος που είχε μόλις διαγράψει τους Εβραίους σκακιστές του, στημένη ώστε να μοιάζει με γιορτή συλλόγου με την αισθητική που πάντα προωθούν οι φασιστές σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.
Μπουένος Άιρες 1939: η κιβωτός
Το ταξίδι

Το Piriápolis. Πάνω του ταξίδεψαν οι ευρωπαϊκές ομάδες προς το Μπουένος Άιρες.
Μετά από 7 Ολυμπιάδες που διεξήχθησαν σε χώρες τις Ευρώπης - Λονδίνο 1927, Χάγη 1928, Αμβούργο 1930, Πράγα 1931, Φολκστόουν της Αγγλίας 1933, Βαρσοβία 1935, Στοκχόλμη 1937 - συν την ενδιάμεση Ολυμπιάδα του Μονάχου το 1936, για πρώτη φορά οι αγώνες θα παιζόντουσαν μακριά από τη γηραιά ήπειρο, στο θέατρο "Πολυθέαμα" του Μπουένος Άιρες, της πρωτεύουσας της Αργεντινής. Ο αριθμός των χωρών που δήλωσαν συμμετοχή έφτασε τις 27, ρεκόρ μέχρι τότε. Η Ρωσία συνέχιζε να μη συμμετέχει σε ολυμπιάδες, πρώτη φορά θα εμφανιζόταν ως Σοβιετική Ένωση το 1952 στο Ελσίνκι, ενώ ως Ρωσία μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Οι δύο πρώτες χώρες της προηγούμενης Ολυμπιάδας, ΗΠΑ και Ουγγαρία απουσίαζαν επίσης, για οικονομικούς λόγους. Ας προστεθεί και η απουσία της Γιουγκοσλαβίας όπως και αρκετών ακόμα Ευρωπαϊκών χωρών.
Το ταξίδι πάνω από τον Ατλαντικό κράτησε πάνω από τρεις εβδομάδες και όλες οι ευρωπαϊκές ομάδες βρέθηκαν στο ίδιο πλοίο. Το όνομά του, «Piriápolis», έμεινε στις επόμενες γενιές ως η Κιβωτός του Νώε του σκακιού.
Αξίζει να σταθεί κανείς σε αυτή την εικόνα. Στο ίδιο κατάστρωμα, επί είκοσι και πλέον μέρες, βρίσκονταν Γερμανοί που έπαιζαν για το ναζιστικό καθεστώς, Αυστριακοί που είχαν μόλις γίνει Γερμανοί χωρίς να το ζητήσουν, Τσέχοι που η χώρα τους δεν υπήρχε πια, Πολωνοί που η χώρα τους θα δεχόταν εισβολή σε δύο εβδομάδες, Εβραίοι από τη μισή Ευρώπη και μια Γερμανίδα που είχε διαγραφεί από την αποστολή της και έφευγε για να σώσει τη ζωή της. Έτρωγαν στα ίδια τραπέζια και έπαιζαν φιλικές παρτίδες για να περάσει η ώρα. Κανείς πάνω σε εκείνο το κατάστρωμα δεν ήξερε ότι για πολλούς από αυτούς ήταν ταξίδι χωρίς επιστροφή — και ότι για μερικούς ήταν αυτό ακριβώς που τους έσωσε.
Από την άλλη πλευρά, για πρώτη φορά είχαμε συμμετοχές χωρών από την Κεντρική και Λατινική Αμερική και έτσι ο μεγάλος Capablanca κοντά στη δύση της καριέρας του θα συμμετείχε για πρώτη και μοναδική φορά σε σκακιστική ολυμπιάδα, πρώτη σκακιέρα της ομάδας της Κούβας. Βραζιλία, Καναδάς, Παραγουάη, Περού, Χιλή, Ουρουγουάη, Βολιβία, Αργεντινή, Ισημερινός και Γουατεμάλα συμπλήρωναν τις συμμετοχές από τις δύο Αμερικές και έτσι για πρώτη φορά χρειάστηκαν προκριματικοί όμιλοι, 4 τον αριθμό. Οι 4 πρώτες κάθε ομίλου θα προκρίνονταν στο Α Γκρουπ των τελικών ενώ οι υπόλοιπες θα έπαιζαν μεταξύ τους στο Β Γκρουπ.
