chess.gr
chess.gr · Νέα · Η ιστορία του Σκακιού · Πολιτική

Οι μεγάλοι πατρόνες του σκακιού IV

Αφιέρωμα σε τέσσερα μέρη

Από Νίκος Σαρακενίδης ·

Μέρος IV — Το ζεύγος Sinquefield: ο ορφανός που έκανε μια πόλη πρωτεύουσα του σκακιού


Αν ο Rice ήταν το ξεκίνημα και οι Piatigorsky η χρυσή εποχή, το ζεύγος Sinquefield είναι το παρόν — και, ίσως, το πιο φιλόδοξο κεφάλαιο ολόκληρης της ιστορίας. Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, έγινε πρωτοπόρος ενός από τα σημαντικότερα χρηματοοικονομικά εργαλεία του 20ού αιώνα και, στη συνέχεια, αποφάσισε να μεταμορφώσει μια ολόκληρη πόλη της αμερικανικής ενδοχώρας στην αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα του παγκόσμιου σκακιού. Ο Rex και η Jeanne Sinquefield δεν χρηματοδότησαν απλώς μερικά τουρνουά· έχτισαν έναν ολόκληρο θεσμικό μηχανισμό — λέσχη, μουσείο, σειρά τουρνουά, εκπαιδευτικά προγράμματα — που άλλαξε το κέντρο βάρους του σκακιστικού κόσμου, μεταφέροντάς το από την Ευρώπη στο Σεντ Λούις του Μιζούρι.

Από το ορφανοτροφείο στα index funds


Ο Rex Sinquefield γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1944 στο Σεντ Λούις. Ο πατέρας του πέθανε όταν εκείνος ήταν ακόμη παιδί, και η μητέρα του, μη μπορώντας να τον αναθρέψει μόνη, τον έστειλε στο St. Vincent Home for Children — το ορφανοτροφείο όπου πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας. Είναι μια λεπτομέρεια που φωτίζει όλη την υπόλοιπη διαδρομή του: δεκαετίες αργότερα, ως δισεκατομμυριούχος, θα αναλάμβανε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ίδιου ιδρύματος. Αποφοίτησε από το καθολικό λύκειο Bishop DuBourg το 1962, πήρε πτυχίο διοίκησης επιχειρήσεων από το Πανεπιστήμιο του Σεντ Λούις και, καθοριστικά, MBA από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου, όπου σπούδασε δίπλα στον μετέπειτα νομπελίστα οικονομολόγο Eugene Fama — τον πατέρα της «υπόθεσης της αποτελεσματικής αγοράς».


Εκεί, στο Σικάγο, γεννήθηκε η ιδέα που θα τον έκανε πλούσιο. Γύρω στο 1973, ο Sinquefield συμμετείχε στη δημιουργία ενός από τα πρώτα αμοιβαία κεφάλαια δείκτη (index funds) — επενδυτικά εργαλεία που δεν προσπαθούν να «νικήσουν» την αγορά, αλλά απλώς παρακολουθούν έναν δείκτη όπως ο S&P 500. Η ιδέα, ριζοσπαστική τότε, είναι σήμερα θεμέλιο της παγκόσμιας επένδυσης. Το 1981 συνίδρυσε, μαζί με τον David Booth, την εταιρεία Dimensional Fund Advisors (DFA), που εξελίχθηκε σε κολοσσό διαχειριζόμενο εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια.


Η σημασία αυτής της πρωτοπορίας δύσκολα υπερεκτιμάται. Τα κεφάλαια δείκτη δημοκρατικοποίησαν την επένδυση, επιτρέποντας σε εκατομμύρια απλούς ανθρώπους να συμμετέχουν στην ανάπτυξη των αγορών με χαμηλό κόστος, χωρίς να χρειάζεται να «στοιχηματίζουν» σε μεμονωμένες μετοχές. Ο Sinquefield αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πατέρες αυτής της επανάστασης — ένας άνθρωπος που δεν εφηύρε απλώς ένα προϊόν, αλλά άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ολόκληρος ο κόσμος για τα χρήματα. Και ήταν ακριβώς αυτή η τεράστια, μεθοδικά χτισμένη περιουσία που, δεκαετίες αργότερα, θα τροφοδοτούσε το πιο φιλόδοξο σκακιστικό εγχείρημα της εποχής μας.


