chess.gr
chess.gr · Νέα · Βιβλιοκριτικές · Σκάκι και Τέχνες · Συνεντεύξεις

Το Music and Chess: Apollo Meets Caissa του Αχιλλέα Ζωγράφου, ένα βιβλίο που διαβάζεται με τη μουσική να παίζει

Βιβλιοπαρουσίαση και συνέντευξη με τον συγγραφέα

Από Νίκος Σαρακενίδης ·

Μια περιήγηση με κατεύθυνση


Achilleas Zographos, Music and Chess: Apollo Meets Caissa, Russell Enterprises, Milford CT, 2017, 224 σελ.


Στον πρόλογο του βιβλίου του ο Αχιλλέας Ζωγράφος μάς προειδοποιεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια: Το βιβλίο δεν επιχειρεί να αποδείξει τίποτα, γιατί δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο προς απόδειξη. Είναι μια περιήγηση, που όμως έχει κατεύθυνση. Αξίζει να κρατήσουμε αυτή τη φράση από την αρχή, γιατί είναι το σωστό κλειδί για να ανοίξει κανείς το βιβλίο. Όποιος το πιάσει περιμένοντας πραγματεία αισθητικής θα ψάχνει αποδείξεις. Όποιος το πιάσει ως περιήγηση θα βρει έναν ξεναγό που ξέρει τον δρόμο και του αρέσει να σταματάει στα ωραία σημεία.


Ο Ζωγράφος είναι πιανίστας με μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο Folkwang του Έσσεν και μαιτρ στο σκάκι, με μέγιστο Elo 2204. Διδάσκει και τα δύο στο Μουσικό Σχολείο Παλλήνης από το 1998 και το βιβλίο γεννήθηκε εκεί, όταν άρχισε να διδάσκει και σκάκι και παρατήρησε πόσο έμοιαζαν οι δύο διδακτικές διαδικασίες. Η ιδέα χρειάστηκε περίπου οκτώ χρόνια για να γίνει βιβλίο. Σε μια από τις παρουσιάσεις του το 2018 θυμήθηκε την πρώτη του επίσκεψη στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Μεγάρου Μουσικής, όπου ο βιβλιοθηκάριος που τον βοήθησε να βρει υλικό αποδείχτηκε συμπαίκτης του στον ίδιο σκακιστικό σύλλογο. Μέτρησε επίσης πάνω από τριάντα ανθρώπους που βοήθησαν στη διαδρομή. Είναι ένα βιβλίο που φτιάχτηκε με παρέα και αυτό φαίνεται.

Ένα βιβλίο που θέλει να αφηγηθεί


Η καταγωγή του από την τάξη εξηγεί σχεδόν τα πάντα για τη μορφή του. Στις παρουσιάσεις ο συγγραφέας επέμεινε ότι ήθελε όχι μόνο να αναλύσει τη σχέση σκακιού και μουσικής αλλά κυρίως να τη διηγηθεί. Επιδίωξε επίσης να μείνει το βιβλίο διασκεδαστικό χωρίς να χάσει τη σοβαρότητά του. Το πέμπτο κεφάλαιο, για παράδειγμα, ανοίγει με ένα αίνιγμα, για να μπει ο αναγνώστης στα μονοπάτια του βιβλίου σαν σε παιχνίδι. Ο ίδιος γράφει ότι αρκούν βασικές γνώσεις σκακιού και ότι δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις μουσικής ή μαθηματικών. Τα σκακιστικά παραδείγματα είναι συχνά φινάλε με βασιλιάδες και πιόνια ακριβώς γι' αυτό.


Ο συγγραφέας οριοθετεί προσεκτικά το πεδίο. Δεν τον απασχολεί το σκάκι ως θέμα της τέχνης, οι πίνακες με σκακιστές, τα μυθιστορήματα, οι ταινίες, όπου το σκάκι είναι απλώς αφορμή, «όπως ένα ηλιοβασίλεμα». Δηλώνει ότι δεν θα μπει σε κβαντομηχανική, θεωρία του χάους ή σημειωτική, γιατί βρίσκονται έξω από ό,τι γνωρίζει. Ξεκαθαρίζει επίσης ότι οι μουσικές του αναφορές περιορίζονται στη δυτική κλασική μουσική από τον 16ο αιώνα και μετά και στην τζαζ. Όταν ένας ακροατής τον ρώτησε για τη βυζαντινή ή την ινδική μουσική, απάντησε με την ίδια τιμιότητα. Μιλάει γι' αυτό που σπούδασε και εστιάζει σε όσα είναι κοινά για όλα τα μουσικά είδη, όπως για παράδειγμα τη μελωδία, το τονικό ύψος, τον ρυθμό.


Τα τριάντα κεφάλαια χωρίζονται σε τέσσερα μέρη: τα προκαταρκτικά, με μια ιστορική επισκόπηση που ξεκινά από τους Άραβες και φτάνει ως τη ραπ, το κύριο τμήμα του βιβλίου με συγκρίσεις και ενδιαφέρουσες αναφορές (κεφ. 6-13), δύο «συνδετικές θεωρίες για το σκάκι και τη μουσική» (14-15) και την γκαλερί προσωπικοτήτων με πολλά αξιοπρόσεκτα να ακολουθούν (16-30). Μία από τις ωραίες λεπτομέρειες της ιστορικής ενότητας είναι ότι η πρώτη αναφορά σε όργανο που συνδυάζει μουσική και σκάκι βρίσκεται ήδη στον 15ο αιώνα.

