Οι μεγάλοι πατρόνες του σκακιού IΙ
Μια ιστορία σε τέσσερα μέρη
Μέρος II — Το ζεύγος Piatigorsky: ο βιρτουόζος του τσέλου, η κληρονόμος των Rothschild και τα ισχυρότερα τουρνουά της Αμερικής
Αν ο Rice ήταν ένας βιομήχανος που έπαιζε σκάκι, οι Piatigorsky ήταν κάτι σπανιότερο: ένα ζευγάρι όπου η υψηλή τέχνη και το βασιλικό παιχνίδι συναντιόνταν στο ίδιο τραπέζι. Εκείνος, ένας από τους μεγαλύτερους τσελίστες του εικοστού αιώνα. Εκείνη, μια Rothschild που έφτασε στην κορυφή του αμερικανικού γυναικείου σκακιού και έγινε μία από τις σημαντικότερες ευεργέτιδες στην ιστορία του παιχνιδιού. Μαζί, στη δεκαετία του 1960, οργάνωσαν τα δύο ισχυρότερα τουρνουά που είχε δει η αμερικανική ήπειρος από το 1927 — τα θρυλικά Piatigorsky Cup.
Δύο ζωές που διασταυρώθηκαν στη φυγή
Ο Gregor Piatigorsky γεννήθηκε στις 17 Απριλίου 1903 στο Ekaterinoslav — τη σημερινή πόλη Dnipro της Ουκρανίας — μέσα σε μια φτωχή εβραϊκή οικογένεια. Το ταλέντο του στο τσέλο ήταν τόσο πρώιμο ώστε, έφηβος ακόμη, κέρδιζε τα προς το ζην παίζοντας σε καφενεία για να στηρίξει την οικογένειά του. Στα δεκαπέντε του ήταν ήδη πρώτο τσέλο της ορχήστρας της Όπερας Μπολσόι. Το 1921, μέσα στο χάος της επανάστασης, δραπέτευσε από τη Σοβιετική Ρωσία σε μια περιπέτεια που έμοιαζε με μυθιστόρημα — λέγεται ότι πέρασε τα σύνορα σχεδόν κάτω από τις σφαίρες των φρουρών. Σπούδασε στη Λειψία με τον Julius Klengel και, σε ηλικία μόλις είκοσι ενός ετών, έγινε πρώτο τσέλο της Φιλαρμονικής του Βερολίνου υπό τον Wilhelm Furtwängler. Το 1929 εγκατέλειψε την ορχήστρα για να αφοσιωθεί σε μια διεθνή σολιστική καριέρα που κράτησε πάνω από σαράντα χρόνια.
Η ζωή του υπήρξε μια αδιάκοπη συνομιλία με τους μεγαλύτερους μουσικούς της εποχής. Έπαιξε μουσική δωματίου σε τρίο με τον Artur Schnabel, αργότερα με τους Vladimir Horowitz και Nathan Milstein, και τέλος με τον Arthur Rubinstein και τον Jascha Heifetz — το θρυλικό «Million Dollar Trio» του 1949. Έγινε Αμερικανός πολίτης το 1942, δίδαξε στο Curtis Institute και, από το 1962 ως τον θάνατό του, έδινε μαζί με τον Heifetz τα περίφημα master classes του στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια (USC). Παρήγγειλε νέα έργα για τσέλο σε συνθέτες όπως ο Paul Hindemith, ο Mario Castelnuovo-Tedesco και ο William Walton, εμπλουτίζοντας το ρεπερτόριο του οργάνου. Το 1965 εξέδωσε τη δημοφιλή αυτοβιογραφία του με τον απέριττο τίτλο «Cellist». Πέθανε στις 6 Αυγούστου 1976 στο σπίτι του στο Λος Άντζελες, από καρκίνο του πνεύμονα. Ο μεγάλος δάσκαλος του βιολιού Ivan Galamian φέρεται να τον αποκάλεσε τον σπουδαιότερο εγχορδίστα όλων των εποχών. Στο σπίτι τους στο Λος Άντζελες, ο Gregor διατηρούσε μια εντυπωσιακή συλλογή από σκακιέρες που είχε μαζέψει στις περιοδείες του — η σκακιστική του κλίση ήταν πραγματική, ακόμη κι αν η δεξιοτεχνία στο παιχνίδι ανήκε στη σύζυγό του.
Στο Λος Άντζελες, όπου εγκαταστάθηκε οριστικά από το 1949, ο Piatigorsky ανήκε σε έναν εκλεκτό κύκλο εξόριστων μεγάλων μουσικών — γείτονες και φίλοι του ήταν ο βιολονίστας Jascha Heifetz και ο πιανίστας Arthur Rubinstein. Ήταν συλλέκτης έργων τέχνης, φημισμένος αφηγητής και άνθρωπος με μεγάλη ζεστασιά και γενναιοδωρία. Ο γάμος του με μια Rothschild τον τοποθετούσε, εξάλλου, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο των περισσότερων Ευρωπαίων προσφύγων της πόλης. Αυτός ο κόσμος του πλούτου, της υψηλής τέχνης και της κοσμοπολίτικης άνεσης ήταν το φόντο πάνω στο οποίο θα στηνόταν, λίγα χρόνια αργότερα, το μεγαλόπνοο σκακιστικό εγχείρημα του ζεύγους.
