chess.gr
chess.gr · Νέα · Βιβλιοκριτικές

Ο ανθρωπολόγος που έχασε το παιχνίδι του

Robert R. Desjarlais, Counterplay: An Anthropologist at the Chessboard, University of California Press, 2011

Από Νίκος Σαρακενίδης ·


Το καλοκαίρι του 2002 ένας σαραντάρης καθηγητής ανθρωπολογίας του Sarah Lawrence College περπατά στους δρόμους κάτω από την Washington Square, μπαίνει σε ένα από τα σκακιστικά καφενεία της Thompson Street και πληρώνει ένα δολάριο για μια ώρα παιχνιδιού. Βγαίνει τρεις ώρες αργότερα. Λίγες μέρες πριν, βγαίνοντας από το αυτοκίνητό του, είχε πιάσει τον εαυτό του να σκέφτεται ότι θα ήθελε ο θάνατός του να είναι τόσο καθαρός και ανεμπόδιστος όσο το παρκάρισμα που μόλις είχε κάνει — και είχε τρομάξει. Έγραφε τότε το δεύτερο διαδοχικό του βιβλίο για τις τελετές θανάτου των Yolmo του Νεπάλ και είχε κουραστεί να σκέφτεται τον θάνατο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες αγοράζει σκακιέρα, ανανεώνει τη συνδρομή του στην Αμερικανική Σκακιστική Ομοσπονδία και επιστρέφει, μετά από είκοσι χρόνια αποχής, στο αγωνιστικό σκάκι. Το Counterplay είναι το βιβλίο που προέκυψε από αυτή την υποτροπή — και, όπως αποδεικνύεται, από το τέλος της.

Ένα πεδίο σαράντα χιλιόμετρα μακριά


Ο Desjarlais είχε ως τότε δουλέψει σε σαμανικές θεραπευτικές πρακτικές στο Νεπάλ και σε έναν ξενώνα αστέγων με ψυχιατρικές διαγνώσεις στη Βοστώνη. Εδώ εφαρμόζει το ίδιο εργαλείο — τη συμμετοχική παρατήρηση — σε ένα πεδίο που ξεκινά στην κουζίνα του σπιτιού του. Παίζει σε συλλόγους του Γιόνκερς και του Μπράιαρκλιφ Μάνορ, σε τουρνουά του ιστορικού Marshall Chess Club του Μανχάταν, στο World Open της Φιλαδέλφειας, και επί ώρες στον Internet Chess Club σέρβερ. Συζητά με ερασιτέχνες, με δασκάλους, με μεγάλους μαιτρ. Το χρονικό πλαίσιο είναι η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα· το γεωγραφικό, κυρίως οι Αμερικανικές Βορειοανατολικές Πολιτείες.


Το βιβλίο οργανώνεται σε οκτώ κεφάλαια, καθένα βασισμένο σε μια συγκεκριμένη σκηνή: μια νύχτα μπλιτς με τον φίλο του Khan· μια παρτίδα με έναν Ρώσο μαιτρ στο Marshall Chess Club· η ψυχολογική μονομαχία με τον βετεράνο Asa Hoffmann· ο έρωτας του συγγραφέα για τη Sveshnikov· η ροή μέσα σε μια αργή παρτίδα συλλόγου· η υπαρξιακή κρίση στην πισίνα ενός ξενοδοχείου της Φιλαδέλφειας· ένα απόγευμα ανάλυσης με το Fritz 8· και μια νύχτα διαδικτυακού μπλιτς μέχρι τις δύο τα ξημερώματα. Οι σκηνές αυτές είναι το βασικό αφηγηματικό εύρημα του βιβλίου: η θεωρία δεν επιβάλλεται από πάνω, αναδύεται από τη λεπτομέρεια. Στο δεύτερο κεφάλαιο μάλιστα ο Desjarlais γράφει σε δεύτερο πρόσωπο — «κάθεσαι απέναντί του, ξεκινάς το ρολόι του» — μια επιλογή που μεταφέρει με εντυπωσιακή ακρίβεια τη σωματική αγωνία της αγωνιστικής παρτίδας και ταυτόχρονα αποστασιοποιεί τον εθνογράφο από τον εαυτό του.