Ο πυρήνας


Το έκτο κεφάλαιο κάνει μια πρώτη χαρτογράφηση: την οικουμενικότητα και των δύο γλωσσών, το προσωπικό ύφος -ο Chigorin δίπλα στον Erik Satie-, το ότι και τα δύο τα «παίζουμε», τη συμβολική σημειογραφία τους. Το ρήμα αξίζει την προσοχή μας. Σε μια παρουσίαση σημειώθηκε ότι λέμε «παίζω πιάνο» και όχι «κάνω πιάνο», στα ελληνικά όπως στα αγγλικά και στα γερμανικά. Ειπώθηκε επίσης πως είναι το στοιχείο του παιχνιδιού που ενώνει τους δύο κόσμους.


Το πιο ουσιώδες σημείο του κεφαλαίου είναι η γνωστική ομοιότητα. Μέσα από τον Hofstadter και τα πειράματα του Ολλανδού ψυχολόγου Adriaan de Groot ο συγγραφέας θυμίζει ότι ο μαιτρ δεν βλέπει τη σκακιέρα ως μωσαϊκό αλλά ως ομάδες, chunks. Κυριολεκτικά δεν βλέπει τις κακές κινήσεις, όπως ο ερασιτέχνης δεν βλέπει τις παράνομες. Ο μουσικός κάνει το ίδιο με τις φράσεις ενώ τα δάχτυλα του τζαζίστα δεν τον αφήνουν να πέσει έξω. Εδώ η αναλογία δεν χρειάζεται υπεράσπιση, γιατί πρόκειται για την ίδια αρχιτεκτονική της εμπειρογνωσίας. Το κεφάλαιο κλείνει με τη διαμάχη για το σκάκι ως τέχνη στο British Journal of Aesthetics τη δεκαετία του '90, χωρίς ο συγγραφέας να επιβάλλει ετυμηγορία.


Ο ίδιος θεωρεί το έβδομο κεφάλαιο τη ραχοκοκαλιά του βιβλίου. Στην παρουσίαση του βιβλίου είπε στο κοινό ότι όσο έγραφε σκεφτόταν πως αν αυτό το κεφάλαιο δεν στέκει, δεν στέκει ολόκληρο το βιβλίο. Εδώ διατρέχει τα συστατικά της μουσικής, χρόνο και ρυθμό, μελωδία, αρμονία, υφή, δομή, ηχόχρωμα, αναζητώντας για το καθένα το σκακιστικό ανάλογο. Η φόρμα σονάτα τοποθετείται για παράδειγμα δίπλα στο άνοιγμα, το μέσο και το φινάλε μιας παρτίδας.


Τα παραδείγματα είναι διαλεγμένα με χιούμορ αλλά δεν είναι αυθαίρετα. Το περίφημο ματ σε 271 κινήσεις του Nenad Petrović εικονογραφεί την περιοδικότητα, καθώς η ίδια σειρά 23 κινήσεων επαναλαμβάνεται δώδεκα φορές, με τον μαύρο να αλλάζει κάθε φορά ελάχιστα τη θέση μετακινώντας ένα πιόνι, ώσπου να του τελειώσουν οι κινήσεις και να καταρρεύσει. Δίπλα του ο Ζωγράφος βάζει τη μινιμαλιστική μουσική του Philip Glass και το Koyaanisqatsi, όπου η μουσική φράση επαναλαμβάνεται και μεταμορφώνεται αργά. Στις παρουσιάσεις έδειχνε τη λύση πάνω στο Glassworks και το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν θεατρικό.


Η σπουδή του Jan van Reek διαλέγεται για την αντίστιξη, επειδή είναι κυριολεκτικά punctus contra punctum, πιόνι απέναντι σε πιόνι. Τα πιόνια των δύο πλευρών είναι πλεγμένα σε συμμετρική διάταξη και στη λύση κάνουν τις ίδιες κινήσεις σαν σε καθρέφτη, ώσπου ο λευκός να προλάβει να βγάλει βασίλισσα και να φάει αμέσως εκείνη του αντιπάλου. Ο συγγραφέας παίζει στο πιάνο ένα θέμα του Bach, μετά τη μίμησή του, μετά το θέμα στα μπάσα, για να ακούσει κανείς πώς πλέκονται οι φωνές. Ύστερα επιστρέφει στη σκακιέρα. Η σύγκριση με τη διπλή έλικα του DNA, όπως ο ίδιος παραδέχεται, δεν είναι δική του, αλλά του αρέσει. Το δίδαγμα που βγάζει είναι μια αρχή που αποδίδει στον Σωκράτη, ότι κάθε πράγμα είναι όμορφο όταν υπηρετεί καλά τον σκοπό του. Οι καλύτερες κινήσεις είναι εδώ και οι ωραιότερες.


Ομοίως η σπουδή του Rinck (1926), όπου ο λευκός βασιλιάς κινείται ζιγκ-ζαγκ μόνο στα μαύρα τετράγωνα και ο μαύρος αξιωματικός τον ακολουθεί σαν σκιά στα λευκά, μπαίνει δίπλα σε δύο μέτρα από τη Σακόν του Bach, όπου το δεύτερο μιμείται το πρώτο ένα σκαλί πιο πέρα. Αυτό δεν είναι μεταφορά, είναι η ίδια πράξη σε δύο υλικά.


Η πιο αυστηρή σελίδα του βιβλίου είναι ο πίνακας μιμήσεων μοτίβου. Ένα μοτίβο τεσσάρων φθόγγων υφίσταται μεγέθυνση, σμίκρυνση, καρκινική κίνηση, αναστροφή και καρκινική αναστροφή. Δίπλα του μια πορεία πύργου (Rc4-e4-e6-c6) περνά από τους ίδιους ακριβώς μετασχηματισμούς. Είναι οι ίδιες γεωμετρικές πράξεις. Είναι το σημείο όπου το βιβλίο φτάνει πιο κοντά στην απόδειξη που ο συγγραφέας λέει ότι δεν επιδιώκει. Θα άξιζε ένα ολόκληρο δεύτερο βιβλίο.