Ένα κράτος που δεν υπήρχε πια
Το ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό επηρέασε τη διοργάνωση από νωρίς, πριν καν αρχίσει. Οι Γερμανοί κατέβαιναν ως ομάδα του Γ' Ράιχ μετά την προσάρτηση της Αυστρίας και εκδήλωσαν από νωρίς τη δυσφορία τους για το γεγονός ότι η Τσεχοσλοβακία κατέβαζε ανεξάρτητη δική της ομάδα παρότι αποτελούσαν πλέον τα εδάφη της κομμάτι της "Μεγάλης Γερμανίας" του Χίτλερ. Μια άλλη ιδιαιτερότητα ήταν η εμφάνιση της ομάδας από την Παλαιστίνη, η οποία βέβαια δεν αποτελούνταν από Άραβες. Μπορεί το κράτος του Ισραήλ να μην είχε συσταθεί ακόμα - αυτό θα γινόταν το Νοέμβριο του 1947 με απόφαση των Ηνωμένων Εθνών - όμως η ομάδα αυτή αποτελούνταν αποκλειστικά από Εβραίους που ακολουθώντας το σιωνιστικό κίνημα είχαν μεταναστεύσει προς την πατρική ιερή γη τους.
Η γερμανική ομάδα ενισχύθηκε με δύο αυστριακής γέννησης παίκτες: τον Erich Eliskases στην πρώτη σκακιέρα και τον Becker ως αρχηγό. Τρία χρόνια νωρίτερα στο Μόναχο και οι δύο είχαν αγωνιστεί απέναντι στη Γερμανία με τα αυστριακά χρώματα.
Στην Τσεχοσλοβακία επιτράπηκε να αγωνιστεί ως χωριστή ομάδα, αλλά καταχωρήθηκε ως «Προτεκτοράτο Βοημίας-Μοραβίας». Ακολούθησαν μακρές και εξαντλητικές διαπραγματεύσεις: η οργανωτική επιτροπή αρνήθηκε να αναρτήσει την επίσημη σημαία του Προτεκτοράτου, που έφερε πια τη σβάστικα. Στον κεντρικό τοίχο του Teatro Politeama κυμάτισε το παραδοσιακό τσεχικό λάβαρο.
Τα προκριματικά παίχτηκαν από τις 21 ως τις 31 Αυγούστου 1939. Τσεχοσλοβακία, Πολωνία (με Tartakower, Najdorf), Αγγλία (Alexander, George Thomas, Milner-Barry, Golombek) και Βραζιλία (Trompowsky, εφευρέτης του ομώνυμου ανοίγματος, γεννηθείς στο Ρίο ντε Τζανέιρο) προκρίθηκαν από τον πρώτο όμιλο. Λετονία, Γερμανία, Χιλή και Γαλλία (με πρώτη σκακιέρα τον Alekhine) από τον δεύτερο. Από τον τρίτο όμιλο προκρίθηκαν οι Αργεντινή, Λιθουανία (Mikenas), Ολλανδία (van Scheltinga, χωρίς τον Euwe) και Δανία, ενώ από τον τέταρτο οι Σουηδία (Stahlberg), Εσθονία (Keres), Παλαιστίνη και Κούβα (Capablanca). Την επόμενη μέρα από το τέλος των προκριματικών, στις 1 Σεπτεμβρίου του 1939 και μια εβδομάδα μετά την υπογραφή του συμφώνου Molotov-Ribbentrop, οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Πολωνία και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος αρχίζει.
Πρώτη Σεπτεμβρίου

Η ομάδα του Περού στην 8η Ολυμπιάδα, Αύγουστος 1939. Τα ονόματα τυπώθηκαν κάτω από τη φωτογραφία στην εποχή της.
Η σύγχυση ήταν πλήρης. Κάποιοι παίκτες αποσύρθηκαν αμέσως, ανάμεσά τους τρία μέλη της αγγλικής ομάδας — και η Αγγλία εγκατέλειψε επιτόπου τη διοργάνωση, αφήνοντας 84 παρτίδες του τελικού να μην παιχτούν ποτέ. Οι διαθέσεις των σκακιστών ήταν μοιρασμένες. Κάποιοι ήθελαν να παίξουν κανονικά όλες τις προγραμματισμένες παρτίδες του, κάποιοι άλλοι ήθελαν να αναχωρήσουν για τις χώρες τους - ειδικά αυτοί που οι χώρες τους βρισκόντουσαν υπό άμεση απειλή - ενώ πολλοί υποκρίνονταν πως δεν υπήρχε θέμα προς συζήτηση. Ειδικά οι Αργεντίνοι διοργανωτές δεν ήθελαν να ακούσουν για οποιαδήποτε κουβέντα πάνω στο θέμα, τρομοκρατημένοι πως κάτι τέτοιο θα σηματοδοτούσε το τέλος της Ολυμπιάδας τους. Καθώς όμως, οι αρχηγοί των συμμαχικών δυνάμεων της Γαλλίας και Πολωνίας - ο Alexander Alekhine και ο Savielly Tartakower - επέμεναν για το ότι πρέπει να συζητηθεί το πώς θα διεξαχθούν οι συναντήσεις μεταξύ κρατών που βρίσκονταν σε πόλεμο, οι διοργανωτές υπέκυψαν στις πιέσεις.