Δίπλα του, καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία της εταιρείας έπαιξε η σύζυγός του.


Η Dr. Jeanne Cairns Sinquefield δεν ήταν απλώς η γυναίκα ενός επιχειρηματία. Κάτοχος MBA και διδακτορικού στη Δημογραφία από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου, διετέλεσε εκτελεστική αντιπρόεδρος της DFA και συνέβαλε ουσιαστικά στην ανάπτυξή της. Παράλληλα, ανέπτυξε ένα δικό της, ξεχωριστό φιλανθρωπικό πάθος: τη μουσική, και ιδίως τη στήριξη νέων μουσικών. Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν αργότερα το ζεύγος ίδρυσε ένα κορυφαίο τουρνουά σκακιού γυναικών, εκείνο πήρε το πατρικό της όνομα — Cairns Cup.


Η μουσική δεν ήταν πάρεργο για την Jeanne· ήταν δεύτερη αποστολή. Στήριξε επί χρόνια νεαρούς μουσικούς και συνθέτες, με ιδιαίτερη αδυναμία στα πνευστά, χρηματοδοτώντας υποτροφίες, παραγγελίες νέων έργων και εκπαιδευτικά προγράμματα στο Μιζούρι. Αυτή η διπλή ταυτότητα — της οικονομολόγου που κατανοεί τους αριθμούς και της φιλότεχνης που κατανοεί τη δημιουργία — έκανε το ζεύγος Sinquefield ένα σπάνιο μείγμα: δύο ανθρώπους που έβλεπαν τη φιλανθρωπία όχι ως πολυτέλεια αλλά ως στρατηγική, με μετρήσιμους στόχους και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Ό,τι κι αν αποφάσιζαν να στηρίξουν, το στήριζαν ολοκληρωτικά.


Μετά τη συνταξιοδότησή τους το 2005, οι Sinquefield επέστρεψαν στο Σεντ Λούις και αφιέρωσαν τον χρόνο και τους πόρους τους σε μια σειρά από αστικές και φιλανθρωπικές δράσεις. Ο Rex έγινε μια αμφιλεγόμενη μορφή της πολιτικής του Μιζούρι — ιδρυτής της νεοφιλελεύθερης δεξαμενής σκέψης Show-Me Institute, υπέρμαχος της κατάργησης του κρατικού φόρου εισοδήματος, τόσο κυρίαρχος στα τοπικά πολιτικά πράγματα που του κόλλησαν το παρατσούκλι «Tyrannosaurus Rex». Ανάμεσα σε όλα αυτά, όμως, υπήρχε ένας διαρκής, παιδικός έρωτας: το σκάκι.


Και δεν ήταν αγάπη εξ αποστάσεως. Ο Sinquefield είναι ο ίδιος ενθουσιώδης παίκτης, που απολαμβάνει τις γρήγορες παρτίδες και μελετά το παιχνίδι με το πάθος ενός ερασιτέχνη ο οποίος δεν έπαψε ποτέ να είναι. Η μαικηνία του ξεκίνησε από τη σκακιέρα του σαλονιού, όχι από κάποιο λογιστικό φύλλο — και ίσως γι' αυτό διατήρησε πάντα κάτι το γνήσιο.

