chess.gr
chess.gr · Νέα · Βιβλιοκριτικές · Η ιστορία του Σκακιού

The Essential Sosonko: πενήντα εννιά πορτρέτα από μια χώρα που δεν υπάρχει πια

Από Νίκος Σαρακενίδης ·


Εξακόσιες εβδομήντα σελίδες, τριακόσιες εξήντα έξι χιλιάδες λέξεις και μόλις εβδομήντα έξι καταγραμμένες σκακιστικές κινήσεις. Το best-of είκοσι πέντε χρόνων από τέσσερις παλιότερους τόμους και ό,τι απέμεινε από τον σοβιετικό σκακιστικό κόσμο


Σεπτέμβριος 2026


Στις 18 Αυγούστου 1972, ενώ στο Ρέικιαβικ ο Fischer έπαιζε με τον Spassky, ένας εικοσιεννιάχρονος απλός μαιτρ από το Λένινγκραντ έφευγε οριστικά από τη Σοβιετική Ένωση. Δεν πρόλαβε να παρακολουθήσει το ματς. Είχε άλλα πράγματα να σκεφτεί και προβλήματα να διαχειριστεί.


Πενήντα ένα χρόνια αργότερα, ο Genna Sosonko μάζεψε πενήντα εννιά δοκίμια σε έναν τόμο εξακοσίων εβδομήντα σελίδων και τον ονόμασε The Essential Sosonko: Collected Portraits and Tales of a Bygone Chess Era -New In Chess, 2023, επιμέλεια Dirk Jan ten Geuzendam-. Είναι, με κάθε λογική μέτρηση, ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που έχουν συγκεντρωθεί ποτέ για την ιστορία του σκακιού. Δεν είναι όμως βιβλίο σκακιού με την έννοια που περιμένει κανείς.


Και, το κυριότερο, δεν είναι καινούργιο βιβλίο. Η λέξη Essential στον τίτλο σημαίνει ακριβώς ό,τι λέει. Τα κείμενα γράφτηκαν στο πέρασμα ενός τετάρτου του αιώνα για το περιοδικό New In Chess και συγκεντρώθηκαν, όσο έβγαιναν, σε τέσσερις τόμους του ίδιου εκδότη:

  • Russian Silhouettes -New In Chess, Alkmaar 2001, τρίτη διευρυμένη έκδοση 2009-
  • The Reliable Past -New In Chess, Alkmaar 2003-
  • Smart Chip from St. Petersburg: And Other Tales of a Bygone Chess Era -New In Chess, Alkmaar 2006-
  • The World Champions I Knew -New In Chess, Alkmaar 2013-


Ο εκδότης δεν το κρύβει· το γράφει στο οπισθόφυλλο και στη σελίδα του βιβλίου: «οι ιστορίες έχουν δημοσιευτεί στα βιβλία του Russian Silhouettes, The Reliable Past, Smart Chip From St. Petersburg και The World Champions I Knew». Μετρώντας τους πίνακες περιεχομένων των τεσσάρων αυτών τόμων, τα τριάντα οκτώ από τα πενήντα εννιά κεφάλαια βρίσκονται ήδη εκεί. Άλλα οκτώ έρχονται από δύο μεταγενέστερα βιβλία -το Genna Remembers, Thinkers Publishing 2021, και το The Rise and Fall of David Bronstein, Elk and Ruby 2017-, τις περισσότερες φορές με αλλαγμένο τίτλο. Δεκατρία κεφάλαια πρωτοεμφανίζονται εδώ.


Δεν πρόκειται πάντως για απλή ανατύπωση προς τα πίσω. Από κάθε τόμο έχουν μείνει κείμενα έξω -από το The Reliable Past λείπουν το πορτρέτο του Viktor Baturinsky και το αφιέρωμα στα πενήντα χρόνια του Jan Timman, από το Smart Chip δύο ακόμη δοκίμια- και, όπως το έθεσε ο Richard James στο British Chess News, «στην περίπτωση των βιβλίων παίρνεις μόνο τις βιογραφίες, όχι τα πάντα».

Ο Genna Sosonko στο τουρνουά της IBM στο Άμστερνταμ, τον Ιούλιο του 1979, εφτά χρόνια μετά την αναχώρησή του από το Λένινγκραντ.

Ένα βιβλίο σκακιού χωρίς πολύ σκάκι


Μετρήσαμε το ηλεκτρονικό κείμενο ολόκληρου του τόμου. Σε 366.000 λέξεις υπάρχουν εβδομήντα έξι αναφορές σε κινήσεις. Από τα πενήντα εννιά κεφάλαια, μόνο τα εφτά έχουν πάνω από τρεις.


Τα διαγράμματα θέσης είναι οκτώ σε ολόκληρο τον τόμο και βρίσκονται σε πέντε μόνο κεφάλαια -στον Ossip Bernstein, στο «Μια κλωτσιά από τον Πήγασο», στο «Το πιο παράξενο ματς» και, τα μισά από αυτά, στο δοκίμιο για την εγκατάλειψη-. Οι υπόλοιπες εβδομήντα δύο εικόνες είναι φωτογραφίες, συγκεντρωμένες σε ένα ένθετο στη μέση του βιβλίου.


Αυτό δεν είναι παράλειψη. Ο Sosonko δεν γράφει για το πώς έπαιζαν αυτοί οι άνθρωποι· γράφει για το ποιοι ήταν, πώς μιλούσαν, τι φοβόντουσαν, πώς πέθαναν. Η μοναδική φορά που το βιβλίο ασχολείται συστηματικά με τη σκακιέρα είναι σε ένα δοκίμιο για το πότε εγκαταλείπει κανείς μια παρτίδα και ακόμη κι εκεί η προσέγγιση είναι ανθρωπολογική.


Ο Garry Kasparov, που υπογράφει τον πρόλογο, το διατυπώνει ως σύγκριση με το δικό του έργο. «Ενώ στο My Great Predecessors μελετώ το έργο των κορυφαίων, ο Genna έδειξε τους πρωταθλητές στην καθημερινή ζωή». Και προσθέτει μια πρόταση που εξηγεί το γιατί ο τόμος βγήκε τώρα: «Τέτοια βιβλία είναι ιδιαίτερα σημαντικά σήμερα, όταν οι νέοι σκακιστές συχνά γνωρίζουν την ιστορία του παιχνιδιού μόνο από βάσεις δεδομένων».

Ο άνθρωπος που διέφυγε


Το δεύτερο κεφάλαιο, «Μια εποχή που χάθηκε», είναι το κλειδί. Γράφτηκε το 2001 ως εισαγωγή στο Russian Silhouettes και ξαναδημοσιεύεται εδώ με ένα καινούργιο επίμετρο, «Είκοσι χρόνια μετά», γραμμένο στο Άμστερνταμ τον Απρίλιο του 2023.


Ξεκινάει με μια αριθμητική. Στις 18 Αυγούστου του 1972 η ζωή του χωρίστηκε σε δύο μέρη, το πρώτο στο Λένινγκραντ και το δεύτερο στο Άμστερνταμ. Ο Sosonko καταγράφει τα νούμερα των σπιτιών του -33 στο δρομάκι Μπάσκοφ, μετά 22, μετά 11- και σημειώνει ότι «προσπαθώντας να ξεφύγω από τη μοίρα» μετακόμισε τελικά σε ένα σπίτι με νούμερο χωρίς σημασία, το 16.