Οι αγώνες που δεν παίχτηκαν
Ό,τι ακολούθησε είναι το πιο παράξενο κεφάλαιο διοικητικής ιστορίας που έχει το σκάκι.
Πολύ σύντομα αποφασίστηκε πως οι συναντήσεις Γερμανία-Γαλλία και Πολωνία-Γερμανία δε θα παιζόντουσαν κανονικά και θα κατακυρώνονταν 2-2 (με 4 ισοπαλίες). Οι Γερμανοί επανέφεραν το ζήτημα της Τσεχοσλοβακίας - που έπαιζε ως το "προτεκτοράτο της Βοημίας και της Μοραβίας" - αιτούμενοι την αποχώρησή της από τη διοργάνωση. Οι Τσέχοι αρνήθηκαν φυσικά και αυτή τη φορά ο συμβιβασμός επήλθε όταν δέχτηκαν να μην παιχτούν τα ματς Τσεχοσλοβακία-Πολωνία και Τσεχοσλοβακία-Γαλλία (2-2 με 4 ισοπαλίες και αυτά). Η λογική πίσω από αυτήν την απόφαση αποτελεί ένα ακόμα μελανό σημείο στην ιστορία του σκακιού. Εφόσον η Τσεχοσλοβακία ήταν πια κομμάτι του Γ' Ράιχ δε θα έπαιζε με τους Γάλλους και τους Πολωνούς αφού αυτοί ήταν επισήμως πια σε πόλεμο με το Γ' Ράιχ. Παρόλα αυτά τους επετράπη να τοποθετήσουν τη σημαία της πρώην Τσεχοσλοβακίας στα τραπέζια των αγώνων και στα τελικά όπως ακριβώς στα προκριματικά.
Τα προβλήματα όμως δεν τελείωσαν εκεί. Η ομάδα της Παλαιστίνης, αποτελούμενη από Εβραίους μετανάστες, αρνήθηκε να αγωνιστεί εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, κάτι που έγινε αμέσως κατανοητό ως προς το πολιτικό του νόημα. Αγωνιστικά όμως ένα τυχόν προκαθορισμένο 2-2 σε αυτήν τη συνάντηση θα αποτελούσε μεγάλο χάντικαπ για τους Γερμανούς αφού η ομάδα της Παλαιστίνης ήταν θεωρητικά πολύ πιο αδύναμη και τα άλλα φαβορί θα κέρδιζαν σίγουρα περισσότερους από δύο βαθμούς στις συναντήσεις τους εναντίον της. Οι Γερμανοί απαίτησαν το 4-0 και οι διαπραγματεύσεις φτάσανε σε τέλμα. Η λύση δόθηκε από τους διοργανωτές και η ομάδα της Αργεντινής - ένα από τα φαβορί στα χαρτιά - δέχθηκε να προσυμφωνήσει με τη σειρά το 2-2 με την Παλαιστίνη για να κατευνάσει τους Γερμανούς και να σωθεί η διοργάνωση. Περιέργως οι Γερμανοί δέχθηκαν παρότι η Πολωνία, ο μεγάλος τους αντίπαλος θα έπαιζε κανονικά με την αδύναμη ομάδα της Παλαιστίνης. Η ειρωνεία της τύχης ήταν ότι το ματς Πολωνία-Παλαιστίνη παίχθηκε κανονικά και έληξε 2-2! Έτσι, με την αποχώρηση της Αγγλίας και 6 συναντήσεις προσυμφωνημένες ως προς το αποτέλεσμα τους, τα τελικά της Ολυμπιάδας του Buenos Aires ξεκινούσαν.
Η κούρσα
Η Αργεντινή ξεκίνησε τα τελικά εντυπωσιακά κερδίζοντας τους Τσέχους 3.5-0.5 ενώ Γερμανοί και Πολωνοί έχαναν αρκετούς πόντους από τους αντιπάλους τους. Οι Γερμανοί επανήλθαν στα ψηλά όταν στον επόμενο γύρο κέρδισαν με τη σειρά τους 3-1 την Τσεχοσλοβακία σε ένα ματς με πολύ ένταση. Την ίδια στιγμή οι Πολωνοί έμεναν στο 2-2 με τη Χιλή και συνέχισαν με νέο 2-2 εναντίον της Παλαιστίνης. Οι Γερμανοί σκαρφάλωσαν στην πρώτη θέση κερδίζοντας τους διοργανωτές Αργεντίνους με 3-1. Οι Πολωνοί έχασαν τόσο από τους Σουηδούς όσο και από τους Ολλανδούς στη συνέχεια. Ήταν προφανές ότι τα νέα από την Ευρώπη που περιέγραφαν γλαφυρά την καταστροφή της χώρας τους από τα Χιτλερικά στρατεύματα δεν μπορούσαν να μην τους επηρεάσουν. Μετά από προτροπές του Ταρτακόβερ, που ήταν άπατρις στην πραγματικότητα και τελικά κατάφερε να πολεμήσει στον πρώτο παγκόσμιο με την πλευρά των Γερμανών και στον δεύτερο με την πλευρά των Συμμάχων, οι Πολωνοί άρχισαν να συνέρχονται και κέρδισαν 4-0 τους Λιθουανούς και 4-0 τους Γάλλους (χωρίς Alekhine) στη συνέχεια ενώ πέτυχαν και ένα 2.5-1.5 επί των Αργεντίνων ξαναμπαίνοντας στο κυνήγι των πρώτων θέσεων.