Η Jacqueline γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1911 στο Παρίσι, κόρη του βαρόνου Édouard de Rothschild — δηλαδή μέσα στην καρδιά της πιο διάσημης τραπεζικής δυναστείας της Ευρώπης. Έμαθε σκάκι γύρω στα έξι της χρόνια από την Αγγλίδα νοσοκόμα της, ενώ ανάρρωνε από μια περιτονίτιδα. Η ιστορία θέλει τη μικρή Jacqueline να γίνεται τόσο καλή ώστε να νικά τον πατέρα της — και εκείνον να το παίρνει τόσο βαριά που σταμάτησε να παίζει. Ο πρώτος της γάμος, με τον εκδότη Robert Calmann-Lévy, δεν κράτησε. Το 1937 παντρεύτηκε τον Gregor Piatigorsky. Με το ξέσπασμα του πολέμου και την προέλαση των ναζί, το ζευγάρι εγκατέλειψε την Ευρώπη μαζί με την κόρη τους Jephta· ο γιος τους Joram γεννήθηκε το 1940 στις ΗΠΑ και έγινε αργότερα διακεκριμένος επιστήμονας. Εγκαταστάθηκαν τελικά στο Λος Άντζελες.
Η παίκτρια που έγινε ευεργέτιδα
Η Jacqueline δεν ήταν απλώς μια πλούσια χορηγός· ήταν γνήσια σκακίστρια. Ξεκίνησε το 1940 με σκάκι δι' αλληλογραφίας, υπό την αιγίδα του περιοδικού Chess Review και αργότερα γνώρισε τον διεθνή μαιτρ Herman Steiner, ψυχή του σκακιστικού Χόλιγουντ, ο οποίος την έπεισε να παίξει σε αγώνες. Ανέβηκε γρήγορα στην κορυφή του αμερικανικού γυναικείου σκακιού: αγωνίστηκε πολλές φορές στο παναμερικανικό γυναικείο πρωτάθλημα, τερματίζοντας δεύτερη το 1965 και κατέκτησε χάλκινο μετάλλιο στην πρώτη Ολυμπιάδα Γυναικών, στο Emmen της Ολλανδίας, το 1957. Μετά τον θάνατο του Steiner το 1955, ανέλαβε τη διεύθυνση της λέσχης του, η οποία μετονομάστηκε προς τιμήν του σε Herman Steiner Chess Club και έγινε το επίκεντρο του σκακιού στη Δυτική Ακτή.
Η αγωνιστική της πορεία δεν ήταν διακοσμητική. Οι παρτίδες της μαρτυρούν μια παίκτρια με αίσθηση της θέσης και αγωνιστικό πείσμα, ικανή σε καλή μέρα να διαλύσει την αντίπαλό της σε ελάχιστες κινήσεις. Αυτή η προσωπική εμπειρία της σκακιέρας — το άγχος της κίνησης, η μοναξιά της απόφασης — ήταν που έδινε στη μετέπειτα δράση της ως οργανώτριας μια σπάνια αυθεντικότητα. Ήξερε από πρώτο χέρι τι χρειάζονταν οι παίκτες, γιατί υπήρξε και η ίδια παίκτρια. Και φρόντιζε αυτοπροσώπως για την τελευταία λεπτομέρεια των τουρνουά της, από την απόλυτη ησυχία της αίθουσας ως τον φωτισμό και την άνεση των πρωταγωνιστών — μια τελειομανία που έγινε θρυλική.
Το 1962 η Jacqueline έκανε το βήμα που θα καθόριζε την υστεροφημία της: ίδρυσε το Piatigorsky Foundation, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό αφιερωμένο στην προαγωγή του σκακιού. Η ιδέα ήταν τόσο πρωτοποριακή για την εποχή της ώστε η αμερικανική εφορία απέρριψε αρχικά την αίτηση για καθεστώς φιλανθρωπικού οργανισμού — δεν χωρούσε στο μυαλό των γραφειοκρατών ότι το σκάκι μπορούσε να είναι αντικείμενο φιλανθρωπίας. Πρόεδρος ανέλαβε η ίδια, με τον Gregor και τον γιο τους Joram αντιπροέδρους. Το ίδρυμα χρηματοδότησε προγράμματα διδασκαλίας σκακιού σε παιδιά από φτωχές συνοικίες του Λος Άντζελες και συγχρηματοδότησε το περίφημο ματς του 1961 ανάμεσα στους Bobby Fischer και Samuel Reshevsky.