Το Σεντ Λούις γίνεται πρωτεύουσα


Το 2007 ο Rex Sinquefield έδωσε το αρχικό κεφάλαιο για τη δημιουργία του Chess Club and Scholastic Center of Saint Louis, που άνοιξε τις πύλες του το 2008. Δεν επρόκειτο για μια ακόμη σκακιστική λέσχη· σχεδιάστηκε από την αρχή ως η πληρέστερη σκακιστική εγκατάσταση της χώρας, με άνετους χώρους, στούντιο μεταδόσεων, βιβλιοθήκη και εκπαιδευτικές αίθουσες. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2011, ο Sinquefield χρηματοδότησε τη μεταφορά του World Chess Hall of Fame — του Παγκόσμιου Σκακιστικού Μουσείου — στο Σεντ Λούις, σε ένα κτίριο ακριβώς απέναντι από τη λέσχη. Με μια κίνηση, η πόλη απέκτησε ταυτόχρονα το κορυφαίο σκακιστικό κέντρο και το επίσημο μουσείο του αθλήματος.


Η επίδραση ήταν άμεση και ορατή. Το Σεντ Λούις ανακηρύχθηκε επίσημα «σκακιστική πρωτεύουσα» των Ηνωμένων Πολιτειών — μια ετικέτα που πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζε αστεία για μια πόλη στην "Middlewest", μακριά από τα παραδοσιακά κέντρα του παιχνιδιού. Κορυφαίοι παίκτες και προπονητές άρχισαν να μετακομίζουν εκεί για να είναι κοντά στη λέσχη, τα στούντιο μεταδόσεων και τη ζωντανή κοινότητα που είχε δημιουργηθεί. Οι μεταδόσεις των τουρνουά, με επαγγελματικό σχολιασμό και σύγχρονη τηλεοπτική παραγωγή, έφεραν το σκάκι σε ένα νέο, ευρύτερο κοινό — πολύ πριν η πανδημία και τα διαδικτυακά πρωταθλήματα εκτοξεύσουν την παγκόσμια δημοτικότητά του.


Η επόμενη κίνηση ήταν το κορυφαίο τουρνουά. Το 2013 γεννήθηκε το Sinquefield Cup, που γρήγορα καθιερώθηκε ως ένα από τα ισχυρότερα τουρνουά στην ιστορία του σκακιού με βάση τη μέση βαθμολογία των συμμετεχόντων. Την πρώτη διοργάνωση, ένα τουρνουά τεσσάρων παικτών σε διπλό γύρο, κέρδισε ο νεαρός τότε Νορβηγός Magnus Carlsen — λίγο πριν στεφθεί παγκόσμιος πρωταθλητής. Η δεύτερη διοργάνωση, το 2014, χάρισε στο σκάκι μια από τις μεγαλύτερες ατομικές επιδόσεις όλων των εποχών: ο Ιταλοαμερικανός Fabiano Caruana ξεκίνησε με επτά συνεχόμενες νίκες εναντίον της αφρόκρεμας του πλανήτη και τερμάτισε με 8,5 βαθμούς στις 10 παρτίδες, σημειώνοντας μια απόδοση που ελάχιστοι πλησίασαν ποτέ. Ήταν ακριβώς το είδος του ιστορικού γεγονότος που ένας μεγάλος θεσμός χρειάζεται για να εδραιωθεί.


Από τότε, το Sinquefield Cup μεγάλωσε σε ένα πλήρες τουρνουά της παγκόσμιας ελίτ, με τους ισχυρότερους παίκτες του κόσμου να επιστρέφουν χρόνο με τον χρόνο στο Σεντ Λούις. Έγινε ο σταθερός, αδιαμφισβήτητος πυρήνας του αμερικανικού σκακιστικού καλοκαιριού — το τουρνουά που κάθε κορυφαίος ήθελε να παίξει και κάθε φίλαθλος να παρακολουθήσει.