Η οικογένεια ζούσε τέσσερα άτομα σε είκοσι πέντε τετραγωνικά κοινόχρηστου διαμερίσματος. Ο παππούς Ρουβίμ πέθανε από πείνα τον Ιανουάριο του 1942, στην πολιορκία κι έμεινε πάνω από μια βδομάδα στο δωμάτιο ώσπου η γιαγιά μπόρεσε να τον πάει με έλκηθρο στο νεκροταφείο. Στο ίδιο δωμάτιο ο Sosonko έζησε το πρώτο μισό της ζωής του. Όταν επέστρεψε δεκαετίες αργότερα, το διαμέρισμα είχε γίνει σχολή λογιστικής και το δωμάτιό του γραφείο διευθυντή.


Τον έμαθε σκάκι η μητέρα του. Δεν είχαν κομμάτια, οπότε έπαιζαν με χαρτάκια πάνω στα οποία εκείνη είχε γράψει τα ονόματα. Η σκακιέρα ήταν σκισμένη σε αρκετά σημεία, ιδίως στο g2. Ο Sosonko προσθέτει, ξερά, ότι οι ψυχαναλυτές θα συνδέσουν εύκολα το γεγονός με την προτίμησή του στο fianchetto του αξιωματικού σε όλη του την καριέρα.


Σπούδασε γεωγραφία στο πανεπιστήμιο, με ειδίκευση στην οικονομική γεωγραφία των καπιταλιστικών χωρών — «προετοιμάζοντας έτσι τον εαυτό του για τη μελλοντική του καριέρα στη Δύση», όπως το έγραψε αργότερα μια αγγλική εγκυκλοπαίδεια. Δούλεψε ως προπονητής, βοήθησε τον Tal και τον τελευταίο χρόνο πριν φύγει, τον Korchnoi.


Υπάρχει μια εικόνα που λέει τα πάντα για την εποχή. Στο φουαγιέ της λέσχης Τσιγκόριν, για καιρό μετά την αναχώρησή του, ήταν καρφιτσωμένες δύο ανακοινώσεις. Στη μία, κάτω από τη σύνθεση της ομάδας του Λένινγκραντ, διάβαζε κανείς «προπονητής — μαιτρ Γ. Σοσόνκο». Στην άλλη, το διάταγμα της Αθλητικής Επιτροπής για τον αποκλεισμό του λόγω προδοσίας της πατρίδας. Συνυπήρχαν χαρούμενα, ώσπου κάποιος αποφάσισε να κατεβάσει την πρώτη.


Η πίεση συνεχίστηκε και έξω από τα σύνορα. Στην Ολυμπιάδα του Μπουένος Άιρες το 1978 η ΕΣΣΔ συναντούσε την Ολλανδία στον τελευταίο γύρο, με τον τίτλο να κρίνεται εκεί. Τη νύχτα πριν, οι αρχηγοί της σοβιετικής αποστολής προσπάθησαν να τον πείσουν να μην παίξει. Η συζήτηση κινήθηκε, γράφει, «σε διάφορα επίπεδα, από το οι δυνατότητες να πάρει κανείς βίζα για τη χώρα μας δεν είναι απεριόριστες ως το μην ξεχνάς ότι έχεις ακόμη αδελφή στο Λένινγκραντ». Έπαιξε. Η ανταμοιβή του ήταν μια αράδα στη σοβιετική εφημερίδα: «στον αγώνα ΕΣΣΔ-Ολλανδία, η παρτίδα του Polugaevsky στη δεύτερη σκακιέρα έληξε ισόπαλη». Το όνομά του δεν επιτρεπόταν να τυπωθεί.


Το πιο αστείο και συνάμα το πιο πικρό κομμάτι του επιμέτρου είναι ένας διάλογος του 1974 σε ξενοδοχείο της Ισπανίας. Ένας Ολλανδός τον ρωτάει τι είναι. «Εβραίος». Άρα από το Ισραήλ; «Όχι, από τη Ρωσία». Άρα Ρώσος; «Όχι. Εβραίος». Πού μένεις; «Στο Άμστερνταμ». Ο Ολλανδός σκέφτεται και καταλήγει θριαμβευτικά: «Τώρα κατάλαβα. Είσαι ένας Ρώσος Εβραίος που κατέληξε στην Ολλανδία και τώρα ζει στο Άμστερνταμ».


Στο ίδιο επίμετρο, γραμμένο έναν χρόνο μετά τον Φεβρουάριο του 2022, υπάρχει και μία παράγραφος για ένα αγόρι που έπαιζε σε μια αυλή πολύ κοντά στη δική του, στο δρομάκι Μπάσκοφ. «Ασήμαντος, ο Βόβα Πούτιν έπαιζε εκεί με τους συνομηλίκους του και κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί σε ποια άβυσσο θα έσπρωχνε τη Ρωσία».

Η μέθοδος: η φιλολογία των λογαριασμών πλυντηρίου


Ο Sosonko δηλώνει τη μέθοδό του χωρίς περιστροφές κι είναι η αντίθετη από αυτήν που περιμένει κανείς σε βιβλίο σκακιού.


Στο κεφάλαιο για τον Bronstein τη λέει με το γερμανικό της όνομα, Waschzettelphilologie — η μελέτη των λογαριασμών του πλυντηρίου, δηλαδή λεπτομερειών φαινομενικά εντελώς ασήμαντων. Προσθέτει ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν δίστασε να μεταφέρει γνώμες τυχαίων γνωστών, περιστασιακές κουβέντες, ακόμη και φήμες, «γιατί όλο αυτό το ετερόκλητο ψηφιδωτό συνθέτει εκείνη την ιδιαίτερη συλλογική ζωή που συχνά ξεφεύγει από την προσοχή των ιστορικών».


Πίσω από αυτό υπάρχει μια θέση για τη μνήμη που είναι, μάλλον, το πιο τίμιο κομμάτι του βιβλίου. «Η μνήμη είναι αισιόδοξη», γράφει. «Ορισμένες σκηνές μου φαίνονται τώρα, δεκαετίες αργότερα, πιο ειδυλλιακές απ' ό,τι ήταν στην πραγματικότητα». Και αλλού, για τον χρόνο και την απόσταση: «ο χρόνος κάνει στους ανθρώπους ό,τι ο χώρος στα μνημεία — αν σταθείς πολύ κοντά ή πολύ μακριά, κινδυνεύεις να μη δεις τίποτα. Προσπάθησα να βρω εκείνο το σημείο από το οποίο βλέπεις».


Η αφορμή για ολόκληρο το εγχείρημα δίνεται σε τρεις προτάσεις στο τέλος του εναρκτήριου δοκιμίου. Κάθε φορά που πέθαινε ένας από αυτούς, ήθελε να διαβάσει γι' αυτόν. Αργότερα κατάλαβε ότι ήθελε να διαβάσει αυτό που ο ίδιος ήξερε. Και περισσότερο, αυτό που μόνο ο ίδιος ήξερε. Στερημένος αυτής της δυνατότητας, αποφάσισε να γράψει.

Bronstein: το κεφάλαιο που κατεδαφίζει έναν μύθο


Το μεγαλύτερο κεφάλαιο του βιβλίου είναι για τον David Bronstein και έχει 31.600 λέξεις, δηλαδή από μόνο του ένα μικρό βιβλίο. Είναι επίσης το πιο σκληρό κι ο Sosonko το δηλώνει από την αρχή.

