chess.gr
chess.gr · Νέα · Η ιστορία του Σκακιού · Πολιτική

Οι μεγάλοι πατρόνες του σκακιού IΙI

Αφιέρωμα σε τέσσερα μέρη

Από Νίκος Σαρακενίδης ·

Μέρος III — Joop van Oosterom: ο αόρατος δισεκατομμυριούχος που έντυσε το σκάκι με πολυτέλεια


Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο στην ιστορία του Joop van Oosterom. Ο άνθρωπος που, κατά πολλούς, υπήρξε ο μεγαλύτερος ευεργέτης στην ιστορία του σκακιού ήταν ταυτόχρονα ο πιο αφανής. Ζούσε αποτραβηγμένος στο Μονακό, απέφευγε τις φωτογραφίες και τις συνεντεύξεις και ο ίδιος του ο θάνατος, τον Οκτώβριο του 2016, έμεινε κρυφός επί μήνες — ανακοινώθηκε μόλις τον Φεβρουάριο του 2017, όταν η οικογένεια το επιβεβαίωσε σε ένα σκακιστικό ιστότοπο. Και όμως, για είκοσι χρόνια, αυτός ο διακριτικός Ολλανδός μετέτρεψε τη γαλάζια ακτή σε προσκύνημα των κορυφαίων γκρανμάστερ του πλανήτη, τους οποίους περιποιόταν σαν βασιλιάδες. Ο van Oosterom δεν προσπάθησε ποτέ να επιβάλει ένα άνοιγμα ούτε να αγοράσει έναν τίτλο για τον εαυτό του με τον τρόπο του Rice· απλώς αγάπησε το παιχνίδι τόσο ώστε να θελήσει να το ζήσει στην πιο εκλεπτυσμένη του εκδοχή.

Ο άνθρωπος από το Hilversum


Ο Joop van Oosterom γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1937 στο Hilversum της Ολλανδίας. Το σκάκι δεν ήταν γι' αυτόν μεταγενέστερο χόμπι ενός πλούσιου· ήταν το πρώτο του ταλέντο. Το 1955 κατέκτησε το πανολλανδικό πρωτάθλημα νέων και στο παγκόσμιο νέων στην Αμβέρσα τερμάτισε έβδομος, πίσω από παίκτες όπως ο μελλοντικός παγκόσμιος πρωταθλητής Boris Spassky. Ήταν, με άλλα λόγια, ένας πραγματικά υποσχόμενος νεαρός σκακιστής. Επέλεξε όμως άλλον δρόμο. Το 1966 ίδρυσε, μαζί με τους Jan Mol και Nico Leerkamp, την εταιρεία λογισμικού Volmac — και εκεί βρήκε το πραγματικό του βασίλειο.


Η Volmac μεγάλωσε μαζί με την πληροφορική. Μπήκε στο χρηματιστήριο το 1988 και αργότερα συγχωνεύτηκε με τον γαλλικό κολοσσό συμβούλων Capgemini, κάνοντας τον ιδρυτή της απίστευτα πλούσιο. Στον θάνατό του, η περιουσία του υπολογιζόταν από το ολλανδικό οικονομικό περιοδικό Quote γύρω στο 1,1 δισεκατομμύριο ευρώ. Είχε από καιρό εγκατασταθεί στο Μονακό, μακριά από τα φώτα, ζώντας τη ζωή ενός δισεκατομμυριούχου που δεν ήθελε να τον βλέπει κανείς. Παρέμεινε, ωστόσο, σκακιστής στην καρδιά: η τελευταία του βαθμολογία FIDE ήταν 2260 και το πάθος του για το παιχνίδι δεν έσβησε ποτέ. Απλώς, τώρα, είχε τα μέσα να το υπηρετήσει σε κλίμακα που κανείς πριν από αυτόν δεν είχε ονειρευτεί.


Η ιστορία της Volmac ήταν, με τον τρόπο της, μια ολλανδική εκδοχή του ονείρου της πληροφορικής. Σε μια εποχή που οι επιχειρήσεις μόλις άρχιζαν να συνειδητοποιούν πόσο θα εξαρτιόνταν από το λογισμικό, ο van Oosterom και οι συνεργάτες του έχτισαν έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους υπηρεσιών πληροφορικής της ηπείρου. Υπάρχει κάτι σχεδόν συμβολικό στο ότι ο άνθρωπος που κάποτε θα μπορούσε να είχε γίνει επαγγελματίας σκακιστής έχτισε την περιουσία του πάνω στη λογική των υπολογιστών — και έπειτα τη διοχέτευσε πίσω στο παιχνίδι που είχε αφήσει στην άκρη. Η μαικηνία του ήταν, κατά μία έννοια, ο τρόπος του να μείνει συνδεδεμένος με έναν κόσμο που είχε αγαπήσει πριν από όλα τα άλλα. Ο ίδιος, πάντως, δεν είχε τίποτε από τον επιδεικτικό μεγιστάνα. Απέφευγε τη δημοσιότητα με σχεδόν παθολογική συνέπεια· ελάχιστες φωτογραφίες του κυκλοφορούν και ακόμη λιγότερες συνεντεύξεις. Προτιμούσε να μιλά μέσα από τα έργα του παρά για τον εαυτό του — μια στάση σπάνια στον κόσμο των υπερπλουσίων και ακόμη σπανιότερη στον κόσμο των χορηγών, όπου η χορηγία συνοδεύεται συχνά από την ανάγκη για αναγνώριση.