Στο ηχόχρωμα ο Ζωγράφος παίζει πιο ελεύθερα και το λέει. Ανοίγει την ενότητα δηλώνοντας ότι από εδώ και πέρα μπαίνουμε στο υποκειμενικό. Καταλήγει σε έναν πίνακα που ζευγαρώνει πιόνι και βιολί, ίππο και βιμπράφωνο, πύργο και γκραν κάσα, χωρίς να εξηγήσει γιατί. Ο αναγνώστης καλείται να βρει μόνος του το σκεπτικό και είναι μάλλον το πιο διασκεδαστικό παιχνίδι του βιβλίου.

Οι δύο συνδετικές θεωρίες


Εδώ βρίσκεται η πιο φιλόδοξη συνεισφορά. Το κεφάλαιο 14 παρουσιάζει τη θεωρία του Αργεντινού συνθέτη Juan María Solare, ότι η Ανάλυση του Philidor (1749) φέρει το αποτύπωμα της Πραγματείας περί Αρμονίας του Rameau (1722). Η δομή των πιονιών λειτουργεί, κατά τον Solare, όπως το basso continuo, ένα σχεδόν αόρατο, αργά μεταβαλλόμενο υπόστρωμα πάνω στο οποίο ξετυλίγεται η μελωδία. Ο Solare δεν ισχυρίζεται ότι μια διάταξη πιονιών αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη αλληλουχία συγχορδιών, αλλά ότι ο τρόπος σκέψης είναι ίδιος. Η εικόνα με την οποία κλείνει το κεφάλαιο είναι σχεδόν λογοτεχνική. Το basso continuo, ξέροντας ότι η εποχή του τελειώνει, μεταμορφώθηκε σε σκελετό πιονιών για να επιβιώσει ως ιδέα.


Το κεφάλαιο 15 είναι η αντίστοιχη απόπειρα του ίδιου του Ζωγράφου. Ο υπερμοντερνισμός του Réti και του Nimzowitsch, με τον έλεγχο του κέντρου από μακριά και την άρνηση να καθοριστεί νωρίς ο χαρακτήρας της παρτίδας, μπαίνει δίπλα στην ατονικότητα του Schoenberg, όπου καταργείται η ιεραρχία των φθόγγων γύρω από την τονική. Και τα δύο εγκαταλείπουν ένα σταθερό κέντρο. Ο συγγραφέας στηρίζει τη σύγκριση με ένα χρονολόγιο του 1900-1922, από τον Freud και τους αδελφούς Wright ως τον Kandinsky, τον Wittgenstein, την Έρημη Χώρα και τον Οδυσσέα. Το επιχείρημα δεν είναι ότι το ένα προκάλεσε το άλλο, αλλά ότι γεννήθηκαν μέσα στην ίδια περιρέουσα ατμόσφαιρα. Έτσι διατυπωμένο, πείθει.

Η γκαλερί και άλλα αξιοπρόσεκτα


Τα κεφάλαια 16-24 συγκεντρώνουν όσους κατοίκησαν και τους δύο κόσμους: τον Taimanov, τον Smyslov, τον Tal, τον Kramnik, τον Aronian, τον Prokofiev, τον Schoenberg με το «σκάκι συνασπισμών» των τεσσάρων στρατών, το Reunion του Cage με τον Duchamp. Οι περισσότεροι μιλούν μέσα από δικές τους συνεντεύξεις. Η συνέντευξη του Kramnik για τη σχέση του σκακιού με τις τέχνες είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες. Ο Taimanov, που ήταν κορυφαίος σκακιστής και κορυφαίος πιανίστας, έλεγε ότι η ζωή του ήταν σαν διαρκείς διακοπές, γιατί όποτε έπαιζε σκάκι ξεκουραζόταν από τη μουσική και αντίστροφα.


Ακολουθούν το πρόγραμμα Ludwig, που συνθέτει μουσική και παίζει σκάκι με κοινούς αλγορίθμους, η «chessmusic» του Valeri Tsaturian, διεθνούς μαιτρ και προπονητή από το Μπακού, που επινόησε αλγόριθμο ο οποίος μετατρέπει τις κινήσεις σε μουσική και τον χρησιμοποίησε και θεραπευτικά, το σκακιστικό πιάνο του Ολλανδού van der Werve και ένα κεφάλαιο με θέμα και παραλλαγές, όπου το ίδιο θεωρητικό θέμα ανοίγματος παιγμένο σε διαφορετικές παρτίδες, φέρει κάθε φορά έναν μουσικό όρο στα ιταλικά, για παράδειγμα Allegro brillante για τη ρομαντική εκδοχή του 1851. Υπάρχει ένας «φανταστικός διάλογος» για τη σιωπή, με την παρατήρηση ότι το σκάκι είναι σιωπή και η μουσική ήχος. Υπάρχει και ένα ολόκληρο κεφάλαιο για το παράδοξο, που ο συγγραφέας θεωρεί από τα μεγαλύτερα ατού του σκακιού.