Μια ανθρωπολογία του πάθους


Το κεντρικό ερώτημα διατυπώνεται όταν ένας πρώην φοιτητής τον ρωτά ξερά «γιατί;». Γιατί να αφιερώνει κανείς σαββατοκύριακα σε αίθουσες  χωρίς παράθυρα, κοιτάζοντας ξύλινα κομμάτια; Η απάντηση περνά από τον Bourdieu: το σκάκι έγινε το νέο illusio του συγγραφέα, η επένδυση που κάνει το παιχνίδι να «αξίζει τον κόπο», σε αντικατάσταση της ακαδημαϊκής ανθρωπολογίας, την οποία είχε αρχίσει να βλέπει ως ένα ρηχό παιχνίδι σημειώσεων και υποκλίσεων. Γύρω από αυτόν τον άξονα κινητοποιείται ένα ευρύ θεωρητικό οπλοστάσιο: ο homo ludens του Huizinga και ο ιερός, οριοθετημένος χώρος του παιχνιδιού· ο Gadamer, για τον οποίο κάθε παίξιμο είναι ταυτόχρονα και ένα «παίζεσθαι»· η ταξινόμηση του Caillois, που κατατάσσει το σκάκι στα παιχνίδια του agon· οι «τεχνολογίες του εαυτού» του Foucault, που περιγράφουν τις πειθαρχίες με τις οποίες οι παίκτες σμιλεύουν τη σκέψη και τη διάθεσή τους· τα «σοβαρά παιχνίδια» της Sherry Ortner· η communitas του Turner για την πανηγυρική ατμόσφαιρα των μεγάλων τουρνουά· και, αναπόφευκτα, η ροή του Csikszentmihalyi — ο οποίος, όπως θυμίζει ο Desjarlais, ανακάλυψε ο ίδιος τη λυτρωτική βύθιση στο σκάκι ως δεκάχρονος σε ιταλικό στρατόπεδο κράτησης.


Η πιο πρωτότυπη συμβολή του βιβλίου βρίσκεται όμως εκεί όπου ο συγγραφέας δουλεύει με δικές του έννοιες. Η αγωνιστική ενσυναίσθηση (agonic empathy) περιγράφει την προσπάθεια του παίκτη να διεισδύσει στη σκέψη του αντιπάλου — παρακολουθώντας τα μάτια, τη στάση του σώματος, ακόμη και την αναπνοή του — όχι για να τον κατανοήσει αλλά για να τον νικήσει, καθώς και τα αντίστροφα μέτρα «αντι-ενσυναίσθησης» με τα οποία προστατεύεται από την ίδια διείσδυση. Είναι μια έξυπνη αντιστροφή μιας έννοιας που η ανθρωπολογία συνήθως χρησιμοποιεί με θετικό πρόσημο, και ο Desjarlais τη συνδέει σωστά με εθνογραφικά δεδομένα από άλλες κοινωνίες, όπου η υπερβολικά ακριβής ανάγνωση του άλλου βιώνεται ως παραβίαση. Εξίσου εύστοχη είναι η ανάγνωση της σκακιστικής παρτίδας ως συνάντησης με την ετερότητα κατά Levinas: ο αντίπαλος είναι το εμπόδιο που σε βγάζει από τη φούσκα σου, ο «συνεργάτης παρά τη θέλησή του» για τον οποίο παραπονιόταν ο Αλιέχιν.

Ο υπολογιστής ως θεότητα


Τα δύο κεφάλαια για την τεχνολογία είναι, σήμερα, τα πιο ενδιαφέροντα. Γραμμένα στα μέσα της δεκαετίας του 2000, καταγράφουν τη στιγμή κατά την οποία η μηχανή παύει να είναι σύμβουλος και γίνεται αυθεντία. Ο Desjarlais παραθέτει τον Σκωτσέζο GM Jonathan Rowson, ο οποίος περιγράφει με μελαγχολία πώς οι κορυφαίοι έπαψαν να χρησιμοποιούν τον υπολογιστή για επαλήθευση των δικών τους ιδεών και άρχισαν να ρωτούν πρώτα εκείνον τι σκέφτεται. Η μηχανή, γράφει ο συγγραφέας, ήταν κάποτε ο αυλικός φιλόσοφος· τώρα είναι ο βασιλιάς. Παράλληλα καταγράφεται η γέννηση ενός νέου σκακιστικού ήθους — του «κυβερνοσκακιού» — όπου η αφηρημένη αρχή υποχωρεί μπροστά στη συγκεκριμένη επαλήθευση, και θέσεις που η κλασική παιδεία θεωρούσε άσχημες αποδεικνύονται απολύτως παικτέες. Ο νεαρός τότε Nakamura λειτουργεί ως εμβληματική φιγούρα αυτής της στροφής.


Το πιο απολαυστικό εύρημα του κεφαλαίου είναι η ανάγνωση της παράνοιας περί εξαπάτησης μέσα από το ανθρωπολογικό αξίωμα για τη μαγεία: όπως σε ορισμένες κοινωνίες κάθε θάνατος αποδίδεται σε μαγγανεία κάποιου γείτονα, έτσι και στο σύγχρονο σκάκι κάθε ανεξήγητα καλή επίδοση αποδίδεται σε τεχνολογική παγαποντιά. Οι ιστορίες που παραθέτει — το ακουστικό με κεραία στο World Open του 2006, το καπέλο που κατασχέθηκε από τους διαιτητές, η Ουγγαρέζα παίκτρια που κατηγορήθηκε ότι δεχόταν σήματα στο λιποζάν της και τελείωσε το τουρνουά κλαίγοντας — είναι ταυτόχρονα κωμικές και ανησυχητικές.