Το Melody Amber: το στέμμα


Η ναυαρχίδα της μαικηνίας του ήταν το τουρνουά Melody Amber, που πήρε το όνομά του από την πρώτη του κόρη. Η ιδέα, σύμφωνα με την παράδοση, ανήκε στον μεγάλο Σοβιετικό γκρανμάστερ Lev Polugaevsky, ο οποίος, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, έπεισε τον δισεκατομμυριούχο να οργανώσει ένα πειραματικό τουρνουά συνδυασμού γρήγορου σκακιού και σκακιού «στα τυφλά». Το πείραμα έπιασε. Από το 1992 ως το 2011, το Amber έγινε ο θεσμός-σήμα κατατεθέν του van Oosterom: μια ετήσια συνάντηση, συνήθως τον Μάρτιο, στο Μόντε Κάρλο και αργότερα στη Νίκαια, όπου προσκαλούνταν αποκλειστικά η απόλυτη ελίτ του παιχνιδιού.


Δύο πράγματα έκαναν το Amber μοναδικό. Το πρώτο ήταν η φόρμουλά του: κάθε παίκτης έπαιζε δύο παρτίδες με τον ίδιο αντίπαλο κάθε γύρο — μία γρήγορη και μία «στα τυφλά», δηλαδή χωρίς να βλέπει τα κομμάτια, μετακινώντας τα σε άδεια σκακιέρα στην οθόνη. Ήταν μια ανώτατη δοκιμασία μνήμης, φαντασίας και οπτικοποίησης, που ανέδειξε το τυφλό σκάκι από ακροβατικό νούμερο σε γνήσια αγωνιστική τέχνη στο υψηλότερο επίπεδο. Το δεύτερο ήταν η πολυτέλεια. Οι προσκεκλημένοι — Kasparov, Karpov, Anand, Kramnik, Topalov, οι αδελφές Polgar και όλη σχεδόν η αφρόκρεμα δύο γενεών — δεν αντιμετωπίζονταν ως εργάτες που έρχονται να δουλέψουν, αλλά ως καλεσμένοι που έρχονται να απολαύσουν. Γενναιόδωρες αμοιβές, πεντάστερη φιλοξενία, η αίγλη της Κυανής Ακτής: το Amber ήταν όσο απομακρυσμένο μπορούσε να φανταστεί κανείς από τη λιτότητα των συνηθισμένων σκακιστικών τουρνουά. Οι παίκτες, όπως γράφτηκε, «αντιμετωπίζονταν σαν βασιλιάδες».


Με τα χρόνια, το Amber εξελίχθηκε στο ανεπίσημο «φεστιβάλ» της παγκόσμιας σκακιστικής ελίτ και ο κατάλογος των πρωταγωνιστών του διαβάζεται σαν την ιστορία του κορυφαίου σκακιού της εποχής. Η πρόσκληση αποτελούσε από μόνη της διάκριση: σήμαινε ότι ανήκες στη μικρή χορεία των πραγματικά κορυφαίων. Κάθε χρονιά, οι δύο επιμέρους βαθμολογίες — του γρήγορου και του τυφλού σκακιού — συνδυάζονταν σε μια γενική κατάταξη, δημιουργώντας έναν ιδιότυπο πρωταθλητισμό που απαιτούσε ευελιξία σε δύο πολύ διαφορετικές δεξιότητες. Οι διοργανώσεις κατέγραψαν αξέχαστες στιγμές τυφλού σκακιού — παρτίδες που, αν τις έβλεπε κανείς μόνο από το παρτιδόφυλλο, δεν θα μάντευε ποτέ ότι κανένας από τους δύο αντιπάλους δεν κοιτούσε αληθινή σκακιέρα. Το γεγονός ότι οι καλύτεροι παίκτες του κόσμου μπορούσαν να παίζουν σχεδόν άψογο σκάκι κρατώντας ολόκληρη τη θέση στο μυαλό τους έγινε, χάρη στο Amber, κοινό μυστικό — και συνάμα ένα διαρκές μάθημα για το τι χωρά ο ανθρώπινος νους. Για είκοσι σχεδόν χρόνια, το ραντεβού του Μαρτίου στη Μεσόγειο ήταν σταθερό σημείο στο ημερολόγιο κάθε κορυφαίου παίκτη — μια σπάνια νησίδα σιγουριάς και άνεσης σε ένα επάγγελμα γεμάτο αβεβαιότητα.