Ο David Bronstein το 1954. Την ίδια χρονιά, στη Νέα Υόρκη, ένας άγνωστος πέρασε δίπλα του και του είπε στα ρωσικά να μείνει στην Αμερική.


«Αποφάσισα να γράψω αυτό που ήξεραν όσοι βρίσκονταν κοντά του, αλλά δεν τολμούσαν να πουν ή να γράψουν. Αγιοποίησαν την εικόνα ενός θύματος και ενός μαχητή για το "καθαρό" σκάκι». Παρακάτω παραθέτει τον κατάλογο των χαρακτηρισμών που άκουσε για τον Bronstein από συναδέλφους του — «σοφός, ανυπόφορος, λαμπρός, ψεύτης, ο τελευταίος ρομαντικός, σχιζοφρενής, θύμα του συστήματος, προφήτης, βαρετός, μεσσίας, υποκριτής με μεγαλομανία, τρελός, Σωκράτης». Το συμπέρασμά του είναι ότι υπήρχε λίγο από όλα.


Το κεφάλαιο αποδομεί συστηματικά την εικόνα του αδικημένου. Ο πατέρας του Bronstein είχε συλληφθεί την τελευταία μέρα του 1937 και είχε εκτοπιστεί για εφτά χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο ίδιος όμως, Εβραίος, μη μέλος του κόμματος, με συγγενείς στο εξωτερικό και πατέρα «εχθρό του λαού», ταξίδεψε στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια σε Αγγλία, Σουηδία, Φινλανδία, Τσεχοσλοβακία, Γιουγκοσλαβία, Ουγγαρία και ΗΠΑ. Ο λόγος έχει όνομα. Ο Boris Vainshtein, συνταγματάρχης της KGB και επικεφαλής της πανενωσιακής σκακιστικής υπηρεσίας, τον βρήκε μισοπεθαμένο από την πείνα στο Στάλινγκραντ, τον μετέφερε στη Μόσχα και τον έβαλε να ζήσει στο σπίτι του.


Ακολουθεί το πιο δυσάρεστο κομμάτι. Στο τουρνουά υποψηφίων της Βουδαπέστης το 1950 ο Boleslavsky προηγούνταν έναν ολόκληρο βαθμό πριν από τους δύο τελευταίους γύρους. Ο Vainshtein του ζήτησε να κάνει δύο ισοπαλίες ώστε ο φίλος του Bronstein να τον προλάβει κι εκείνος δέχτηκε. Στο βιβλίο που έγραψε ο ίδιος ο Vainshtein για τον Bronstein, το αίτημα αυτό δεν αναφέρεται πουθενά· αντ' αυτού δίνεται μια «λογική» αιτιολόγηση της σύντομης ισοπαλίας. Το ματς που ακολούθησε ανάμεσα στους δύο φίλους, γράφει ο Sosonko με βάση όσα εκμυστηρεύτηκε ο Boleslavsky στον μαθητή του Albert Kapengut, ήταν σε μεγάλο βαθμό προσυμφωνημένο. Πριν από την πρώτη παρτίδα οι δύο αντίπαλοι αντάλλαξαν, με εντολή του Vainshtein, μπουκέτα λουλούδια.


Ύστερα ήρθε το ματς με τον Botvinnik το 1951, που τελείωσε 12-12 κι έμεινε το κεντρικό τραύμα μιας ολόκληρης ζωής. Ο Sosonko καταγράφει τις σημειώσεις από το ημερολόγιο του Botvinnik -«έπαιξα απαίσια», «στο τέλος έπαιξα σαν ηλίθιος», «ηρεμία και αποφασιστικότητα — η πατρίδα κινδυνεύει!»- και τη στιγμή που ο Bronstein, προηγούμενος 11½-10½ με δύο παρτίδες να απομένουν, πήγε τη νύχτα στο γραφείο του Vainshtein και ρώτησε: «Μπόρις Σαμοΐλοβιτς, κερδίζω το ματς;» «Ναι, David, κερδίζεις». «Μα», είπε ο Bronstein, «δεν θέλω».


Έχασε την 23η παρτίδα. Κι επί πενήντα πέντε χρόνια επέστρεφε στην ίδια κίνηση ίππου. Το βιβλίο διατηρεί τις παραθέσεις όπως ειπώθηκαν, οπότε ο αναγνώστης βλέπει και κάτι που ο Sosonko δεν σχολιάζει. Σε δύο διαφορετικά σημεία ο Bronstein ονομάζει διαφορετικό τετράγωνο για τη σωτήρια κίνηση. Το εμμονικό αντικείμενο μετακινείται, η εμμονή όχι.


Το 1976 ο Bronstein αρνήθηκε να υπογράψει το γράμμα των σοβιετικών γκρανμαίτρ που καταδίκαζε τον Korchnoi. Οι κυρώσεις ήταν άμεσες, με δεκαετή απαγόρευση συμμετοχής σε τουρνουά του εξωτερικού. Χρόνια αργότερα το μετάνιωνε ανοιχτά, σημειώνοντας ότι όλοι όσοι υπέγραψαν «έζησαν αυτά τα χρόνια με ασφάλεια, ταξίδεψαν στον κόσμο, έπαιξαν σε τουρνουά κύρους». Το πιο σκληρό όμως το είχε πει ο ίδιος ο Korchnoi: «Δεν είμαι τόσο αφελής ώστε να κρίνω ανθρώπους με βάση το αν υπέγραψαν ή όχι ένα γράμμα εναντίον μου».


Υπάρχει και μια ερώτηση που κρέμεται πάνω από ολόκληρο το κεφάλαιο. Το 1954, στη Νέα Υόρκη, κάποιος πέρασε δίπλα του και του είπε στα ρωσικά, χωρίς να ανοίξει τα χείλη του: «David Bronstein, θα ήταν καλό να μείνεις στην Αμερική». Όταν η σοβιετική ομάδα γύρισε στη Μόσχα, ο Vainshtein τον ρώτησε: «David, γιατί δεν έμεινες στην Αμερική;» Ο Bronstein τα έχασε. «Κι εσείς; Να σας αφήσω όλους εδώ;» «Δεν πειράζει», παρατήρησε ψυχρά ο συνταγματάρχης, «θα τα βγάζαμε πέρα».


Το πιο σκληρό κομμάτι του κεφαλαίου δεν είναι πάντως το 1951. Είναι οι τελευταίες τηλεφωνικές συνομιλίες του 2006, από το Μινσκ, όπου ο Bronstein είχε μετακομίσει κι ένιωθε εγκλωβισμένος. Ο Sosonko τις παραθέτει σχεδόν αυτούσιες. Ο ογδονταδυάχρονος λέει ότι δεν αντέχει το βιβλίο του για τη Ζυρίχη -«ένα ηλίθιο βιβλίο, δεν το έγραψα εγώ»-, ότι όλα όσα έγραψαν γι' αυτόν οι συνεργάτες του είναι λάθος, ότι «τον έκαναν πίθηκο, έναν εκκεντρικό». Λέει ότι φοβάται πως θα τον κάψουν όπως τον Botvinnik. Λέει ότι ακούει θόρυβο στη γραμμή και ότι μάλλον τους παρακολουθούν. Και λέει, για τον άνθρωπο που κυνηγούσε μισό αιώνα: «Ποιος ήταν ο εξυπνότερος από όλους; Ο Botvinnik. Χωρίς καμία αμφιβολία».