Τελικά πριν τον τελευταίο γύρο οι Γερμανοί ήταν μπροστά με 34 βαθμούς, οι Πολωνοί πίσω τους με 32 όσους και οι Εσθονοί, οι Σουηδοί είχαν 31.5 και η Αργεντινή είχε 30. Στον τελευταίο γύρο οι Γερμανοί έπαιζαν με τους Ολλανδούς και με ένα όχι και πολύ μαχητικό 2-2 καπάρωσαν το χρυσό μετάλλιο. Οι Πολωνοί είχαν εύκολο αντίπαλο, την ομάδα της Δανίας, και σιγούρεψαν το αργυρό με ένα 3.5-0.5. Η Αργεντινή ήθελε ένα 3-1 επί των Εσθονών για να τους πιάσει αλλά έμεινε στο 2.5-1.5. Αυτό το αποτέλεσμα έδινε ελπίδες στους Σουηδούς για το χάλκινο μετάλλιο - χρειαζόντουσαν ένα 2-2 με τους Λετονούς - όμως χάσανε και έτσι τρίτοι τερμάτισαν οι Εσθονοί του Paul Keres.
Μια παρτίδα που δεν παίχτηκε ποτέ

Ο José Raúl Capablanca σε σιμουλτανέ τριάντα σκακιερών στο Βερολίνο, 1929.
Στη λίστα του δωδέκατου γύρου υπήρχε μια αναμέτρηση που θα ήταν ιστορική: Γαλλία–Κούβα, πρώτη σκακιέρα, Alekhine – Capablanca. Οι δύο άνθρωποι που είχαν παίξει τον αγώνα τίτλου του 1927, και που έκτοτε είχαν παίξει μόλις μια επίσημη παρτίδα μεταξύ τους εξαιτίας μιας έχθρας που κράτησε ως τον θάνατό τους.
Ο κόσμος γέμισε την αίθουσα. Ο Capablanca δεν εμφανίστηκε· η Κούβα έπαιξε χωρίς αυτόν. Η OlimpBase χαρακτηρίζει την απουσία «χειρονομία κυρίου», αν και είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την ευγένεια από την περιφρόνηση.
Και οι δύο πέρασαν τη διοργάνωση αήττητοι και η σύγκριση έγινε τελικά στους πίνακες αντί για τη σκακιέρα: ο πενηντάχρονος Capablanca κέρδισε το ατομικό χρυσό της πρώτης σκακιέρας με 8½/11 (77,3%), ο Alekhine —κάτοχος του τίτλου— το ασημένιο με 7½/10 (75,0%).
Ήταν η τελευταία Ολυμπιάδα και για τους δύο. Ο Capablanca πέθανε το 1942 στη Νέα Υόρκη, ο Alekhine το 1946 σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στην Πορτογαλία, παγκόσμιος πρωταθλητής και σχεδόν μόνος. Η ρεβάνς δεν έγινε ποτέ.
Ο Najdorf και το τελευταίο του παιχνίδι για την Πολωνία

Ο Miguel Najdorf με τη σύζυγό του στο Άμστερνταμ, 1950. Έντεκα χρόνια νωρίτερα είχε φύγει από την Πολωνία.
Στη δεύτερη σκακιέρα της Πολωνίας ο Najdorf κέρδισε ξανά ατομικό χρυσό, όπως και στο Μόναχο. Στον τελευταίο γύρο, στις 18 Σεπτεμβρίου, έπαιξε με τον Δανό Christian Poulsen. Δεν το ήξερε, αλλά ήταν η τελευταία παρτίδα που θα έδινε ως εκπρόσωπος της Πολωνίας.
Το άνοιγμα αξίζει μια παρένθεση: 1.e4 c5 2.Nf3 d6 3.d4 cxd4 4.Nxd4 Nf6 5.Nc3 a6. Είναι η Βαριάντα Najdorf, παιγμένη από τον Najdorf — δέκα και πλέον χρόνια πριν πάρει το όνομά του και γίνει ένα από τα δημοφιλέστερα ανοίγματα του κόσμου.