Πέρα από το Amber


Η γενναιοδωρία του van Oosterom, ωστόσο, δεν εξαντλούνταν στο Μόντε Κάρλο. Επί χρόνια χρηματοδότησε τα τουρνουά «Γυναίκες εναντίον Βετεράνων» (1992–2001), όπου οι κορυφαίες σκακίστριες του κόσμου αναμετριούνταν με θρύλους παλαιότερων γενεών — μια ιδέα που τιμούσε ταυτόχρονα το σκάκι γυναικών και τους μεγάλους μαιτρ που είχαν αρχίσει να ξεχνιούνται. Οργάνωσε επίσης μια δική του «Ολυμπιάδα» για τα μικρά κράτη, όπου έπαιζαν εκπρόσωποι του Μονακό, της Ανδόρας, του Λιχτενστάιν, του Λουξεμβούργου, του Αγίου Μαρίνου, του Κουρασάο και άλλων μικρών χωρών που σπάνια έχουν θέση στα μεγάλα τραπέζια. Ήταν μια χειρονομία που έλεγε πολλά για τη νοοτροπία του: δεν τον ενδιέφερε μόνο η κορυφή, αλλά και τα περιθώρια του σκακιστικού κόσμου, οι μικροί και οι ξεχασμένοι. Στην πατρίδα του, η Volmac στήριξε επί χρόνια τη σκακιστική ομάδα Volmac Rotterdam, που κατέκτησε δεκαεννέα φορές το ολλανδικό πρωτάθλημα συλλόγων με παίκτες όπως ο Jan Timman και ο Viktor Korchnoi.


Ταυτόχρονα, ο van Oosterom στήριξε το σκάκι δι' αλληλογραφίας και το ηλεκτρονικό σκάκι σε μια εποχή μετάβασης: χρηματοδότησε το πρωτοποριακό «Millennium» email τουρνουά για τους κορυφαίους παίκτες αλληλογραφίας στο γύρισμα της χιλιετίας, καθώς και τα επετειακά «Jubilee» και «Elite» τουρνουά της Διεθνούς Ομοσπονδίας Σκακιού δι' Αλληλογραφίας (ICCF). Σε κάθε μία από αυτές τις γωνιές του σκακιού — από τη γρήγορη σκακιέρα ως το αργό, στοχαστικό παιχνίδι της αλληλογραφίας — άφησε το ίχνος της γενναιοδωρίας του. Το πάθος του, εξάλλου, δεν περιοριζόταν στη σκακιέρα: ήταν και μεγάλος υποστηρικτής του μπιλιάρδου, ιδρύοντας το Crystal Kelly Cup — ένα τουρνουά τρίμπαλου -γαλλικού- μπιλιάρδου που πήρε το όνομά του από τη δεύτερη κόρη του, όπως ακριβώς το Amber είχε πάρει το όνομα της πρώτης.

Ο πρωταθλητής — και η σκιά της αμφισβήτησης


Το πιο ιδιόμορφο κεφάλαιο της ιστορίας του είναι, ίσως, το ότι ο van Oosterom δεν αρκέστηκε να χρηματοδοτεί το σκάκι· θέλησε να το παίξει στο υψηλότερο επίπεδο. Έχοντας περάσει τα εξήντα, στράφηκε ξανά στο σκάκι δι' αλληλογραφίας — και αναρριχήθηκε αμέσως στην κορυφή. Έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής αλληλογραφίας, κατακτώντας τον τίτλο του 18ου πρωταθλητή κόσμου (με αποτέλεσμα που ολοκληρώθηκε το 2005) και κερδίζοντας αργότερα και τον 21ο τελικό. Το επίτευγμα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό αν σκεφτεί κανείς ότι το 1993 είχε υποστεί σοβαρή εγκεφαλική αιμορραγία.


Το σκάκι δι' αλληλογραφίας είναι ένας κόσμος υπομονής και βάθους: οι παρτίδες κρατούν μήνες ή και χρόνια, κάθε κίνηση αναλύεται εξονυχιστικά και το επίπεδο ακρίβειας ξεπερνά κατά πολύ εκείνο του σκακιού στη σκακιέρα. Για έναν άνθρωπο με το μυαλό και τα μέσα του van Oosterom, ήταν σχεδόν ιδανικό πεδίο· επί σειρά ετών φιγουράριζε ως ο υψηλότερα βαθμολογημένος ενεργός παίκτης αλληλογραφίας στον κόσμο, μοιραζόμενος πρωτιές με κορυφαίους ειδικούς του είδους.