Ο Sosonko ομολογεί ότι μετά από κάθε τέτοιο τηλεφώνημα ανέβαλλε το επόμενο. «Κάθε φορά καταλάβαινα τι με περίμενε, και το ανέβαλλα, το ανέβαλλα, όπως συμβαίνει συχνά με τους αδύναμους ανθρώπους».


Σε μία παράγραφο, μοναδική στο βιβλίο, στρέφεται εναντίον του ίδιου του εγχειρήματός του. «Ξαφνικά πόνεσε η καρδιά μου με αυτά τα λόγια, και μια διαπεραστική σκέψη γεννήθηκε από μόνη της — γιατί, γιατί τα έγραψα όλα αυτά για έναν εξαιρετικό σκακιστή που υπέφερε τόσο πολύ στο τέλος της ζωής του; Ποιος τα χρειάζεται;»


Ο Bronstein πέθανε στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Μια νεκρολογία σε σκακιστικό περιοδικό της Μόσχας τον χαρακτήρισε «συμμετέχοντα σε ματς παγκοσμίου πρωταθλήματος», δηλαδή ακριβώς με τον προσδιορισμό που τον εξόργιζε.

Tal: το αντίστροφο πορτρέτο


Αν το κεφάλαιο για τον Bronstein είναι κατεδάφιση, το κεφάλαιο για τον Mikhail Tal -27.300 λέξεις, το δεύτερο μεγαλύτερο- είναι ερωτικό γράμμα. Κι ο Sosonko το ξέρει.


Ο τίτλος του, «Ένα όνομα σαν πυροβολισμός», βγαίνει από την εικόνα του 1959. «Ο Botvinnik ήταν η προσωποποίηση του σκακιού στη Σοβιετική Ένωση — ποτάμι: Βόλγας, ποιητής: Μαγιακόφσκι, τερματοφύλακας: Γιασίν, σκακιστής: Botvinnik. Και ξαφνικά ένα παιδί με όνομα κοντό σαν πυροβολισμό: Tal!»

Η τέταρτη παρτίδα του ματς Botvinnik – Tal, Μόσχα, 22 Μαρτίου 1960. Ο Tal είχε δεχτεί όλους τους όρους του πρωταθλητή και πήρε τον τίτλο.


Το κεφάλαιο έχει τις καλύτερες περιγραφές του βιβλίου. Ο Ολλανδός Hein Donner τον είδε στα είκοσι δύο του: «Ποτέ δεν έχω δει κανέναν να βηματίζει τόσο εντυπωσιακά… Το κάνει, νομίζω, με τους ώμους. Είναι, πιστεύω, η εξαιρετικά περίπλοκη αντίθετη κίνηση των χεριών του που δημιουργεί την εντύπωση μιας τίγρης». Ο Jan Timman, που τον έπαιξε πολλές φορές, μιλάει για κάτι λιγότερο ορατό: «Αφού δημιουργούσε πίεση στη σκακιέρα, εξέπεμπε ένα είδος πεδίου γύρω του». Ο Yuri Razuvaev, έντεκα χρονών στο πρωτάθλημα μπλιτς της Μόσχας, θυμάται αριθμούς: «Έκανε 17 στα 19. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ εκείνη τη νύχτα».


Και μια λεπτομέρεια που αξίζει όσο ένα ολόκληρο δοκίμιο. Στα πρωταθλήματα της χώρας, πριν από κάθε γύρο, ο Tal έδινε το χέρι σε όλους τους παίκτες, σε όλους τους διαιτητές και στους χειριστές των πινάκων επίδειξης. Ο Sosonko προσθέτει την παρένθεση για τους μη σκακιστές: φανταστείτε έναν τενίστα στο Wimbledon να δίνει το χέρι στους επόπτες γραμμής και στα ball boys πριν από τον αγώνα.


Απέναντι στη σύγκρουση Bronstein-Botvinnik, ο Sosonko τοποθετεί με ακρίβεια το πώς ο Tal διέλυσε το ίδιο πρόβλημα. Δέχτηκε όλους τους όρους του παγκοσμίου πρωταθλητή — τον τόπο, την ώρα έναρξης, τους δύο υποχρεωτικούς φακέλους, τη δυνατότητα μεταφοράς της παρτίδας σε δωμάτιο πίσω από τη σκηνή. «Ποτέ δεν υπήρξε τόσο ήρεμη συζήτηση των όρων ενός ματς με τον Botvinnik», γράφει, «ούτε με τον Bronstein, ούτε με τον Smyslov, ούτε με τον Petrosian».


Το τέλος δεν εξωραΐζεται. Στο νοσοκομείο της Μόσχας, με τους γιατρούς να θεωρούν την κατάστασή του απελπιστική, ο Tal δεν άλλαξε τίποτα από τον τρόπο ζωής του, ούτε τη βότκα ούτε τα δύο πακέτα τσιγάρα Kent την ημέρα. Οι γιατροί έκαναν τα στραβά μάτια, γιατί ήξεραν ότι μια ξαφνική αποχή δεν θα άλλαζε τίποτα εκτός από το να του προσθέσει βάσανα. Όταν άκουσε για ένα μεγάλο τουρνουά μπλιτς όπου έπαιζε ο Kasparov, οι δικοί του προσπάθησαν να τον αποτρέψουν. Ο γιατρός συμφώνησε αμέσως, γιατί τα πράγματα δεν μπορούσαν να χειροτερέψουν. Ήρθε κατευθείαν από το νοσοκομείο, τερμάτισε τρίτος και κέρδισε τον Kasparov.


Στην ταφόπλακα γράφει 27 Ιουνίου 1992. Όλα τα βιβλία αναφοράς δίνουν την επομένη. Ο Sosonko σημειώνει τη διαφορά και προσπερνά, γιατί «πότε ακριβώς τελείωσε τη φυσική του ύπαρξη δεν έχει τόση σημασία».


Το μνημείο στη Ρίγα, που αποκαλύφθηκε τον Αύγουστο του 2001, θυμίζει περισσότερο Τεύτονα ιππότη παρά τον απίστευτα ήπιο Misha και το χέρι στο προσκήνιο υπενθυμίζει άλλη μια περιττή φορά τη σωματική του αναπηρία. Πάνω του γράφει Mihails Tals, το όνομα που του ανήκε λιγότερο από κάθε άλλο. «Ξέχασαν την παλιά αλήθεια ότι οι επιγραφές στα μνημεία πρέπει να γίνονται προσεκτικά — δεν μπορείς να τους κολλήσεις παροράματα».


Το κεφάλαιο και ουσιαστικά το βιβλίο, κλείνει με μία γραμμή. «Ο αγαπητός μου Misha άξιζε να γράψει κάποιος καλά γι' αυτόν».

Botvinnik δύο φορές


Ο Mikhail Botvinnik παίρνει δύο χωριστά κεφάλαια, κι αυτό είναι από μόνο του δήλωση. Το πρώτο, «Ένα ταξίδι προς την αθανασία», είναι το πορτρέτο. Το δεύτερο λέγεται Homo Politicus και είναι η πολιτική βιογραφία.


Ο Sosonko ξεκινάει με μια μέτρηση. Εκτός από τον Steinitz, που πέθανε το 1900, ο Botvinnik έπαιξε όλους τους παγκόσμιους πρωταθλητές του 20ού αιώνα και οι Karpov, Kasparov και Kramnik ήταν μαθητές του. Το «όλοι βγήκαμε από τον Botvinnik» του Tal, λέει, ήταν κάτι παραπάνω από ευγένεια ηττημένου.