Στις παρουσιάσεις του 2018 ο Ζωγράφος επέκτεινε την γκαλερί προσωπικοτήτων με ένα παιχνίδι ζευγαριών που θα χωρούσε άνετα στο βιβλίο. Ο Capablanca με τον Mozart, για τη φυσικότητα όπου τίποτα δεν φαίνεται να κοστίζει. Ο Botvinnik με τον Bach, μέσα από τον Tal, που έλεγε ότι από τον Bach δεν μπορείς να αφαιρέσεις ούτε μία νότα χωρίς να γκρεμίσεις το οικοδόμημα. Ο ίδιος ο Tal με τον Thelonious Monk, τον πιανίστα που κατηγορήθηκε για «λάθος» νότες που ήταν πάντα στη σωστή θέση. Ο Bronstein με τον Piazzolla, ο Petrosian με τον Brahms, δύο δημιουργούς που κατηγορήθηκαν ως σχολαστικοί ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ουσίας τους βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια, ο Fischer με τον Schumann, ο Kasparov με τον Chopin. Και φρόντισε να πει ότι πρόκειται για τάσεις και όχι για στερεότυπα, γιατί οι άνθρωποι είναι πολύπλοκοι και δεν χωρούν σε ένα μόνο πλαίσιο. Είναι ακριβώς ο τόνος του βιβλίου.


Για τον αναγνώστη που διάβασε την κριτική μας για το Counterplay, υπάρχει ένα μικρό δώρο. Ο Ζωγράφος παραθέτει συχνά το βιβλίο του ανθρωπολόγου Robert Desjarlais, για τη «διαμεσολαβημένη έκσταση» του παιχνιδιού, για τον «αμοιβαίο συντονισμό» κατά Schutz, για το μπλιτς ως ποίηση σε διαρκή κίνηση, ακόμη και για την αρχιτεκτονική περιγραφή της Σικελικής Σβέσνικοφ. Δύο πολύ διαφορετικοί συγγραφείς συνομιλούν χωρίς να το έχουν σχεδιάσει.

Μικρά πράγματα για τον αναγνώστη του 2026


Το βιβλίο σχεδιάστηκε για να διαβάζεται με τη μουσική να παίζει και οι σύνδεσμοι προς τα βίντεο είναι μέρος της εμπειρίας. Μερικοί έχουν πάψει να λειτουργούν, κάτι αναπόφευκτο στο διαδίκτυο. Ο συγγραφέας μετέφερε γρήγορα το ευρετήριο σε δικό του ιστότοπο ώστε να ανοίγουν με ένα κλικ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε λίγες εβδομάδες πριν το AlphaZero αρχίσει να παίζει παρτίδες που οι μεγάλοι μαιτρ αποκάλεσαν όμορφες. Το κεφάλαιο 6 για τη μηχανή και τη δημιουργικότητα γράφτηκε δηλαδή λίγο πριν αλλάξει το πεδίο. Θα είχε ενδιαφέρον να διαβάσουμε τι θα έγραφε σήμερα ο συγγραφέας.

Πού καταλήγει


Ο επίλογος δεν συνάγει συμπέρασμα αλλά γυρίζει στην τάξη. Ο Ζωγράφος προτείνει το σκάκι ως εργαλείο για να καταλάβει κανείς την αισθητική μιας εποχής. Για να διδάξεις τον ρομαντισμό, δίπλα στα ιστορικά γεγονότα βάλε τη Φανταστική Συμφωνία του Berlioz, την Τρίτη Μαΐου του Goya, ένα σονέτο του Byron και την Αειθαλή Παρτίδα, όπου το ίδιο πνεύμα φαίνεται εξίσου καθαρά. Μετά κάνε το ίδιο για τον κλασικισμό. Στην ένσταση ότι χρειάζεται σκακιστική γνώση απαντά από την πράξη. Ο μαθητής δεν θα καταλάβει τη λογική μιας παρτίδας του Morphy, θα θαυμάσει όμως τη θυσία και τη νίκη του πνεύματος πάνω στην ύλη, όπως θαυμάζει κανείς έναν πίνακα χωρίς να ξέρει να ζωγραφίζει.


Υπάρχει εδώ μια ωραία συμμετρία με κάτι που ο συγγραφέας έχει πει σε παρουσιάσεις. Η μουσική αγγίζει τον καθένα χωρίς καμία προετοιμασία, ενώ το σκάκι ζητά γνώση για να το καταλάβεις και εξάσκηση για να το απολαύσεις, ακόμη και ως θεατής. Το βιβλίο είναι, στην ουσία του, μια προσπάθεια να γεφυρωθεί αυτή η απόσταση από την πλευρά του σκακιού. Να δανειστεί το σκάκι λίγη από την αμεσότητα της μουσικής.


Δεν είναι πραγματεία αισθητικής και δεν θέλει να είναι. Είναι φτιαγμένο από κάποιον που κατοικεί πράγματι και στους δύο κόσμους και ξέρει πού σταματά η γνώση του. Ο Απόλλωνας είναι θεός. Η Καΐσσα είναι μια δρυάδα που επινοήθηκε στην Αναγέννηση και βαφτίστηκε τον 18ο αιώνα, δηλαδή το σκάκι χρειάστηκε να εφεύρει τη Μούσα του. Σε έναν ακροατή που παρατήρησε ότι οι δύο δεν θα μπορούσαν ποτέ να συναντηθούν στον ίδιο χρόνο, ο Ζωγράφος απάντησε με χαμόγελο ότι ο Απόλλωνας είναι αθάνατος και άρα έχει όλο τον χρόνο. Το βιβλίο του είναι αυτή ακριβώς η συνάντηση. Αξίζει να καθίσει κανείς στο τραπέζι.

Συνέντευξη: «Ο ίππος είναι ο παλαβός της παρέας»


Εννέα χρόνια μετά την έκδοση ζητήσαμε από τον ίδιο τον Αχιλλέα Ζωγράφο να μας πει τι θα κρατούσε, τι θα πρόσθετε και γιατί τελικά ο ίππος είναι βιμπράφωνο.