Λίγες μέρες μετά την τελευταία κίνηση αυτής της παρτίδας, ο Najdorf αποφάσισε να μη γυρίσει.
Η γυναίκα του, η κόρη του, οι γονείς και τα αδέρφια του χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα. Έμεινε στην Αργεντινή, έγινε Miguel αντί για Mieczysław και υπήρξε για δεκαετίες ο μεγαλύτερος σκακιστής της Λατινικής Αμερικής — και ο άνθρωπος που έδωσε στην Αργεντινή τα μετάλλια της δεκαετίας του '50. Στις 21 Ιανουαρίου 1947, στο Σάο Πάουλο, έπαιξε σαράντα πέντε ταυτόχρονες παρτίδες στα τυφλά — είκοσι τρεις ώρες και είκοσι πέντε λεπτά συνεχούς παιχνιδιού, με 39 νίκες, 4 ισοπαλίες και 2 ήττες. Ήταν παγκόσμιο ρεκόρ, και θα άντεχε δεκαετίες.
Ο λόγος για τον οποίο το έκανε δεν ήταν το ρεκόρ. Υπολόγιζε ότι, αν κατάφερνε κάτι αρκετά σημαντικό, η είδηση θα ταξίδευε σε όλο τον κόσμο και θα έφτανε κάπου στην Ευρώπη, όπου ίσως κάποιος δικός του που είχε επιζήσει θα διάβαζε το όνομά του και θα τον αναζητούσε.
Δεν τον αναζήτησε κανείς.
Όσοι έμειναν

Ο Gideon Ståhlberg, ένας από όσους έμειναν στη Νότια Αμερική μετά το 1939. Η φωτογραφία είναι του 1961.
Ο Najdorf δεν ήταν μόνος. Πολλοί παίκτες, ιδίως εβραϊκής καταγωγής, δεν είχαν καμία διάθεση να επιστρέψουν σε μια Ευρώπη που καιγόταν. Η αργεντινή κυβέρνηση θέσπισε διευκολύνσεις για όσους ήθελαν να μείνουν.
Έμειναν όλα τα μέλη της γερμανικής αποστολής παρά τις ζεστές σχέσεις τους με το ναζιστικό καθεστώς, μερικά για πάντα. Έμειναν ο Najdorf και ο Paulin Frydman από την Πολωνία, ο Gideon Ståhlberg από τη Σουηδία, ο Jiří Pelikán και ο Karel Skalička από την Τσεχοσλοβακία, ο Lūcijs Endzelīns από τη Λετονία, ο Markas Luckis και ο Povilas Vaitonis από τη Λιθουανία και πολλοί άλλοι.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι το Μπουένος Άιρες έσφυζε από σκακιστική ζωή σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, ενώ η Ευρώπη σιωπούσε. Η ορμή που πήρε τότε το αργεντίνικο σκάκι απέδωσε πέντε ολυμπιακά μετάλλια στη δεκαετία του '50 και στις αρχές του '60.
Δύο ιστορίες από τα χαμηλά
Το Copa Argentina, το δεύτερο τμήμα, το κέρδισε η Ισλανδία, μπροστά από τον Καναδά στα σημεία και τη Νορβηγία. Ο Ισλανδός Guðmundsson έκανε 10/10 στους τελικούς και ο δεκατετράχρονος Καναδός Daniel Yanofsky 9½/10 στην πρώτη σκακιέρα της ομάδας του — δύο επιδόσεις που, αν είχαν σημειωθεί στο πάνω τμήμα, θα ήταν πρωτοσέλιδα. Ο Yanofsky, που έπαιζε την πρώτη του Ολυμπιάδα σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, θα γινόταν ο ισχυρότερος σκακιστής που έβγαλε ποτέ ο Καναδάς και θα συνέχιζε να εμφανίζεται σε Ολυμπιάδες επί τρεις δεκαετίες. Η Παραγουάη έχασε δέκα συνεχόμενους αγώνες και τερμάτισε τελευταία.
Μια τελευταία στατιστική λεπτομέρεια, από εκείνες που μόνο ένα τουρνουά με δύο φάσεις παράγει: το Μπουένος Άιρες είναι η μοναδική φορά στην ιστορία που τα ατομικά βραβεία απονεμήθηκαν αγνοώντας εντελώς τις επιδόσεις των προκριματικών. Και οι τρεις Λιθουανοί —Vaitonis, Luckis και Povilas Tautvaišas— έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι που συμπλήρωσαν είκοσι παρτίδες σε επίσημη Ολυμπιάδα.