Υπάρχει και η καλύτερη ατάκα του βιβλίου. Όταν ένας παράγοντας της ομοσπονδίας του είπε ότι είχε στείλει πρόσκληση σε αυτόν όπως σε όλους τους άλλους γκρανμαίτρ, η απάντηση ήταν σύντομη: «Δεν είμαι όλοι τους. Είμαι ο Botvinnik».


Το κλείσιμο του κεφαλαίου δείχνει τι κάνει ο Sosonko με τη λεπτομέρεια. Λίγες ώρες πριν πεθάνει, ο Botvinnik έδωσε οδηγίες που, γράφει, θύμιζαν τις εντολές ενός ετοιμοθάνατου χωρικού της πατριαρχικής Ρωσίας — το μάλλινο παλτό σε σένα, το πριόνι σε αυτόν. Καμία πολυτελής κηδεία, κανένας σκακιστής που είχε κάνει πράγματα τα οποία αποδοκίμαζε, καύση, η τεφροδόχος δίπλα σε εκείνες της μητέρας και της γυναίκας του. «Αυτή ήταν η συμπεριφορά ενός υλιστή, όπως πάντα περήφανα αυτοαποκαλούνταν. Δεν φωτίζει μόνο την κοσμοθεωρία του, αλλά εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τις σκακιστικές του επιτυχίες».

Levenfish, ή πώς σβήνει ένα όνομα


Ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια είναι για κάποιον που ελάχιστοι θυμούνται. Ο Grigory Levenfish (1889-1961) «βρίσκεται μόνο σε υποσημειώσεις» της σκακιστικής ιστορίας του περασμένου αιώνα, γράφει ο Sosonko, κι όμως οι Lasker και Capablanca τον θεωρούσαν τον ισχυρότερο παίκτη της Σοβιετικής Ένωσης μετά τον Botvinnik.

Ο Grigory Levenfish το 1936, έναν χρόνο πριν από το δεύτερο πρωτάθλημά του και το ισόπαλο ματς με τον Botvinnik.


Κέρδισε δύο φορές το πρωτάθλημα της χώρας, το 1934-35 και το 1937, κι έφερε ισοπαλία στο ματς με τον Botvinnik την ίδια χρονιά, κρατώντας τον τίτλο. Ο αριθμός των διεθνών τουρνουά στα οποία συμμετείχε μετριέται, λέει ο Sosonko, στα δάχτυλα του ενός χεριού. Όταν όμως ρώτησε γι' αυτόν τους Smyslov, Bronstein, Taimanov, Korchnoi και Spassky, όλοι τους μιλούσαν γι' αυτόν σαν να ήταν των δικών τους διαστάσεων.


Λίγο πριν πεθάνει ολοκλήρωσε τα απομνημονεύματά του. Για προμετωπίδα διάλεξε λόγια του Somerset Maugham από το The Summing Up, ένα απόσπασμα για τη στιγμή που πρέπει πια να λογαριάσει κανείς τον θάνατο. Και επαναλάμβανε συνέχεια μία φράση, που είναι στην πραγματικότητα η φράση ολόκληρου του τόμου: «Πρέπει να μιλήσω για αυτό που, εκτός από μένα, δεν το ξέρει κανείς».

Πριν από τη Σοβιετική Ένωση


Ο τόμος δεν κλείνεται στα σοβιετικά χρόνια. Υπάρχει μια ολόκληρη ομάδα κεφαλαίων για τη ρωσική διασπορά, δηλαδή για ανθρώπους που είχαν φύγει μισό αιώνα πριν από τον Sosonko και για τους ίδιους λόγους.


Ο Ossip Bernstein (1882-1962) ήταν, σύμφωνα με τον Lasker, ένας από τους δύο «βράχους» στον δρόμο του για το τουρνουά της Πετρούπολης του 1909 — ο άλλος ήταν ο Rubinstein και το λογοπαίγνιο βρίσκεται στο γερμανικό Stein. Ο Savielly Tartakower (1887-1956) παίρνει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Café Central», που ξεκινάει με το ανέκδοτο του Αυστροούγγρου υπουργού Εξωτερικών. Όταν του είπαν ότι στη Ρωσία μπορεί να γίνει επανάσταση, ρώτησε γελώντας ποιος τάχα θα την κάνει — «ο κύριος Bernstein, που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να παίζει σκάκι από το πρωί ως το βράδυ στο Café Central;»

Ο Ossip Bernstein διαβάζει την εφημερίδα του στο τουρνουά της IBM, Άμστερνταμ, Ιούνιος 1961, στα εβδομήντα οκτώ του.


Ο Alexander Alekhine εμφανίζεται όχι ως παγκόσμιος πρωταθλητής αλλά ως φαινόμενο της ρωσικής παροικίας του Παρισιού. Όταν επέστρεψε τον Ιανουάριο του 1928 μετά τη νίκη του επί του Capablanca, ολόκληρο το ρωσικό Παρίσι πανηγύρισε. Δίπλα στους Diaghilev, Chagall, Rachmaninov, Stravinsky, Bunin και Chaliapin είχε αρχίσει να λάμπει άλλο ένα αστέρι.


Και υπάρχει το κεφάλαιο με τον καλύτερο τίτλο του βιβλίου, «Γνώριζα τον Capablanca…». Ο Sosonko δεν τον γνώρισε — ο Capablanca πέθανε έναν χρόνο πριν εκείνος γεννηθεί. Γνώρισε όμως τη χήρα του, την Olga Clark, στη Νέα Υόρκη το 1984 και μίλησε μαζί της ρωσικά επί χρόνια. Στην πρώτη τους συνάντηση της συστήθηκε. «Συγγνώμη, τι είπατε; Ζνόσκο; Ζνόσκο;» Της το επανέλαβε. «Συγγνώμη», είπε χαμογελώντας, «δεν σας έχω ακουστά. Τον Znosko-Borovsky όμως τον γνωρίζατε; Ήταν φίλος του Capablanca και τον συναντούσαμε συχνά στο Παρίσι».

Οι μικροί: εδώ είναι η πρωτοτυπία


Αν το βιβλίο ήταν μόνο πρωταθλητές, θα ήταν ένα ακόμη καλό βιβλίο. Δεν είναι. Είκοσι ένα από τα πενήντα εννιά κεφάλαια είναι κάτω από τέσσερις χιλιάδες λέξεις και τα περισσότερα από αυτά είναι για ανθρώπους που ο αναγνώστης δεν έχει ξανακούσει. Εκεί ο τόμος γίνεται μοναδικός.


Alvis Vitolins (1946-1997). Ο Λετονός που ο Tal φώναζε στο σπίτι του για μπλιτς και του οποίου το στυλ ο ίδιος ο Tal επικαλούνταν στην ανάλυση -«έλα τώρα, ας παίξουμε σαν τον Vitolins»-. Ο Sosonko τον πρωτοσυνάντησε σε ένα φινάλε ετερόχρωμων αξιωματικών όπου ο Vitolins είχε ισχυρή πρωτοβουλία κι εκείνος ήταν σε πίεση χρόνου. Ο Vitolins πρότεινε ισοπαλία, γιατί δεν ήθελε να παίξει για να ρίξει τη σημαία του αντιπάλου του. Το κεφάλαιο λέγεται «Το άλμα». Στις 16 Φεβρουαρίου 1997, μια παγωμένη μέρα, ο Vitolins έπεσε από τη σιδηροδρομική γέφυρα του Γκάουγια πάνω στον πάγο.


