Το πιο βαρετό σκακιστικό βιβλίο του κόσμου
Rogers και Hazai για το απομονωμένο πιόνι στο φινάλε
Ο ΙΜ Ανδρέας Τζερμαδιανός διάβασε το άρθρο μας για τα βιβλία που ασχολούνται με το απομονωμένο πιόνι και μας πρότεινε ένα ακόμα - κατά τη γνώμη του πολύ καλύτερο. Αυτό από μόνο του αποτελεί΄σημαντικότερη πρόταση σε σχέση με οτιδήποτε γράψουμε εμείς. Είχαμε πρόσβαση μόνο στο δείγμα του εκδότη ενώ το e-shop με το οποίο συνεργάζεται το site δε διαθέτει το βιβλίο αυτή τη στιγμή. Αυτό όμως δε σημαίνει πως δε θα παρουσιάζουμε και αξιόλογα πράγματα ακόμα και αν δεν τα πουλάμε εμείς ειδικά όταν προτείνονται από καταξιωμένους προπονητές.
Ian Rogers & Laszlo Hazai, The World's Most Boring Chess Book – The Isolated d-Pawn in the Endgame, Russell Enterprises, 2025. Πρόλογος Boris Gelfand.
Στην κριτική του Isolani – Beyond the Cliches του Semkov είδαμε ένα βιβλίο που κηρύσσει πόλεμο στα δόγματα του απομονωμένου πιονιού και καταλήγει ότι τα φινάλε με isolani είναι κατά κανόνα ισόπαλα. Ένα χρόνο νωρίτερα, ο Ian Rogers και ο Laszlo Hazai είχαν ξεκινήσει από το ίδιο σημείο και είχαν κάνει την αντίθετη ερώτηση. Αν είναι ισόπαλα, πώς κερδίζονται;
Ο τίτλος είναι ένα αστείο, αλλά δεν είναι ψέμα. Όταν ο Hazai πρότεινε τη συνεργασία, ο Rogers του απάντησε ότι ένα τέτοιο βιβλίο θα πουλούσε δέκα αντίτυπα. «Ίσως», είπε ο Ούγγρος, «αλλά αυτά τα δέκα θα τα αγοράσουν πολύ δυνατοί παίκτες». Αυτό που έπεισε τον Αυστραλό ήταν ο Daniil Dubov, που σχολιάζοντας μια παρτίδα το 2020 έφτασε στην ανάλυσή του σε φινάλε αξιωματικού εναντίον αξιωματικού με απομονωμένο πιόνι d για τον μαύρο και έκλεισε με ένα «δεν ξέρω αν ο λευκός έχει αρκετά για να κερδίσει». Ένας παίκτης της παγκόσμιας ελίτ δεν ήξερε. Ο Rogers αναρωτήθηκε γιατί. Η απάντηση ήταν ότι τέτοιες θέσεις δεν εμφανίζονται ποτέ στα βιβλία. Είναι πολύ άχαρες, ακόμη και βαρετές, μπροστά σε θέσεις όπου κάποιος έχει σαφές σχέδιο.
Για να μη θεωρηθεί ότι ο τίτλος είναι πρωτότυπος, οι συγγραφείς θυμίζουν το Ulf Andersson's Decisive Games του Vaidyanathan Ravikumar (1985), που πούλησε καλά παρά το ότι ο συγγραφέας του προειδοποιούσε στην εισαγωγή ότι οι παρτίδες του Andersson ήταν «μακριές και βαρετές».