Και μια μοναδική οικογενειακή ιστορία που συμβολίζει την εποχή. Διαβάζοντας τη λίστα συμμετεχόντων, ο σαρανταπεντάχρονος J. Janowski της Αργεντινής —γεννημένος στην Ουκρανία, μετανάστης στην Αργεντινή από το 1919— παραξενεύτηκε βλέποντας ένα «A. Yanofsky» στην καναδική ομάδα. Ζήτησε να τον γνωρίσει και του έδειξε τη φωτογραφία του πατέρα του. Ο δεκατετράχρονος Abe κοίταξε και φώναξε: «αυτός είναι και δικός μου πατέρας!». Ο πατέρας τους είχε μείνει πίσω και είχε φύγει αργότερα για τον Καναδά με τον εξάμηνο τότε Abe. Τα δύο αδέρφια αγκαλιάστηκαν για πρώτη φορά σε μια σκακιστική Ολυμπιάδα στην άλλη άκρη του κόσμου.
Η Vera Menchik: ο έβδομος τίτλος και το τέλος

Η Vera Menchik στο Λονδίνο, 1933.
Παράλληλα με την Ολυμπιάδα διεξήχθη στο Μπουένος Άιρες και το 7ο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Γυναικών. Η Vera Menchik το κέρδισε με 18/19 — δεκαεπτά νίκες, δύο ισοπαλίες, καμία ήττα. Ήταν ο έβδομος και τελευταίος της τίτλος.
Η σημαία που δεν ήταν καμιάς χώρας

Η Sonja Graf σε παρτίδα στον σκακιστικό σύλλογο της Ουτρέχτης, Οκτώβριος 1936.
Δεύτερη, με 16/19, τερμάτισε μια Γερμανίδα που δεν αγωνιζόταν για τη Γερμανία.
Η Sonja Graf είχε ταξιδέψει στο Μπουένος Άιρες για να παίξει στη γερμανική αποστολή. Η ανοιχτή και επίμονη εχθρότητά της προς την κυβέρνηση του Hitler είχε όμως γίνει γνωστή και το όνομά της διαγράφηκε από τον κατάλογο των Γερμανών συμμετεχόντων.
Της δόθηκε τότε η επιλογή να αγωνιστεί υπό τη διεθνή σημαία, εκείνη που έφερε την ένδειξη «Liberty». Δέχτηκε. Έτσι, στην ίδια αίθουσα όπου οι οργανωτές αρνούνταν να υψώσουν τη σβάστικα για λογαριασμό των Τσέχων, μια Γερμανίδα έπαιζε δεκαεννιά παρτίδες κάτω από μια σημαία που δεν αντιστοιχούσε σε κανένα κράτος του κόσμου.
Έχασε μόνο τρεις παρτίδες και τερμάτισε δύο βαθμούς πίσω από την αήττητη Menchik. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, έμεινε και εκείνη στην Αργεντινή — για την ασφάλειά της.
Το τέλος
Η Menchik είχε ταξιδέψει και εκείνη με το πλοίο· γύρισε όμως στην Αγγλία.
Στις 26 Ιουνίου 1944, μια ιπτάμενη βόμβα V-1 χτύπησε το σπίτι της στην οδό Gauden 47, στο Clapham του νότιου Λονδίνου. Σκοτώθηκαν έντεκα άνθρωποι. Ανάμεσά τους η Vera Menchik, η μητέρα της, και η αδελφή της Olga Menchik — επίσης σκακίστρια, τέταρτη στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Γυναικών της Βαρσοβίας το 1935.
Ο τίτλος της παγκόσμιας πρωταθλήτριας έμεινε κενός για έξι χρόνια. Καμία δεν τον διεκδίκησε ως το 1950, γιατί απλούστατα δεν υπήρχε κανείς να τον διεκδικήσει από αυτήν — τον είχε κρατήσει δεκαεπτά χρόνια και δεν τον είχε χάσει ποτέ στη σκακιέρα.
Τι κόστισε
Η προπολεμική εποχή δεν τελείωσε· διακόπηκε.
Ο Dawid Przepiórka, ο άνθρωπος που είχε προεδρεύσει της οργανωτικής επιτροπής της Ολυμπιάδας της Βαρσοβίας το 1935 και είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση για να τη διοργανώσει, συνελήφθη τον Ιανουάριο του 1940 σε επιδρομή της Γκεστάπο σε ένα διαμέρισμα της Βαρσοβίας όπου γινόταν άτυπη συγκέντρωση σκακιστών. Οι μη Εβραίοι παρευρισκόμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι μετά από μια εβδομάδα. Ο Przepiórka και οι υπόλοιποι Εβραίοι εκτελέστηκαν στο Palmiry· η ακριβής ημερομηνία δεν είναι γνωστή, πιθανότατα τον Απρίλιο του 1940.