Evgeny Ruban (1941-1997), «ένας μαιτρ χωρίς όνομα». Πρωταθλητής Λένινγκραντ το 1966. Γύρω στο 1971 η φωτογραφία του κατέβηκε από το φουαγιέ της λέσχης Τσιγκόριν, πέντε χρόνια πριν κατέβει εκείνη του Korchnoi. Ο λόγος ήταν ότι ο Ruban ήταν ομοφυλόφιλος. Δικάστηκε -όχι με το άρθρο 121, που οι αρχές απέφευγαν να χρησιμοποιούν, αλλά με τη διάταξη περί «χουλιγκανισμού»- και έμεινε τέσσερα χρόνια στη φυλακή. Δεν παραδέχτηκε ενοχή και δεν ζήτησε συγγνώμη. Η τελική του δήλωση στο δικαστήριο, σύμφωνα με μάρτυρες, ήταν: «Ευχαριστώ το σοβιετικό δικαστήριο που με στέλνει σε στρατόπεδο, γιατί άνθρωποι σαν εμένα χρειάζονται εκεί».


Genrikh Chepukaitis (1935-2004), «Το Έξυπνο Τσιπ». Παίκτης πρώτης κατηγορίας που το 1958 μοιράστηκε τη δεύτερη θέση στο πρωτάθλημα μπλιτς του Λένινγκραντ με τους Spassky και Taimanov, έχοντας κερδίσει όλους τους γκρανμαίτρ. Έπαιξε στο πρωτάθλημα μπλιτς της πόλης του σαράντα εφτά φορές, το κέρδισε έξι, την τελευταία το 2002 όταν είχε περάσει τα εξήντα. Όταν πήγε στο πρωτάθλημα της Μόσχας, ταξίδεψε με νυχτερινό τρένο, κέρδισε τον ημιτελικό, κοιμήθηκε σε ένα παγκάκι του σταθμού και την επομένη κέρδισε τον τελικό. Η Rona Petrosian απαγόρευσε στον σύζυγό της να συμμετάσχει: «Είσαι παγκόσμιος πρωταθλητής. Ποιος θα σε επαινέσει αν κερδίσεις; Και αν χάσεις; Δεν πειράζει αν σε κερδίσει ο Bronstein, ο Tal ή ο Korchnoi — αλλά αν χάσεις από τον Chepukaitis;»


Abram Khasin (1923-2022). Τον Δεκέμβριο του 1942, στα δεκαεννιά του, ο ολμιστής Khasin τραυματίστηκε βαριά κοντά στο Στάλινγκραντ κι ακρωτηριάστηκαν και τα δύο του πόδια. Τα χέρια του είχαν παγώσει τόσο ώστε ως το τέλος της ζωής του δεν λύγιζαν όλα τα δάχτυλα, το αίμα του είχε μολυνθεί, είχε πνευμονία και στους δύο πνεύμονες και πυρετό κοντά στους σαράντα ένα βαθμούς. Ο γιατρός που έκανε τον γύρο στον θάλαμο των μελλοθανάτων αποφάνθηκε ότι αυτός δεν θα κρατούσε πολύ. Ο Khasin επέζησε, δίδαξε αγγλικά σε σχολεία της Μόσχας για δέκα χρόνια, έπαιξε πέντε φορές σε τελικό σοβιετικού πρωταθλήματος κι έγινε διεθνής μαιτρ το 1964. Πέθανε στα ενενήντα εννιά του.


Sergey Nikolaev (1961-2007). Γεννήθηκε στο Γιακούτσκ, σε σπίτι από χώμα δίπλα σε νεκροταφείο. Στη σοβιετική εποχή υπήρχαν εστιατόρια στο Γιακούτσκ που δεν έμπαιναν Γιακούτ. Έγινε ένας από τους πρώτους επιχειρηματίες της μετακομμουνιστικής Ρωσίας. Δολοφονήθηκε στη Μόσχα το 2007 από συμμορία νεοναζί, επειδή δεν έμοιαζε αρκετά Ρώσος.


Arnfried Pagel (1932-2015), «Θείος». Γερμανός βιομήχανος σκυροδέματος εγκατεστημένος στην Ολλανδία, με δικό του πυρηνικό καταφύγιο που είχε κάβα κρασιών και αυτόματο όπλο στην είσοδο. Ίδρυσε τη λέσχη Koningsclub επειδή τον έκοψαν από την ομάδα του τοπικού συλλόγου κι ανακοίνωσε ότι θα κέρδιζε το διασυλλογικό πρωτάθλημα Ολλανδίας. Του εξήγησαν ευγενικά ότι έπρεπε να ξεκινήσει από την τοπική κατηγορία και ότι η διαδρομή θα έπαιρνε εφτά χρόνια. «Ωραία», είπε ο Pagel, «δεν βιάζομαι». Στον πρώτο τους αγώνα έλειπε παίκτης στην τελευταία σκακιέρα, οπότε ρώτησε τον ταξιτζή αν έπαιζε σκάκι. Τον Ιανουάριο του 1986 η De Telegraaf δημοσίευε δισέλιδο με τίτλο «Πλήρωνε παράνομα ο Pagel Ολλανδούς σκακιστές;», κι ο ίδιος ήταν ήδη υπό κράτηση.


Αυτά τα κεφάλαια είναι ο λόγος που ο τόμος αξίζει τον χαρακτηρισμό «σημαντικός». Οι πρωταθλητές έχουν βιογράφους. Ο Chepukaitis δεν είχε κανέναν.

Τρία κεφάλαια για ζωντανούς


Δεν είναι όλα νεκρολογίες, κι αυτό αλλάζει τον τόνο εκεί που συμβαίνει. Τρία κείμενα γράφτηκαν με αφορμή επετείους ανθρώπων που ζούσαν — τα εβδομηκοστά γενέθλια του Viktor Korchnoi, τα πεντηκοστά του Rafael Vaganian, τα ογδοηκοστά του Yakov Neishtadt.


Το πορτρέτο του Korchnoi λέγεται «Εμμονή» και ανοίγει με μια σκηνή του 1996 στο Χρόνινγκεν. Ένα μήνα νωρίτερα ο Korchnoi είχε σπάσει το πόδι του κάνοντας σκι. Δίνει σιμουλτανέ με μπαστούνι, οι διοργανωτές κοιτάζουν τα ρολόγια τους γιατί η ώρα λήξης πλησιάζει κι ο Sosonko συμβουλεύει έναν παίκτη με αξιοπρεπή θέση να προτείνει ισοπαλία. «Την πρότεινα ήδη, δεν απάντησε». Δοκίμασε ξανά, ίσως δεν σε άκουσε. «Ισοπαλία;» επανέλαβε στον Korchnoi, που είχε φτάσει κουτσαίνοντας στη σκακιέρα. «Dank u wel!» απάντησε αυτός, παίζοντας μια θυσία αξιωματικού.

Ο Viktor Korchnoi (αριστερά) και ο Sosonko παρακολουθούν την παρτίδα Van der Wiel – Ree στο Wijk aan Zee, 17 Ιανουαρίου 1984.


Υπάρχει επίσης ένα κεφάλαιο για την Irina Levitina, γκρανμαίτρ στο σκάκι και στο μπριτζ. Ξεκινάει στην Ολυμπιάδα της Θεσσαλονίκης του 1984, όπου ένας γενειοφόρος άγνωστος πλησιάζει τον Sosonko και του ζητάει να βγουν στο φουαγιέ, «γιατί εδώ υπάρχουν πολλά μάτια». Ήταν ο αδελφός της, που είχε πετάξει από την Αμερική για να τη δει. Η συνωμοτικότητα δεν ήταν για τα μάτια του κόσμου, γιατί μια συνάντηση με στενό συγγενή από τις ΗΠΑ μπορούσε να της κοστίσει. Ήταν 1984 και έμεναν εφτά χρόνια ως τη δική της μετανάστευση.