Πρώτα ο προορισμός
Ο Hazai ενδιαφερόταν για τις θέσεις όπου η επιτιθέμενη πλευρά έχει ελάχιστο πλεονέκτημα, εκείνες που συνήθως λήγουν με πρόταση ισοπαλίας επειδή δεν φαίνεται δρόμος. Για να βρεις όμως τον δρόμο πρέπει να ξέρεις πού πηγαίνεις. Ο προορισμός σε κάθε τέτοιο φινάλε είναι το φινάλε πιονιών. Ποια φινάλε πιονιών με απομονωμένο πιόνι d κερδίζονται και ποια όχι;
Εδώ βρίσκεται η πιο τίμια σελίδα της εισαγωγής. Οι συγγραφείς είχαν για αφετηρία μια ανάλυση του Tony Miles, που σχεδόν μισό αιώνα πριν, χωρίς υπολογιστή, είχε αναλύσει τέλεια ένα φινάλε πιονιών από παρτίδα που του χάρισε τη νίκη σε ένα μικρό τουρνουά. Περίμεναν να χτίσουν πάνω της ένα σύνολο ακλόνητων αρχών για το τι είναι ισόπαλο και τι χαμένο. Βρήκαν θέσεις όπου μια αθώα κίνηση πιονιού είναι η μοναδική που σώζει ενώ σε μια σχεδόν ίδια θέση χάνει. Το κεφάλαιο των φινάλε πιονιών κατέληξε, όπως γράφουν, «απλώς οδηγός» για το ποιες αμυντικές διατάξεις έχουν πιθανότητες να κρατήσουν και ποια σχέδια μεγιστοποιούν τις πιθανότητες νίκης.
Είναι το ίδιο εύρημα με του Semkov, ειπωμένο με λιγότερη πολεμική. Οι κανόνες δεν αντέχουν στη συγκεκριμένη θέση. Η διαφορά είναι ότι ο Semkov βγάζει από αυτό το συμπέρασμα ότι ο αμυνόμενος δεν πρέπει να φοβάται τις ανταλλαγές, ενώ οι Rogers και Hazai ψάχνουν ακριβώς τη μικρή λεπτομέρεια που κάνει την ισόπαλη θέση πρακτικά χαμένη.
Η δομή
Έντεκα κεφάλαια σε περίπου διακόσιες εβδομήντα σελίδες, οργανωμένα κατά υλικό: πιόνια, ίπποι, αξιωματικοί, ίπποι και αξιωματικοί, πύργοι, βαριά κομμάτια και μετά τέσσερα κεφάλαια με όλο και περισσότερα κομμάτια στη σκακιέρα. Τα πρώτα είναι η «απαραίτητη γνώση». Τα τελευταία είναι, κατά τους συγγραφείς, το ψαχνό του βιβλίου: θέσεις όπου κανένα σχέδιο δεν είναι προφανές και κανένα κομμάτι δεν έχει αυτονόητο τετράγωνο. «Η τέχνη να κάνεις το τίποτα κάτι και το κάτι νίκη», γράφουν, με κορυφαίο εκφραστή της τον Carlsen. Ο Gelfand στον πρόλογο μετράει ογδόντα παρτίδες αναλυμένες σε βάθος.
Οι συγγραφείς θυμίζουν και πόσο συχνά προκύπτει η δομή: Γαλλική, Alapin της Σικελικής, Panov της Caro-Kann και δεκάδες εκδοχές του Γκαμπί της Βασίλισσας, Αποδεκτού και μη Αποδεκτού.
Ένα δείγμα από το 4ο κεφάλαιο
Το δείγμα του εκδότη δίνει την αρχή του κεφαλαίου για ίππους και αξιωματικούς και εκεί φαίνεται το ύφος. Η εισαγωγή του κεφαλαίου αρχίζει με μια διαπίστωση που ανατρέπει το ένστικτο. Εδώ οι ίπποι δεν είναι χειρότεροι από τους αξιωματικούς, γιατί το ίδιο το απομονωμένο πιόνι κλείνει διαγώνιους. Ακόμη και ο χειρότερος συνδυασμός για τον αμυνόμενο, καλός ίππος εναντίον κακού αξιωματικού, είναι θεωρητικά ισόπαλος αν δεν υπάρχουν άλλες αδυναμίες, όπως είναι γνωστό από μια περίφημη παρτίδα Fine – Capablanca. Και αμέσως μετά: «Επειδή όμως ο Capablanca υπερασπίζεται πολύ λίγα φινάλε στις μέρες μας, στην πράξη οι πιθανότητες νίκης του επιτιθέμενου είναι εξαιρετικές».
Αυτή η φράση είναι όλο το βιβλίο. Η θεωρητική αξιολόγηση και η πρακτική δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το βιβλίο γράφτηκε για τη δεύτερη. Από εκεί βγαίνει και ο πρακτικός κανόνας του κεφαλαίου. Ο αμυνόμενος κρατά τα περισσότερα πιόνια του στο αντίθετο χρώμα από τον αξιωματικό του, αλλά όχι όλα. Ένα τουλάχιστον μένει στο χρώμα του αξιωματικού -για παράδειγμα ένα ...h5, ώστε να φύγει ένα ζευγάρι πιόνια αν ο λευκός προχωρήσει στην πτέρυγα του βασιλιά-. Το ζεύγος των αξιωματικών αμύνεται θαυμάσια, αλλά δεν δίνει καμία επιπλέον πιθανότητα νίκης στον επιτιθέμενο.