Εδώ, όμως, η αφήγηση αποκτά μια σκιά. Την εποχή των θριάμβων του, ο van Oosterom είχε προσλάβει ως προσωπικό «γραμματέα» τον ισχυρό Ολλανδό γκρανμάστερ Jeroen Piket, ενώ και νωρίτερα διατηρούσε στη μισθοδοσία του διεθνείς μαιτρ με αντικείμενο την ανάλυση των παρτίδων του αλληλογραφίας. Ο σκακιστικός συγγραφέας Tim Krabbé αποτύπωσε τη λαϊκή καχυποψία με μια περίφημη ατάκα, που στηριζόταν σε ολόκληρη την ιστορία των σκακιστικών «αυτομάτων». Όπως ο μηχανικός «Τούρκος» του 18ου αιώνα έκρυβε στα σπλάχνα του τον Schlumberger, όπως ο «Mephisto» κινούνταν από τον Gunsberg και ο «Ajeeb» από τον Pillsbury — αληθινοί μαιτρ πίσω από τη μηχανή που εντυπωσίαζε το κοινό — έτσι, υπαινισσόταν ο Krabbé, ο van Oosterom «λειτουργούσε» χάρη στον Piket. Ήταν μια δηκτική σύγκριση. Όποια κι αν είναι η ετυμηγορία για τους δικούς του τίτλους, δεν αλλάζει το ότι η προσφορά του στο σκάκι ως χορηγού υπήρξε τεράστια και γνήσια.


Ο αινιγματικός χαρακτήρας τον συνόδεψε ως το τέλος. Όταν πέθανε στο Μονακό, η είδηση δεν δόθηκε αμέσως στη δημοσιότητα· χρειάστηκε να περάσουν μήνες ώσπου να την επιβεβαιώσει το κέντρο Max Euwe του Μονακό και ούτε η αιτία ανακοινώθηκε ποτέ ούτε έγινε σαφές γιατί τηρήθηκε τέτοια μυστικότητα. Ήταν ένα τελευταίο δείγμα του χαρακτήρα του: ένας άνθρωπος που έδωσε στο σκάκι σχεδόν τα πάντα, εκτός από το δικαίωμα να τον κοιτάξει κατάματα.

Η κληρονομιά


Το Amber έριξε αυλαία το 2011 και ο van Oosterom αποσύρθηκε σταδιακά από το προσκήνιο, όσο διακριτικά είχε ζήσει σε όλη του τη ζωή. Η κληρονομιά του είναι διπλή. Από τη μία, ανέδειξε το γρήγορο και το τυφλό σκάκι ως αναγνωρισμένες, γοητευτικές μορφές του παιχνιδιού, δείχνοντας ότι υπάρχει θέαμα και ομορφιά πέρα από τους μαραθώνιους των κλασικών τουρνουά. Σήμερα, που το γρήγορο σκάκι κυριαρχεί στο διαδίκτυο και τα ράπιντ πρωταθλήματα προσελκύουν χιλιάδες διαδικτυακούς θεατές, η πρωτοπορία του Amber φαντάζει σχεδόν προφητική: ο van Oosterom είχε καταλάβει, δεκαετίες νωρίτερα, ότι το κοινό διψούσε για ταχύτητα, ένταση και θέαμα. Από την άλλη, καθιέρωσε ένα πρότυπο διοργάνωσης όπου ο σεβασμός προς τους παίκτες — οικονομικός και ανθρώπινος — ήταν απόλυτη προτεραιότητα, σε μια εποχή που το επάγγελμα του σκακιστή παρέμενε επισφαλές. Ήταν ένας χορηγός που δεν ζητούσε χειροκρότημα για τον εαυτό του· του αρκούσε να βλέπει τους καλύτερους του κόσμου να παίζουν άνετα και με αξιοπρέπεια, κάτω από τον ήλιο της Μεσογείου. Δεν είναι υπερβολή που πολλοί τον χαρακτήρισαν, χωρίς δισταγμό, ως τον μεγαλύτερο ευεργέτη στην ιστορία του σκακιού. Το μέγεθος, η διάρκεια και η ποιότητα της προσφοράς του — δύο δεκαετίες αδιάλειπτης, πολυτελούς στήριξης στο κορυφαίο επίπεδο, μαζί με δεκάδες παράλληλα εγχειρήματα — δύσκολα βρίσκουν αντίστοιχο σε ολόκληρη την ιστορία του παιχνιδιού.