Ο Vladimirs Petrovs, η πρώτη σκακιέρα της Λετονίας που πήρε χάλκινο ατομικό μετάλλιο στο Μπουένος Άιρες, γύρισε σπίτι. Συνελήφθη στις 31 Αυγούστου 1942 βάσει του Άρθρου 58, επειδή είχε σχολιάσει την πτώση του βιοτικού επιπέδου στη Λετονία μετά τη σοβιετική προσάρτηση. Στάλθηκε στη Βορκούτα και πέθανε εκεί από πνευμονία στις 26 Αυγούστου 1943, τριάντα τεσσάρων ετών.
Ανάμεσά τους, η γυναίκα που είχε κερδίσει επτά συνεχόμενους παγκόσμιους τίτλους σκοτώθηκε από μια βόμβα στο σαλόνι της.
Αυτό όμως που χάθηκε δεν ήταν μόνο άνθρωποι. Ήταν μια γεωγραφία.
Οι Ολυμπιάδες του πρώτου μέρους στηρίζονταν σε έναν πολύ συγκεκριμένο κόσμο: τη σκακιστική κουλτούρα της Κεντρικής Ευρώπης, με κέντρα τη Βιέννη, την Πράγα, τη Βουδαπέστη και τη Βαρσοβία, καφενεία όπου έπαιζαν μαζί δικαστές, έμποροι και επαγγελματίες και εβραϊκές κοινότητες που έδιναν δυσανάλογα μεγάλο μέρος των κορυφαίων παικτών. Οι τέσσερις πρωταθλήτριες της περιόδου — Ουγγαρία, Πολωνία, ΗΠΑ και, ανεπίσημα, Τσεχοσλοβακία — αντλούσαν όλες, άμεσα ή έμμεσα, από αυτή τη δεξαμενή· ακόμη και η αμερικανική ομάδα ήταν σε μεγάλο βαθμό μετανάστες πρώτης γενιάς από αυτόν ακριβώς τον κόσμο.
Μέσα σε έξι χρόνια ο κόσμος αυτός έπαψε να υπάρχει. Δεν αποδυναμώθηκε — καταστράφηκε, δολοφονήθηκε ή διασκορπίστηκε σε τρεις ηπείρους. Η Πολωνία, που είχε πάρει μετάλλιο σε έξι από τις επτά επίσημες Ολυμπιάδες της, δεν πλησίασε ποτέ ξανά τα προπολεμικά της κατορθώματα και ο λόγος δεν είναι σκακιστικός.
Δεκατρία χρόνια χωρίζουν τη Στοκχόλμη του 1937 από την επόμενη κανονική διοργάνωση, και έντεκα το Μπουένος Άιρες από το Ντουμπρόβνικ του 1950. Είναι το μεγαλύτερο κενό στην ιστορία του θεσμού, και όταν έκλεισε, τίποτα δεν ήταν στη θέση του.
Η Γερμανία και η Ουγγαρία χρειάστηκαν χρόνια για να ξαναφτιάξουν ομάδες. Η Τσεχοσλοβακία και η Πολωνία επέστρεψαν σε έναν εντελώς διαφορετικό πολιτικό κόσμο. Η Λετονία, η Λιθουανία και η Εσθονία —που είχαν δώσει τον Matisons, τον Petrovs, τον Mikėnas και τον Keres— έπαψαν να υπάρχουν ως χώρες στους ολυμπιακούς πίνακες για μισό αιώνα· ο Keres θα έπαιζε στο εξής με τα χρώματα της ΕΣΣΔ.
Η Αργεντινή, χάρη σε ανθρώπους που είχαν πάει για δεκαπέντε μέρες και είχαν μείνει μια ζωή, έγινε δύναμη: πέντε ολυμπιακά μετάλλια μέσα σε δεκαπέντε χρόνια, με τον Najdorf και τον Ståhlberg να διδάσκουν μια ολόκληρη γενιά που δεν θα υπήρχε αν το «Piriápolis» είχε γυρίσει πίσω γεμάτο.
Και μια χώρα που είχε προσκληθεί στη Βαρσοβία το 1935 και είχε αρνηθεί ετοιμαζόταν επιτέλους να μπει στους αγώνες. Όταν το έκανε, το 1952 στο Ελσίνκι, κέρδισε — και δεν σταμάτησε να κερδίζει για σαράντα χρόνια. Αυτό είναι όμως το θέμα του τρίτου μέρους του αφιερώματος.