Πριν από το βιβλίο προηγήθηκε μια μακριά διαδρομή και στους δύο κόσμους. Στο Folkwang σπούδασε πιάνο με τον Bernhard Wambach, πέρασε από masterclass του Paul Badura-Skoda και παρακολούθησε ένα εργαστήρι σύγχρονης μουσικής του Karlheinz Stockhausen στο Ντούισμπουργκ, ενώ τα ίδια χρόνια έπαιζε σκάκι για την PSV Duisburg. Από τότε έχει δώσει ρεσιτάλ και κονσέρτα μουσικής δωματίου στο Μέγαρο Μουσικής, στο Goethe-Institut, στο Klavier-Festival Ruhr, στην Κορέα και στην Ταϊβάν.


Στη σκακιέρα είναι μέλος του Σ.Ο. Αμπελοκήπων από το 1981. Είναι υποψήφιος μαιτρ από το 2005, ομοσπονδιακός μαιτρ από το 2019 και προπονητής της FIDE. Για το βιβλίο του γράφτηκαν κριτικές στο New in Chess από τον GM Matthew Sadler, στο British Chess Magazine, στο Schach Magazin 64 και στο KARL, και το 2018 ήταν προσκεκλημένος ομιλητής στα Mind Sports Games της Πάλμα ντε Μαγιόρκα. Πέρσι επιμελήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής την έκθεση «Το σκάκι ως αντικείμενο τέχνης» με περισσότερα από διακόσια βιβλία, σετ και ρολόγια και έγραψε τον κατάλογό της, διακοσίων σελίδων.

Το βιβλίο μετά το 2017


Το 2018 το βιβλίο φέρεται να πήρε πρώτο βραβείο από τη MusiChess Academy της Μαδρίτης. Ισχύει; Τι είναι αυτή η ακαδημία; Και πώς ήταν να αναγνωρίζεται το βιβλίο από έναν χώρο που ασχολείται ακριβώς με το σημείο όπου συναντιούνται οι δύο κόσμοι, και όχι από τον σκακιστικό ή τον μουσικό χωριστά;


Η MusiChess Academy είναι ένας πολιτιστικός οργανισμός που ιδρύθηκε το 2015 στην Ισπανία, ο οποίος εστιάζει στη μελέτη της μουσικής, του σκακιού και άλλων πνευματικών αθλημάτων όπως το γκο. Οι άνθρωποι που τον δημιούργησαν έχουν πάθος για τη μουσική καθώς και παρόμοιους προβληματισμούς με αυτούς που επικοινωνώ στο βιβλίο μου. Όταν αυτό εκδόθηκε, ήταν αμοιβαία η έκπληξη και η χαρά μας. Τόσο αυτοί, όσο και γω δεν γνωρίζαμε ο ένας την ύπαρξη του άλλου! Με κάλεσαν για να γνωριστούμε και να με βραβεύσουν στη Μαδρίτη. Ήταν η αρχή μιας σχέσης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Από την αρχή ένοιωθα σε αυτή τη φιλόξενη χώρα σαν να είμαι στο σπίτι μου. Επισκέφθηκα αρκετές φορές από τότε την Ισπανία, έπαιξα σκάκι για την ομάδα τους και έφτασα στο σημείο μερικά χρόνια αργότερα να δώσω διάλεξη στα Ισπανικά, γλώσσα που πριν το 2018 δεν γνώριζα!


Το 2018 είπες ότι κανένας Έλληνας εκδότης δεν είχε δείξει ενδιαφέρον και ότι θα ήθελες πολύ να κυκλοφορήσει το βιβλίο στα ελληνικά. Άλλαξε κάτι από τότε; Και αν το μετέφραζες εσύ, θα το μετέφραζες απλώς ή θα το ξανάγραφες, τώρα που θα έγραφες στη μητρική σου γλώσσα;


Δεν έχει αλλάξει κάτι, αν και θα ήθελα πολύ να δω το βιβλίο στα ελληνικά. Έβαλα όση ενέργεια και μεράκι είχα σε αυτό, οπότε δεν θα μπορούσα να το ξαναγράψω από την αρχή, ούτε νομίζω πως συντρέχει λόγος για κάτι τέτοιο. Σίγουρα όμως θα προσέθετα ένα παράρτημα. Το βιβλίο εκδόθηκε το 2017, έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από τότε. Σε αυτό το διάστημα έχουν αλλάξει πάρα πολλά. Η τεχνητή νοημοσύνη, η αύξηση της δημοφιλίας του παιχνιδιού είναι ίσως οι σημαντικότερες εξελίξεις, αλλά όχι οι μόνες. Μετά την έκδοση του βιβλίου, σε χώρες όπως η Γερμανία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, έγιναν φεστιβάλ με θέμα τη σχέση που έχει το σκάκι με τη μουσική. Ακόμα και οι δικές μου εμπειρίες είναι εμπλουτισμένες με όλο το feedback που πήρα από ανθρώπους που διάβασαν το βιβλίο ή παρακολούθησαν διαλέξεις μου. Θα ήταν λοιπόν ένα μεγάλο παράρτημα!


Στη βραδιά του Μεγάρου Μουσικής το 2018 παίχτηκε η πρώτη κίνηση σε μια σκακιέρα της οποίας τα κομμάτια, όπως ακούγεται στη μετάδοση, τα είχες σχεδιάσει εσύ. Ισχύει; Τι σε οδήγησε σε αυτά τα σχήματα; Είναι ένας άλλος τρόπος να φέρεις τις δύο τέχνες κοντά, πάνω στο ίδιο το αντικείμενο αυτή τη φορά;


Ισχύει και αυτό! Ήταν το σετ «Άναξ», που το είχα σχεδιάσει αξιοποιώντας απλούς γεωμετρικούς όγκους. Κάτι ανάλογο έκανα και με την «Αρσινόη», που βασίζεται σε σχέδια αρχαίων ελληνικών αμφορέων. Αυτή ήταν μια άλλη δημιουργική αφορμή, που είχε σαν έμπνευση το σκάκι από καθαρά εικαστική σκοπιά.