Η αμφιθυμία, και το τέλος


Το βιβλίο θα ήταν πολύ φτωχότερο αν σταματούσε στο πάθος. Η αξία του βρίσκεται στο ότι αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο —και ουσιαστικά ολόκληρο τον επίλογο— στην αντίστροφη διαδικασία: στη στιγμή που το πάθος στερεύει. Στο World Open του 2004 ο Desjarlais χάνει δύο εξαντλητικές παρτίδες, παίρνει δύο μηδενικά και καταλήγει να επιπλέει σε μια πισίνα ξενοδοχείου διαπιστώνοντας ότι δεν έχει πια θέληση για νίκη. Το ερώτημα που τον απασχολεί δεν είναι σκακιστικό αλλά υπαρξιακό: αν πάψει να αγωνίζεται, τι θα δώσει νόημα στη ζωή του;


Ο επίλογος απαντά με ειλικρίνεια που σπανίζει στην ακαδημαϊκή γραφή. Το γράψιμο του βιβλίου έλυσε τα μάγια. Ο συγγραφέας παίζει πλέον φιλικές παρτίδες τα βράδια, σπάνια αγωνίζεται, και παραδέχεται ότι το σκάκι έγινε «μια πλάγια βαριάντα» στο ρεπερτόριο της ζωής του. Παράλληλα καταγράφει την υποχώρηση των συλλόγων ως «τρίτων τόπων» κατά Oldenburg — χώρων όπου ένας πυροσβέστης, ένας δικηγόρος και ένας μετανάστης από τη Λευκορωσία μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς να χρειάζεται να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Το σκάκι, γράφει, είναι εργαλείο κοινωνικότητας, όπως η μουσική ή τα τσιγάρα.

Τι αντέχει και τι όχι


Οι αδυναμίες του βιβλίου είναι υπαρκτές. Η πρώτη είναι η στενότητα του πεδίου: παρά τον οικουμενικό τόνο, πρόκειται για εθνογραφία του αμερικανικού ερασιτεχνικού σκακιού μιας συγκεκριμένης δεκαετίας. Η Ρωσία, η Ινδία, η Αρμενία, η Κούβα — κοινωνίες όπου το σκάκι έχει εντελώς διαφορετικό κοινωνικό βάρος — εμφανίζονται μόνο μέσω μεταναστών πληροφορητών. Η δεύτερη είναι η θεωρητική εκλεκτικότητα: Bourdieu, Huizinga, Gadamer, Foucault, Levinas, Schutz, Lorenz και Andy Clark συνυπάρχουν σε λίγες σελίδες, συχνά ως επικυρωτικές αναφορές παρά ως συνομιλητές. Κανείς δεν αμφισβητείται· κανείς δεν δοκιμάζεται στα όριά του.


Η τρίτη, και σοβαρότερη, αφορά το κεφάλαιο για το φύλο. Ο Desjarlais παραθέτει με προσοχή τις εξηγήσεις των πληροφορητών του για τη συντριπτική υπερεκπροσώπηση των ανδρών — συμπεριλαμβανομένης της εικασίας μιας παίκτριας ότι η ανδρική εμμονή με το σκάκι σχετίζεται με «αυτιστικές τάσεις» — αλλά τις σχολιάζει ελάχιστα. Το υλικό είναι εκεί: η σεξουαλικοποιημένη βία της σκακιστικής αργκό, η ανάγνωση κατά Dundes, οι μαρτυρίες για το πόσο ασφυκτικό είναι το περιβάλλον για τα κορίτσια στο γυμνάσιο. Λείπει όμως η αναλυτική πίεση που ο συγγραφέας ασκεί αλλού. Τέλος, το βιβλίο έχει μοιραία γεράσει σε ένα σημείο: γράφτηκε πριν από το Stockfish, το AlphaZero, την πανδημική έκρηξη του διαδικτυακού σκακιού και το Queen's Gambit. Ο ίδιος παραθέτει την πρόβλεψη του Αρονιάν ότι «μας μένουν άλλα είκοσι χρόνια» — και η ανάγνωσή της σήμερα έχει κάτι το συγκινητικό.

Σε ποιον απευθύνεται


Παρά ταύτα, το Counterplay παραμένει το καλύτερο βιβλίο που έχει γραφτεί για το τι σημαίνει να είσαι σκακιστής — όχι πρωταθλητής, απλώς σκακιστής. Ο σκακιστής αναγνώστης θα βρει έναν καθρέφτη ασυνήθιστα καθαρό: τη μανία, την ντροπή της ήττας, την αϋπνία μετά την παρτίδα, την ενοχή για τον χαμένο χρόνο. Ο ανθρωπολόγος θα βρει μια πειστική επίδειξη του ότι η εθνογραφία δεν χρειάζεται μακρινό πεδίο για να είναι σοβαρή. Και ο γενικός αναγνώστης θα βρει κάτι ευρύτερο: μια μελέτη για το πώς οι άνθρωποι επενδύουν σε δραστηριότητες που δεν αποδίδουν τίποτα μετρήσιμο, και τι συμβαίνει όταν αυτή η επένδυση χάνει την αξία της. Το σκάκι εδώ είναι το πρόσχημα. Το θέμα είναι το πάθος, η διάρκειά του, και η σιωπή που αφήνει πίσω του.