Το 2015, μαζί με τον Garry Kasparov, ο Sinquefield συνέβαλε στη δημιουργία του Grand Chess Tour — μιας ετήσιας σειράς κορυφαίων τουρνουά σε διάφορες πόλεις του κόσμου, με το Sinquefield Cup ως το αμερικανικό της στολίδι. Παράλληλα, το Σεντ Λούις έγινε η μόνιμη έδρα του παναμερικανικού πρωταθλήματος ανδρών και γυναικών, που πλέον διεξάγεται εκεί κάθε χρόνο. Και το 2019 προστέθηκε το Cairns Cup, το ισχυρότερο τουρνουά γυναικών που έχει φιλοξενήσει ποτέ αμερικανικό έδαφος — μια απάντηση στη χρόνια παραμέληση του σκακιού γυναικών.

Η στρατηγική μιας υπερδύναμης


Η φιλοδοξία των Sinquefield δεν σταμάτησε στη διοργάνωση τουρνουά. Στόχος τους ήταν να κάνουν ξανά τις Ηνωμένες Πολιτείες σκακιστική υπερδύναμη. Χρηματοδότησαν τις εθνικές ομάδες σε Ολυμπιάδες και παγκόσμια πρωταθλήματα, και — το πιο εντυπωσιακό — βοήθησαν να ενταχθούν στην αμερικανική ομοσπονδία δύο από τους ισχυρότερους παίκτες του κόσμου: ο Fabiano Caruana και ο Wesley So άλλαξαν σημαία και άρχισαν να αγωνίζονται κάτω από την αστερόεσσα. Χάρη σε αυτή τη μετακίνηση, η αμερικανική εθνική ομάδα βρέθηκε ξαφνικά να διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα σύνολα του πλανήτη — και το 2016 κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στη Σκακιστική Ολυμπιάδα, τερματίζοντας μια ξηρασία σαράντα ετών.


Η επένδυση απέδωσε με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο το 2018, όταν ο Fabiano Caruana — αγωνιζόμενος πλέον ως Αμερικανός — κέρδισε το τουρνουά υποψηφίων και διεκδίκησε τον παγκόσμιο τίτλο απέναντι στον Magnus Carlsen. Ήταν το πρώτο ματς για το παγκόσμιο πρωτάθλημα με Αμερικανό διεκδικητή έπειτα από τον ίδιο τον Bobby Fischer, σχεδόν μισό αιώνα νωρίτερα. Ο Caruana έχασε τελικά στα γρήγορα τάι-μπρέικ, αλλά και μόνο η παρουσία του εκεί ήταν η απόδειξη ότι η στρατηγική των Sinquefield δεν ήταν επίδειξη πλούτου, αλλά ένα σχέδιο με απτά αποτελέσματα: μέσα σε μία δεκαετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν επιστρέψει στην κορυφή του παγκόσμιου σκακιού, κάτι που έμοιαζε αδιανόητο στις αρχές του αιώνα.


Ταυτόχρονα, η εκπαιδευτική διάσταση του εγχειρήματος υπήρξε τεράστια. Μέσα από τα σχολικά προγράμματα του κέντρου, το σκάκι έφτασε σε πάνω από εβδομήντα πέντε χιλιάδες μαθητές, με τη λογική ότι το παιχνίδι καλλιεργεί τη συγκέντρωση, τη λογική και την υπομονή. Ο Rex στήριξε επίσης, το 2014, την υποψηφιότητα του Kasparov για την προεδρία της παγκόσμιας ομοσπονδίας (FIDE) — μια εκστρατεία που τελικά απέτυχε, αλλά που έδειχνε το εύρος των φιλοδοξιών του. Για τη συνολική τους προσφορά, τόσο ο Rex όσο και η Jeanne εντάχθηκαν στο Παγκόσμιο Σκακιστικό Μουσείο, τιμώμενοι ως δύο από τους σημαντικότερους ευεργέτες στην ιστορία του αμερικανικού σκακιού.