Μου δίνεις εδώ την ευκαιρία να μιλήσω για την έκθεση που έγινε πέρσι στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» με τίτλο «Το σκάκι ως αντικείμενο τέχνης», όπου είχα τη χαρά να κάνω την επιμέλεια με τη βοήθεια της μουσικολόγου Gabriella Spanò, συγκεντρώνοντας και παρουσιάζοντας σκακιστικό υλικό και βιβλία απ' όλο τον κόσμο. Ήταν μια συλλογική προσπάθεια, η οποία στηρίχθηκε από προσφορές ακόμα και επισκεπτών κατά τη διάρκεια της έκθεσης! Ήταν η πρώτη αυτού του είδους στη χώρα μας και είχε μεγάλη επιτυχία, παίρνοντας συνεχείς παρατάσεις. Τμήμα της συλλογής παρουσιάστηκε αργότερα και στο Κέντρο Τέχνης «Τζιόρτζιο ντε Κίρικο» στον Βόλο. Ανάμεσα λοιπόν στα εκθέματα, υπήρχαν και τα δύο σετ.

Οι αντιστοιχίες


Έχεις πει ότι όσο έγραφες σκεφτόσουν πως αν δεν στέκει το έβδομο κεφάλαιο, δεν στέκει ολόκληρο το βιβλίο. Εννέα χρόνια μετά την έκδοση, ποια αντιστοιχία του θα υπερασπιζόσουν με όλη σου τη δύναμη και ποια θα έσβηνες; Και αφού είμαστε εδώ, θα μας πεις επιτέλους γιατί ο ίππος είναι βιμπράφωνο;


Χαχα! Θα ξεκινήσω φυσικά απαντώντας από το τέλος. Ο ίππος είναι το αγαπημένο μου κομμάτι, σε ένα αυστηρά γραμμικό περιβάλλον, είναι ο παλαβός της παρέας. Το βιμπράφωνο είναι ένα καταπληκτικό όργανο, εξαιρετικά γρήγορο, ικανό για απότομα μελωδικά άλματα. Για κάποιο λόγο θεωρώ πως είναι ένα όργανο ικανό για μεγάλες εκπλήξεις όπως και το άλογο στο σκάκι. Δεν υπάρχει φυσικά αντικειμενική τεκμηρίωση, ας αφήσουμε τη φαντασία μας να αποφασίσει για αυτά τα ζεύγη.


Όσο για την πρώτη σου ερώτηση, δεν θα άλλαζα κάτι. Ό,τι υπάρχει στο βιβλίο είναι το απόσταγμα πολλών σημειώσεων και σκέψεων. Μεγάλο μέρος από αυτές δεν έχουν μπει ούτε καν με τη μορφή αναφοράς, καθώς ο όγκος του βιβλίου θα αυξανόταν κατά πολύ. Η σύγκριση για παράδειγμα μουσικών και σκακιστικών προσωπικοτήτων δεν γίνεται στο βιβλίο, αλλά αποτέλεσε τον κορμό κάποιων άλλων διαλέξεων.


Η μουσική αγγίζει όποιον την ακούσει, ενώ το σκάκι θέλει γνώση για να το καταλάβεις και εξάσκηση για να το απολαύσεις, ακόμη και ως θεατής. Μήπως λοιπόν η ομορφιά μιας παρτίδας μοιάζει περισσότερο με την ανάγνωση μιας παρτιτούρας παρά με την ακρόαση ενός έργου; Και αν ναι, ποιος είναι ο «εκτελεστής» που κάνει μια παρτίδα να ακουστεί σε όσους δεν ξέρουν να τη διαβάσουν: ο σχολιαστής, ο εκπαιδευτικός ή κάποιος άλλος;


Πολύ ωραία ερώτηση! Η ανάγνωση της παρτιτούρας δεν είναι άμεση μουσική εμπειρία, άσε που μόνο ένας έμπειρος μουσικός μπορεί να κατανοήσει ένα έργο βλέποντας μόνο τις νότες. Αντίστοιχα στο σκάκι, μπορεί να είναι οι παίκτες αυτοί που κάνουν τις κινήσεις, αλλά ο ρόλος ενός σχολιαστή ή ενός εκπαιδευτικού είναι ιδιαίτερα σημαντικός για το πως θα γίνει η παρτίδα κατανοητή στο ευρύ κοινό. Ξέρω ανθρώπους που είχαν ελάχιστη σχέση με το σκάκι και ενδιαφέρθηκαν γι' αυτό λόγω ενός καλού streamer για παράδειγμα. Προσωπικά έμαθα πάρα πολλά παρακολουθώντας απλά τον Leko και τον Svidler.