Η πρώτη παρτίδα του δείγματος είναι κλασική, η Belavenets – Rauzer από το πρωτάθλημα Μόσχας του 1937. Ο λευκός έχει ίππο στο c3 και ο μαύρος αξιωματικό στο c6 πίσω από το πιόνι d5, με έξι πιόνια η καθεμιά πλευρά. Οι συγγραφείς ξεκινούν λέγοντας ότι η θέση δεν είναι τόσο άσχημη για τον μαύρο όσο φαίνεται, πριν δείξουν πού χάθηκε. Ήδη στην 28η ήταν η ώρα για 28...g5!, με ιδέα ...h5-h4, ενώ το 34...Ke6? ήταν η τελευταία χαμένη ευκαιρία για 34...h6 ή 34...h5. Μετά από αυτό ο λευκός κερδίζει, αλλά το βιβλίο επιμένει να δείξει πώς. Το 37.h3! συνοδεύεται από το παλιό «Μη βιάζεσαι!» και τη σημείωση ότι είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος νίκης, επειδή στη θέση μετράνε τα τέμπι. Ο Rauzer εγκατέλειψε μετά το 46.Ne2, «μάλλον μετά από ανάλυση της διακοπής». Οι συγγραφείς δείχνουν ότι η νίκη δεν ήταν καθόλου τόσο απλή όσο νόμιζε κανείς, αφού χρειάζεται ένα 51.bxa6!! και μια κούρσα πιονιών που ο λευκός κερδίζει οριακά.
Η δεύτερη παρτίδα είναι μια αλληλογραφίας στην Αυστραλία του 1941, η Salm – Pittock, όπου ο λευκός κερδίζει επίσης με καλό ίππο εναντίον κακού αξιωματικού, αλλά «μόνο μετά από σημαντική βοήθεια του μαύρου». Το 23...b5?! χαρακτηρίζεται «περιττό και παράδοξο», γιατί παραχωρεί για πάντα το c5. Το ότι ο Αυστραλός συγγραφέας πήγε να βρει παρτίδα από τα αυστραλιανά πρωταθλήματα αλληλογραφίας του πολέμου δείχνει πόσο μακριά έψαξαν για υλικό.
Για ποιον είναι
Το βιβλίο είναι ειλικρινές για το ποιον αφορά. Ο Gelfand γράφει ότι οι περισσότεροι παίκτες δουλεύουν γρίφους, ανοίγματα και επιθετικά μοτίβα και πολύ λιγότερο τις τεχνικές θέσεις, εν μέρει επειδή λείπει συστηματικό υλικό. Υπόσχεται μισό βαθμό επιπλέον από την καλύτερη πλευρά και πολλές σωσμένες παρτίδες από τη χειρότερη, για όποιον δεν φοβάται να δουλέψει.
Δίπλα στον Semkov, το World's Most Boring Chess Book είναι το συμπλήρωμα που του έλειπε. Ο Semkov μάς λέει ότι το φινάλε με isolani είναι συνήθως ισόπαλο και ότι ο αμυνόμενος δεν πρέπει να το φοβάται. Οι Rogers και Hazai συμφωνούν για την αξιολόγηση και αφιερώνουν διακόσιες εβδομήντα σελίδες στο γιατί, στην πράξη, χάνεται τόσο συχνά. Όποιος παίζει τις δομές από οποιαδήποτε πλευρά χρειάζεται και τις δύο απαντήσεις.
Η τελευταία πρόταση της εισαγωγής είναι η καλύτερη σύσταση που θα μπορούσε να γράψει κανείς και ταιριάζει στον τίτλο. Οι συγγραφείς ελπίζουν ότι ο αναγνώστης θα γίνει καλύτερος παίκτης και θα εκτιμήσει τις λεπτότητες πίσω από το πώς ένας παίκτης παίζει καλύτερα από τον άλλο, «αν μπορέσετε να μείνετε ξύπνιοι».