Δύο γράμματα


Το πιο ανατριχιαστικό κομμάτι του βιβλίου δεν είναι κάποιο πορτρέτο. Είναι δύο γράμματα.


Το 1964-65, στο 32ο πρωτάθλημα ΕΣΣΔ στο Κίεβο, ο Korchnoi έκανε 15 στα 19 χωρίς ήττα και κέρδισε με δύο βαθμούς διαφορά. Δεύτερος ο Bronstein, τρίτος ο Tal, τέταρτος ο Stein, όλοι Εβραίοι. Ο γιος του Korchnoi βρήκε δεκαετίες αργότερα, σε μια βαλίτσα με χαρτιά του πατέρα του, τα συγχαρητήρια που είχε λάβει.


Το πρώτο είναι φιλικό. Το δεύτερο, υπογεγραμμένο «φίλοι του σκακιού», λέει: «Θαυμάζουμε ιδιαίτερα την καταστροφή της σκακιστικής συναγωγής! Ακόμη και οι ανταποκριτές των εφημερίδων δεν είναι με το μέρος σας».


Το κεφάλαιο λέγεται ακριβώς έτσι, «Η συντριβή της σκακιστικής συναγωγής». Δεν χρειάζεται σχόλιο κι ο Sosonko δεν προσθέτει σχεδόν κανένα.

Το ολλανδικό μισό


Η δεύτερη ζωή του Sosonko έχει τα δικά της πορτρέτα κι είναι από τα καλύτερα του βιβλίου γιατί γράφτηκαν από μέσα.


Ο Max Euwe εμφανίζεται πρώτα ως εξώφυλλο. Όταν έφευγε από τη Σοβιετική Ένωση, ο Sosonko επιτρεπόταν να πάρει μόνο βιβλία τυπωμένα μετά το 1945. Πάλεψε με τη γραφειοκρατία και πήρε σφραγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού -«Επιτρέπεται η εξαγωγή από την ΕΣΣΔ»- για ένα βιβλίο του 1936, τα Πρακτικά μαθήματα σκακιού του Euwe. Λίγους μήνες αργότερα μιλούσε με τον συγγραφέα του και το 1975 έπαιξαν ένα ματς δύο παρτίδων στο στούντιο της AVRO.


Το πορτρέτο του Euwe κλείνει με τον πιο ήπιο τρόπο που έχει το βιβλίο. Στα ογδόντα του, με γαρύφαλλο στο πέτο, ο Euwe σχεδίαζε να παίξει στο παγκόσμιο πρωτάθλημα σκακιού δι αλληλογραφίας. «Πρόσεχέ με», είπε στον Averbakh έξι μήνες πριν πεθάνει, «θα γίνω πάλι παγκόσμιος πρωταθλητής!» Πριν από την εγχείρηση καρδιάς είπε: «Η μεγαλύτερη επιθυμία μου τώρα είναι να κάτσω κάτω από μια μηλιά και να μην κάνω τίποτα. Τίποτα. Απλώς να κάτσω κάτω από μια μηλιά…»

Ο Max Euwe τον Ιούλιο του 1979. Δύο χρόνια αργότερα, στα ογδόντα του, σχεδίαζε ακόμη να παίξει στο παγκόσμιο πρωτάθλημα σκακιού δι αλληλογραφίας.


Ο Donner καλύπτει έντεκα χιλιάδες λέξεις. Γιος υπουργού Δικαιοσύνης και μετέπειτα προέδρου του Ανώτατου Συμβουλίου, μεγαλωμένος σε αυστηρό προτεσταντικό σπίτι όπου το αλκοόλ ήταν απολύτως απαγορευμένο. Στα οχτώ του μπήκε στο σαλόνι και ανακοίνωσε στον πατέρα του ότι οι άνθρωποι κατάγονται από τους πιθήκους, όχι από τον Αδάμ και την Εύα. Το κεφάλαιο κλείνει σε μια βροχερή μέρα του Φεβρουαρίου 1974 στο Άμστερνταμ, με τον Donner να περπατά κατά μήκος των γραμμών του τραμ. «Δεν ξέρει ακόμη ότι ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, ακριβώς απέναντι από την είσοδο του πάρκου, θα υπάρχει μια πλατεία Max Euwe. Μια γέφυρα οδηγεί στην πλατεία. Στο κιγκλίδωμά της θα προσέξετε τα χυτοσιδερένια γράμματα που σχηματίζουν τρεις λέξεις: Γέφυρα Hein Donner».

Ο Hein Donner στο πρωτάθλημα Ολλανδίας, Leeuwarden, Απρίλιος 1978.

Οι ενστάσεις


Θα ήταν ανέντιμο να παρουσιαστεί ο τόμος χωρίς αυτές.


Είναι συλλογή από συλλογές. Όπως είπαμε εξαρχής, τα περισσότερα κείμενα έχουν ήδη τυπωθεί δύο φορές, στο περιοδικό και ύστερα στους τέσσερις τόμους. Μετρημένο σε σελίδες, ο αναγνώστης που τους έχει και τους τέσσερις ξαναγοράζει περίπου τα δύο τρίτα του βιβλίου. Η σελίδα των δικαιωμάτων δηλώνει επτά κεφάλαια που δεν πέρασαν από το περιοδικό, ανάμεσά τους το πορτρέτο του Euwe -πρωτοδημοσιευμένο στα ολλανδικά ως Max Euwe 1901-1981, een persoonlijke herinnering, De Fontein 2001- και το κεφάλαιο για τον Bronstein, που είναι αποσπάσματα από το βιβλίο της Elk and Ruby. Ακόμη και μέσα στην ίδια σειρά υπάρχουν εκδόσεις που διαφέρουν: το δοκίμιο για τον Paul Keres μπήκε μόνο στην τρίτη έκδοση των Russian Silhouettes, το 2009, και όποιος έχει την πρώτη δεν το έχει διαβάσει.


Υπάρχουν επικαλύψεις. Ο Botvinnik έχει δύο κεφάλαια, ο Tal επίσης. Τα ίδια περιστατικά επανέρχονται από διαφορετική γωνία και σε συνεχή ανάγνωση αυτό κουράζει. Ο τόμος είναι φτιαγμένος για να διαβάζεται σκόρπια.


Πέντε μεταφραστές. Οι Ken Neat, Aai Prins, Piet Verhagen, Sarah Hurst και Steve Giddins μοιράζονται το βιβλίο, με τη διαδρομή του κεφαλαίου για τον Euwe να περνά από τα ρωσικά στα ολλανδικά και μετά στα αγγλικά. Η φωνή κρατιέται αξιοσημείωτα ενιαία, αλλά δεν είναι απολύτως η ίδια παντού.


Και το προφανές. Όποιος αγοράσει εξακόσιες εβδομήντα σελίδες περιμένοντας σκάκι θα απογοητευτεί. Δεν υπάρχουν σχολιασμένες παρτίδες, τα διαγράμματα είναι οκτώ σε ολόκληρο τον τόμο, δεν υπάρχει ευρετήριο ανοιγμάτων. Υπάρχει ευρετήριο ονομάτων κι είναι το σωστό ευρετήριο για αυτό το βιβλίο.