Με αφορμή τη σπουδή του van Reek χρησιμοποιείς την ιδέα ότι κάθε πράγμα είναι όμορφο όταν υπηρετεί καλά τον σκοπό του, άρα οι καλύτερες κινήσεις είναι και οι ωραιότερες. Σήμερα την καλύτερη κίνηση την πιστοποιεί μια μηχανή σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Χάνει μια θυσία κάτι από την ομορφιά της όταν ξέρουμε ότι είναι η πρώτη επιλογή του Stockfish; Ή μήπως η ομορφιά βρισκόταν πάντα στο ότι τη βρήκε άνθρωπος;


Οι μηχανές είναι καταπληκτικά εργαλεία που μας έχουν βοηθήσει να ξεπεράσουμε κάποια συλλογικά στερεότυπα για το πως παίζεται το σκάκι -αναφέρομαι κυρίως στους σκακιστές της δικής μου γενιάς που μάθαμε χωρίς τη βοήθεια που προσφέρει η σημερινή τεχνολογία-. Συχνά βέβαια δεν υπάρχει μια μοναδική επιλογή ακόμα και για το Stockfish, αλλά κάποιες ισοδύναμες. Αυτό σημαίνει πως υπάρχει ακόμα περιθώριο για προσωπικό σκακιστικό στυλ, αν και τα όρια έχουν μικρύνει. Ας σκεφτούμε τον Tal. Υπάρχει σκακιστής που να μην ενθουσιάζεται με τις παρτίδες του και τις θυσίες του, ακόμα κι όταν αυτές ήταν θολές; Το ίδιο δεν μπορούμε να πούμε για τον Shirov, τον Rapport ή τον Dubov;


Η σπουδή συντίθεται στο γραφείο, όπως ένα έργο. Η παρτίδα γεννιέται τη στιγμή που παίζεται, απέναντι σε αντίπαλο και ρολόι. Ως πιανίστας που ερμηνεύει γραμμένη μουσική, σε ποια από τις δύο εμπειρίες σε φέρνει πιο κοντά η αγωνιστική παρτίδα, στην ερμηνεία ενός έργου ή στον τζαζ αυτοσχεδιασμό; Και πού στέκεται ο προετοιμασμένος παίκτης που παίζει τις είκοσι πρώτες κινήσεις από μνήμης;


Σίγουρα πολλές κινήσεις στο σκάκι παίζονται από μνήμης, αλλά αν δεν υπάρχει κατανόηση των ιδεών, αυτό συνήθως οδηγεί σε καταστροφή. Το ίδιο και για ένα μουσικό που ενεργεί μηχανικά χωρίς να καταλαβαίνει τι παίζει.


Όσο για το πρώτο σκέλος της ερώτησης, το αργότερο από τη φάση του μέσου της παρτίδας είμαστε πιο κοντά στον αυτοσχεδιασμό. Έτσι κι αλλιώς ακόμα και ο μουσικός αυτοσχεδιασμός δεν είναι αυθαίρετος, αλλά βασίζεται σε αρμονικούς κανόνες. Το ίδιο δεν γίνεται και στο σκάκι; Έχουμε βγει από το βιβλίο, αλλά ακολουθούμε -όσο καταλαβαίνουμε- τις ανάγκες της θέσης.


Έβαλες τον Tal δίπλα στον Thelonious Monk, τον Petrosian δίπλα στον Brahms, τον Fischer δίπλα στον Schumann, και επέμεινες ότι πρόκειται για τάσεις και όχι για στερεότυπα. Ποιο ζευγάρι σού αφήνει τη μεγαλύτερη αμφιβολία; Ποιος μεγάλος σκακιστής δεν βρίσκει κανένα μουσικό αντίστοιχο; Και πού θα έβαζες τον Carlsen, ή τον Gukesh, που μεγάλωσε με τη μηχανή δίπλα του;


Όπως και στην περίπτωση του βιμπράφωνου με τον ίππο, είναι η φαντασία μας και οι εμπειρίες μας που αναλαμβάνουν τις απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Ίσως οι αντιστοιχήσεις των σύγχρονων παικτών με τους κλασικούς συνθέτες να είναι πλέον πιο δύσκολες. Αυτό συμβαίνει γιατί το παίξιμό τους έχει γίνει πιο αντικειμενικό. Συχνά γίνεται αναφορά στο λεγόμενο «οικουμενικό στυλ», αυτό δηλαδή που προσαρμόζεται αυστηρά στις ανάγκες της θέσης. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις μουσικές συνθέσεις. Οι σύγχρονοι συνθέτες έχουν αφομοιώσει όλη την προηγούμενη γνώση, και τα έργα τους έχουν επίσης γίνει κατ' αναλογία πιο «οικουμενικά».


Ο Gukesh είναι ακόμα πολύ νέος και για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω παρακολουθήσει πολλές παρτίδες του. Για τον Carlsen όμως, έχω να πω πως το στυλ παιχνιδιού του μου θυμίζει τον Στραβίνσκι. Θα αρκεστώ να πω εδώ πως όπως και ο Στραβίνσκι στη μουσική, έτσι κι αυτός έφερε κάτι καινούργιο στο παιχνίδι, στον τρόπο που βλέπουμε το σκάκι. Ακούγοντας την «Ιεροτελεστία» και βλέποντας παρτίδες του Carlsen αισθάνεται κανείς δέος μπρος στη φυσικότητα και άνεση της ροής τους. Αν διάλεγα λοιπόν έναν συνθέτη, θα ήταν αυτός.

Ο σκακιστής και ο μουσικός


Όταν σε ρώτησαν αν το σκάκι σε έκανε καλύτερο μουσικό ή το αντίστροφο, απάντησες ότι δεν μπορείς να το πεις με βεβαιότητα. Ας το δοκιμάσουμε από την ανάποδη. Υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή σε δική σου παρτίδα όπου σκέφτηκες σαν μουσικός, ή ένα συγκεκριμένο έργο που το κατάλαβες διαφορετικά επειδή είσαι σκακιστής; Και κόστισε ποτέ το ένα στο άλλο, σε χρόνο, σε προσοχή ή σε φιλοδοξία;


Υπήρξαν στιγμές που σκεφτόμουν σαν μουσικός σε μια παρτίδα, αν και δεν μου έβγαινε πάντα σε καλό… Δεν ήταν λίγες οι φορές που ψάχνοντας την καλύτερη, άρα και ομορφότερη κίνηση, κατέληγα να παίζω μια πατάτα! Αντίστροφα, η εμπειρία μου στο σκάκι με έχει βοηθήσει να βλέπω για παράδειγμα ευκολότερα τη δομή ενός μουσικού έργου. Αυτό που με χαρακτήριζε από παιδί ήταν η περιέργεια και η διάθεση να πειραματίζομαι. Έχω αφιερώσει άπλετο χρόνο και στα δύο και ποτέ δεν το έχω μετανιώσει.