Το σκοτεινό σημείο και το ερώτημα της εξάρτησης


Καμία ιστορία τέτοιας κλίμακας δεν είναι χωρίς σκιές. Το 2023, η λέσχη του Σεντ Λούις βρέθηκε στο επίκεντρο σοβαρών κατηγοριών σχετικά με τον τρόπο που ο θεσμός χειρίστηκε καταγγελίες κακοποίησης που αφορούσαν εργαζόμενό του. Το ζήτημα υπενθύμισε ότι το χτίσιμο ισχυρών θεσμών φέρνει μαζί του και μεγάλες θεσμικές ευθύνες και ότι ακόμη και τα πιο λαμπρά εγχειρήματα οφείλουν να αντέχουν στον έλεγχο.


Πέρα από αυτό, υπάρχει και ένα βαθύτερο, δομικό ερώτημα. Όταν το σκακιστικό μέλλον μιας ολόκληρης χώρας στηρίζεται τόσο πολύ στην περιουσία και τη διάθεση ενός και μόνο ζεύγους, τι συμβαίνει την ημέρα που αυτή η στήριξη σταματήσει; Η αμερικανική σκακιστική άνθηση των τελευταίων δεκαπέντε ετών είναι πραγματική και εντυπωσιακή — αλλά είναι, σε μεγάλο βαθμό, χτισμένη πάνω σε μία και μόνη πηγή. Είναι το ίδιο δίκοπο μαχαίρι που συνόδεψε κάθε μεγάλη μαικηνία, από την εποχή του Rice: η γενναιοδωρία των λίγων μπορεί να ανυψώσει το άθλημα σε ύψη που κανένας θεσμός δεν θα κατόρθωνε — αλλά αφήνει και μια επικίνδυνη εξάρτηση.

Η κληρονομιά — και το νήμα ενός αιώνα


Και όμως, το αποτέλεσμα είναι αδιαμφισβήτητο. Χάρη στους Sinquefield, μια πόλη που κανείς δεν συνέδεε με το σκάκι έγινε το αναγνωρισμένο κέντρο του παγκόσμιου παιχνιδιού — ο τόπος όπου ταξιδεύουν οι κορυφαίοι για να παίξουν, όπου φυλάσσεται η ιστορία του αθλήματος, όπου χιλιάδες παιδιά μαθαίνουν τις πρώτες τους κινήσεις. Είναι μια σύγχρονη εκδοχή του παλιού ονείρου: ένας πλούσιος άνθρωπος που αγαπά το παιχνίδι και το ντύνει με τη λαμπρότητα που, κατά τη γνώμη του, του αξίζει.


Με αυτόν τον τρόπο, οι Sinquefield κλείνουν έναν κύκλο που άνοιξε πριν από έναν αιώνα. Είναι οι σύγχρονοι κληρονόμοι του Isaac Leopold Rice και του ζεύγους Piatigorsky, όπως εκείνοι υπήρξαν οι κληρονόμοι μιας ακόμη παλαιότερης παράδοσης ευεργεσίας. Η ιστορία που διατρέχει και τα τέσσερα αυτά μέρη είναι, εν τέλει, μία και η αυτή: το σκάκι, αυτό το φαινομενικά αυτάρκες παιχνίδι της καθαρής λογικής, προχώρησε πάντοτε χάρη στη γενναιοδωρία — και κάποτε στη ματαιοδοξία, ή στη δίψα για υστεροφημία — των λίγων που είχαν και τα μέσα και το πάθος. Από τον βιομήχανο της Νέας Υόρκης ως τον τσελίστα και τη Rothschild, από τον αόρατο Ολλανδό δισεκατομμυριούχο ως το ζεύγος του Σεντ Λούις, οι μεγάλοι μαικήνες δεν έπαιξαν ποτέ την αποφασιστική παρτίδα πάνω στη σκακιέρα. Την έπαιξαν γύρω από αυτήν — και χωρίς εκείνους, το παιχνίδι που αγαπάμε δεν θα ήταν ίδιο.