Αποδόσεις εικόνων
- Το τουρνουά του Poděbrady, 1936 — άγνωστος φωτογράφος, public domain (Commons)
- Capablanca στο Βερολίνο, 1929 — Bundesarchiv Bild 102-07977, CC BY-SA 3.0 de (Commons)
- Το Piriápolis — Louis Claes, συλλογές MAS Αμβέρσας, public domain (Commons)
- Paul Keres, 1939 — El Gráfico, public domain (Commons)
- Miguel Najdorf, 1950 — Carel L. de Vogel για το Anefo, CC0 (Commons)
- Η ομάδα του Περού, 1939 — άγνωστος φωτογράφος· το Commons τη φέρει ως CC BY-SA 4.0, ετικέτα που δεν στέκει για φωτογραφία του 1939 (Commons)
- Sonja Graf στην Ουτρέχτη, 1936 — άγνωστος φωτογράφος, public domain (Commons)
- Gideon Ståhlberg, 1961 — Wim van Rossem για το Anefo, CC BY-SA 3.0 nl (Commons)
- Vera Menchik, Λονδίνο 1933 — στούντιο Herbert Vandyk, public domain (Commons)
Πηγές
- OlimpBase — unofficial Chess Olympiad, Munich 1936
- OlimpBase — 8th Chess Olympiad, Buenos Aires 1939
- OlimpBase — Men's Chess Olympiads summary
- Edward Winter, «The 1936 Munich Chess Olympiad»
- Open Chess Museum (FIDE) — Unofficial Chess Olympiad in Munich 1936
- Women's World Chess Championship 1939 — Wikipedia
- British Chess News — Remembering Vera Menchik
- Commonwealth War Graves Commission — The Real Queen's Gambit
- Dawid Przepiórka — Wikipedia
- ChessBase — The tragic fate of Vladimir Petrovs
- Sonja Graf — Wikipedia
- Guinness World Records — most simultaneous blindfolded chess wins
Σημειώνονται τα εξής:
- Η ονομασία της διοργάνωσης του 1936. Συναντάται συχνά ως «Ολυμπιάδα του Βερολίνου», επειδή στήθηκε ως αντίβαρο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Η διοργάνωση έγινε στο Μόναχο.
- Οι βαθμολογίες του Μονάχου. Οι αριθμοί 106 / 102 / 101½ / 101 / 99 που αναφέρονται στην OlimpBase είναι η κατάσταση πριν τον τελευταίο γύρο, όχι η τελική· γι' αυτό και εμφανίζεται εκεί η Γιουγκοσλαβία πάνω από τη Γερμανία, ενώ τελικά η Γερμανία πήρε το χάλκινο. Η τελική επίδοση της Ουγγαρίας ήταν 110½.
- Ο Tarrasch. Η OlimpBase τον αναφέρει ως παράδειγμα Γερμανού παίκτη εβραϊκής καταγωγής που αποκλείστηκε από τον νέο κανονισμό. Ο Tarrasch είχε πεθάνει το 1934, δηλαδή πριν την Ολυμπιάδα· ο αποκλεισμός αφορούσε τους ζώντες, και εδώ αναφέρεται ως δείκτης του τι διαγραφόταν, όχι ως θιγόμενος συμμετέχων.
- Ο αριθμός των παρτίδων στο Μπουένος Άιρες. Η OlimpBase δίνει 928 παρτίδες και σημειώνει ότι 24 (έξι αγώνες) ορίστηκαν 2–2 χωρίς να παιχτούν, ενώ άλλες 84 του τελικού δεν έγιναν ποτέ λόγω της αποχώρησης της Αγγλίας. Το 84 δεν προκύπτει: ο τελικός Α έτρεξε τελικά με δεκαπέντε ομάδες σε δεκαπέντε γύρους, οπότε η αποχώρηση μιας ομάδας αφαιρεί εξήντα παρτίδες. Ούτε το 928 φαίνεται να περιλαμβάνει τους μηδενισμούς. Και τα δύο νούμερα παρατίθενται όπως τα δίνει η πηγή.
- Το όνομα του πλοίου εμφανίζεται στην OlimpBase ως «Priapolis»· η ορθή γραφή του αργεντινού υπερωκεάνιου είναι Piriápolis και υιοθετήθηκε αυτή.
- Friedmann και Frydman: δύο διαφορετικοί Πολωνοί. Στο Μόναχο το 1936 ο Henryk Friedmann πήρε το ατομικό ασημένιο της 5ης σκακιέρας παίζοντας αήττητος και τις είκοσι παρτίδες. Ο Paulin Frydman είναι άλλο πρόσωπο: αγωνίστηκε στην Πολωνία επί σειρά Ολυμπιάδων, πήρε ατομικό ασημένιο στην 3η σκακιέρα στο Μπουένος Άιρες το 1939 και έμεινε στην Αργεντινή. Τα δύο ονόματα συγχέονται τακτικά στη βιβλιογραφία.
Η Ελλάδα δεν συμμετείχε σε καμία από τις δύο διοργανώσεις.