Γιατί μετράει


Ο Sosonko γράφει κάπου ότι ο σοβιετικός σκακιστικός κόσμος ήταν «τα συντρίμμια μιας Ατλαντίδας που χάθηκε για πάντα κάτω από το νερό και μας θυμίζουν μόνο ότι η Ατλαντίδα υπήρξε πραγματικά». Ήταν ένας κόσμος όπου τα ματς παγκοσμίου πρωταθλήματος έβγαιναν στα πρωτοσέλιδα, όπου έστηναν τεράστιους πίνακες επίδειξης σε θέατρο του κέντρου της Μόσχας επειδή δεν χωρούσε άλλος κόσμος στην αίθουσα, όπου συνταξιούχοι έσκυβαν πάνω από σκακιέρες σε παγκάκια πάρκων με είκοσι βαθμούς υπό το μηδέν.


Αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει και δεν άφησε αρχείο. Άφησε παρτίδες κι οι παρτίδες, όπως λέει ο Kasparov στον πρόλογο, υπάρχουν σήμερα σε βάσεις δεδομένων χωρίς τους ανθρώπους τους. Το The Essential Sosonko είναι η καλύτερη διαθέσιμη απάντηση σε αυτό, γραμμένη από έναν άνθρωπο που είχε ταυτόχρονα την πρόσβαση και την απόσταση — έζησε είκοσι εννιά χρόνια μέσα σε εκείνον τον κόσμο και πενήντα ένα έξω από αυτόν.


Υπάρχει μια πρόταση στο εναρκτήριο δοκίμιο που, μάλλον, είναι το κλειδί ολόκληρου του τόμου. «Για να συνειδητοποιήσω τη Ρωσία, έπρεπε να απομακρυνθώ από αυτήν και να τη δω από απόσταση. Για να την κοιτάξω διαφορετικά, χρειάζονταν καινούργια μάτια, γιατί τα παλιά μπορούσαν να δουν μόνο αυτό που είχαν εκπαιδευτεί να βλέπουν».


Δεν πρόκειται για βιβλίο σκακιού. Πρόκειται για βιβλίο μνήμης, με το σκάκι ως πρόσχημα και ως τόπο. Το γεγονός ότι το έγραψε σκακιστής -γκρανμαίτρ, βοηθός του Tal και του Korchnoi, δύο φορές πρωταθλητής Ολλανδίας- είναι ακριβώς αυτό που το κάνει να στέκει.


Ο ίδιος, στα ογδόντα του, το κλείνει με μία λέξη. Ρωτήθηκε γιατί τα πράγματα του βγήκαν έτσι όπως του βγήκαν κι απάντησε: «Ξέρεις, απλώς στάθηκα τυχερός. Τυχερός!»


Ο Genna Sosonko βιώνει μια αντίφαση που τη μοιράζεται με έτερους σημαντικούς ιστοριογράφους του Σοβιετικού Σκακιού όπως τον Sergey Voronkov. Είναι αντικομμουνιστής και το έργο της ζωής τους είναι η εξιστόρηση ενός φαινομένου που μόνο ο κομμουνισμός -και μάλιστα ο συγκεκριμένος κομμουνισμός- θα μπορούσε να γεννήσει. Ο Sosonko δεν είναι σαν τον Korchnoi, δεν έφυγε από τη Σοβιετική Ένωση για αγωνιστικούς λόγους, ήταν ένας άσημος μαιτρ εκεί, grandmaster έγινε στη Δύση. Έφυγε γιατί δεν μπορούσε να ζήσει μέσα στην Μπρεζνιεφική Στασιμότητα. Γράφοντας γι αυτήν όμως στα χρόνια που η Ρωσία διολισθαίνει στον Πουνιτισμό, δεν μπορεί κανείς να μην διακρίνει μια νότα νοσταλγίας.

Αποδόσεις εικόνων


Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από το Wikimedia Commons.

  • Gennadi Sosonko 1979, Hans van Dijk για το Anefo, Άμστερνταμ, 12 Ιουλίου 1979 · CC0 · Commons
  • David Bronstein in 1954, Joop van Bilsen / Anefo, 25 Σεπτεμβρίου 1954 · CC0 · Commons
  • Botvinnik and Tal 22 March 1960, Α. Μπατάνοφ, Κεντρικά Αρχεία Μόσχας, 22 Μαρτίου 1960 · CC BY 4.0 · Commons
  • Grigory Levenfish, άγνωστος φωτογράφος, 1936 · κοινό κτήμα · Commons
  • IBM schaaktoernooi Ossip Bernstein leest de krant, Jack de Nijs / Anefo, Άμστερνταμ, 5 Ιουνίου 1961 · CC0 · Commons
  • Hoogovenschaaktoernooi 4e ronde, Kortsjnoij (l) en Sosonko (r), Marcel Antonisse / Anefo, Wijk aan Zee, 17 Ιανουαρίου 1984 · CC0 · Commonsen_Sosonk(r)_kijken_bij_Van_der,_Bestanddeelnr_932-8357.jpg)
  • Max Euwe (1979), Hans van Dijk για το Anefo, 11 Ιουλίου 1979 · CC0 · Commons.jpg)
  • Jan Hein Donner 1978, Bert Verhoeff για το Anefo, Leeuwarden, 17 Απριλίου 1978 · CC0 · Commons

Πηγές

  • Genna Sosonko, The Essential Sosonko: Collected Portraits and Tales of a Bygone Chess Era, New In Chess, Alkmaar 2023. ISBN 978-90-833112-8-9. Πρόλογος Garry Kasparov, επιμέλεια Dirk Jan ten Geuzendam.
  • Όλες οι παραθέσεις είναι από το ίδιο το βιβλίο, σε δική μας μετάφραση από την αγγλική έκδοση.


Οι προηγούμενοι τόμοι, για τον έλεγχο της προέλευσης

  • Genna Sosonko, Russian Silhouettes, New In Chess, Alkmaar 2001 (ISBN 90-5691-078-7)· τρίτη διευρυμένη έκδοση 2009 (ISBN 978-90-5691-293-2), που προσθέτει το δοκίμιο για τον Keres.
  • Genna Sosonko, The Reliable Past, New In Chess, Alkmaar 2003 (ISBN 90-5691-114-7).
  • Genna Sosonko, Smart Chip from St. Petersburg: And Other Tales of a Bygone Chess Era, New In Chess, Alkmaar 2006 (ISBN 90-5691-169-4).
  • Genna Sosonko, The World Champions I Knew, New In Chess, Alkmaar 2013 (ISBN 978-90-5691-418-9).
  • Genna Sosonko, The Rise and Fall of David Bronstein, Elk and Ruby, Μόσχα 2017 (ISBN 978-5-9500433-1-4) — ρωσικό πρωτότυπο «Давид Седьмой», 2014.
  • Genna Sosonko, Genna Remembers, Thinkers Publishing, Landegem 2021 (ISBN 978-94-642011-7-8).
  • Genna Sosonko, Max Euwe 1901-1981, een persoonlijke herinnering, μτφρ. Aai Prins, De Fontein, Baarn 2001 (ISBN 90-261-1801-5).
  • Η περιγραφή του εκδότη για το The Essential Sosonko, όπου απαριθμούνται οι τέσσερις τόμοι.
  • Richard James, κριτική του τόμου, British Chess News, 12 Απριλίου 2024.