Κατά περιόδους μπορεί να έχω υπάρξει περισσότερο σκακιστής ή περισσότερο μουσικός. Νομίζω πως όποτε έχω παίξει μια καλή παρτίδα νοιώθω αισθητική πλήρωση ανάλογη αυτής που έχω μετά από ένα όμορφο μουσικό παίξιμο. Αυτή η αίσθηση είναι βέβαια πολύ εντονότερη όταν βλέπω μια παρτίδα ή ακούω μια μουσική ερμηνεία από κορυφαίους σκακιστές ή μουσικούς αντίστοιχα.

Στην τάξη


Το βιβλίο γεννήθηκε από την παρατήρηση ότι η διδασκαλία του σκακιού και της μουσικής μοιάζουν. Ποια αναλογία δούλεψε με τα παιδιά καλύτερα απ' ό,τι περίμενες, και ποια, που στο χαρτί έμοιαζε τέλεια, δεν άγγιξε κανέναν; Δοκίμασες ποτέ στην τάξη την πρόταση του επιλόγου, την Αειθαλή Παρτίδα δίπλα στον Berlioz και τον Goya;


Αυτά που αναφέρω στον επίλογο είναι δοκιμασμένα στην πράξη και μου προσέφεραν μεγάλη χαρά από τη σκοπιά του δασκάλου. Τα αποτελέσματα μπορεί να τα δει κανείς μάλιστα σε μια ερευνητική εργασία που είχαν κάνει οι μαθητές της Α' λυκείου στο Μουσικό σχολείο Παλλήνης πριν από την έκδοση του βιβλίου. Κανένα από τα παιδιά που μετείχαν δεν έπαιζε σε σύλλογο. Παρόλα αυτά, με τα ερεθίσματα που πήραν, έκαναν μια καταπληκτική έρευνα εξετάζοντας τη σχέση που έχει το σκάκι με τη λογοτεχνία, την κοινωνία, τα μαθηματικά και την τέχνη. Όταν αναρτήθηκε διαδικτυακά, έκανε κυριολεκτικά πάταγο, με προσκλήσεις για παρουσιάσεις από την ΕΣΟ, ραδιοφωνικές συνεντεύξεις κλπ. Σε αυτό το project είχαμε συνεργαστεί με τη συνάδελφο φιλόλογο Ελένη Κυπριανού. Σε άλλες περιπτώσεις, τα παιδιά πήγαν ένα βήμα παραπέρα, όχι μόνο ερευνώντας, αλλά και δημιουργώντας. Ο Κριστιάν Θεοδωρόπουλος για παράδειγμα που αποφοίτησε πρόσφατα, έφτιαξε έναν αλγόριθμο που παράγει μουσική μέσα από σκακιστικές κινήσεις. Πριν λίγους μήνες μάλιστα παρουσίασε την ιδέα του σε μια διάλεξη που κάναμε από κοινού στον Βόλο.

Πέρα από τη Δύση


Το βιβλίο περιορίζεται συνειδητά στη δυτική κλασική μουσική και στην τζαζ. Όμως το σκάκι ήρθε από την Ινδία και την Περσία, από πολιτισμούς με τροπική, μονοφωνική μουσική και εσύ ζεις σε έναν τόπο με βυζαντινή μουσική και δρόμους του ρεμπέτικου. Αν έγραφες σήμερα ένα κεφάλαιο για αυτή τη μουσική, θα ταίριαζε καλύτερα με το σκάκι από ό,τι η πολυφωνία; Και αφού το 2018 δεν υπήρχε ελληνικός εκδότης, θα ήταν αυτό το κεφάλαιο που θα πρόσθετες σε μια ελληνική έκδοση;


Όπως έχω γράψει, εστίασα σε αυτό που γνώριζα καλύτερα. Εννοείται πως όλα τα μουσικά είδη στα οποία αναφέρθηκες, κατέχουν για μένα μια ισάξια θέση και πως όλα έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Είτε μιλάμε για τη Φραγκοσυριανή, είτε για την 5η του Μπετόβεν, η μελωδία είναι πανταχού παρούσα για παράδειγμα. Όσο για την ερώτηση - πρόταση που κάνεις για μια ελληνική έκδοση, τη βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα!


Πώς θα ήθελες να κλείσει αυτή η συζήτηση;


Με τις ευχές μου να πετύχει το chess.gr όλους του τους στόχους και τις ευχαριστίες μου γι' αυτή τη συνέντευξη, μια από τις πιο πρωτότυπες που έχω δώσει!

Πηγές

  • Achilleas Zographos, Music and Chess: Apollo Meets Caissa, Russell Enterprises, 2017
  • Δύο παρουσιάσεις του συγγραφέα το 2018: Μεροπείο Ίδρυμα, 29/1/2018, με τον ΙΜ Ηλία Κουρκουνάκη (https://www.youtube.com/watch?v=5EoUZk11XCQ) και Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Νύχτα Πολιτισμού, 5/10/2018 (https://www.youtube.com/watch?v=RsoMfJYLexY)
  • Η συνέντευξη δόθηκε γραπτά στο chess.gr, Οκτώβριος 2026