Πίσω από αυτές τις πρωτοβουλίες υπήρχε μια συγκεκριμένη φιλοσοφία. Η Jacqueline αντιμετώπιζε το σκάκι όχι ως θέαμα προς αγορά, αλλά ως κοινό αγαθό που άξιζε θεσμική στήριξη — από τα παιδιά των φτωχών γειτονιών ως τους παγκόσμιους πρωταθλητές. Δεν ανεχόταν προνόμια και ειδικές μεταχειρίσεις· η εμμονή της να παίζουν όλοι με τους ίδιους όρους, ακόμη κι όταν αυτό σήμαινε να χάσει τον μεγαλύτερο αστέρα της εποχής, ήταν μια πράξη αρχής που ελάχιστοι χορηγοί θα τολμούσαν. Σε μια εποχή που το αμερικανικό σκάκι ζούσε στη σκιά της σοβιετικής υπεροχής και ετοιμαζόταν για την έκρηξη του φαινομένου Fischer, τα δύο Piatigorsky Cup λειτούργησαν ως απόδειξη ότι η Δύση μπορούσε να σταθεί απέναντι στους Σοβιετικούς στο δικό τους παιχνίδι.
Τα δύο Piatigorsky Cup
Το κορυφαίο επίτευγμα του ζεύγους ήρθε με τα δύο Piatigorsky Cup. Το πρώτο διεξήχθη τον Ιούλιο του 1963 στο ξενοδοχείο Ambassador του Λος Άντζελες, με έπαθλο δέκα χιλιάδων δολαρίων και ένα υπέροχο ασημένιο τρόπαιο σχεδιασμένο από τον οίκο Tiffany. Ήταν το ισχυρότερο τουρνουά που είχε φιλοξενήσει η Αμερική από τη Νέα Υόρκη του 1927. Ήδη από τότε, όμως, φάνηκε ο χαρακτήρας της Jacqueline: όταν ο Bobby Fischer απαίτησε ειδική αμοιβή εμφάνισης δύο χιλιάδων δολαρίων, εκείνη αρνήθηκε κατηγορηματικά — αντιτασσόμενη, όπως παραδέχτηκε αργότερα, ακόμη και στη γνώμη του ίδιου του συζύγου της. Ο Fischer δεν έπαιξε και οι Paul Keres και Tigran Petrosian μοιράστηκαν την πρώτη θέση.
Το ταμπλό εκείνου του πρώτου τουρνουά ήταν ήδη εκλεκτό: οκτώ παίκτες σε διπλό γύρο, ανάμεσά τους ο Petrosian, ο Keres, ο Miguel Najdorf, ο Friðrik Ólafsson, ο Svetozar Gligorić και ο βετεράνος Αμερικανός Samuel Reshevsky. Ο Gligorić προηγήθηκε στο πρώτο μισό αλλά έσβησε στη συνέχεια· ο Petrosian, με το χαρακτηριστικό του ατσάλινο παιχνίδι, ανέβηκε σταθερά και στον τελευταίο γύρο, ενώ εκείνος έκανε ισοπαλία με τον Reshevsky, ο Keres κέρδιζε τον Gligorić — έτσι οι δύο Σοβιετικοί μοιράστηκαν την κορυφή και επέστρεψαν στην πατρίδα τους με το μεγαλύτερο μέρος του επάθλου. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: το αμερικανικό σκάκι μπορούσε πλέον να προσελκύσει την παγκόσμια ελίτ στο έδαφός του.

Το δεύτερο Piatigorsky Cup, τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1966 στο ξενοδοχείο Miramar της Santa Monica, ήταν ακόμη μεγαλύτερο. Το έπαθλο διπλασιάστηκε στις είκοσι χιλιάδες δολάρια και το ταμπλό συγκέντρωσε δέκα από τους ισχυρότερους παίκτες του πλανήτη σε διπλό γύρο round-robin, με διευθυντή τον Isaac Kashdan. Ανάμεσά τους βρίσκονταν ο παγκόσμιος πρωταθλητής Petrosian και δύο μελλοντικοί πρωταθλητές, ο Boris Spassky και ο ίδιος ο Fischer — ο οποίος αυτή τη φορά έπαιξε με τους ίδιους όρους όπως όλοι οι υπόλοιποι. Το τουρνουά, εν μέσω της έντασης του Ψυχρού Πολέμου, μετατράπηκε σε θρίαμβο της αθλητικής διπλωματίας. Ο Fischer ξεκίνησε καταστροφικά, βρισκόμενος προτελευταίος στο μισό της διαδρομής, αλλά ακολούθησε μια ηρωική ανάκαμψη με τέσσερις σερί νίκες που τον έφεραν στο πλευρό του Spassky. Στο τέλος ο Spassky κέρδισε τον ουραγό Donner ενώ ο Fischer αναγκάστηκε σε ισοπαλία με τον Petrosian, χαρίζοντας στον Σοβιετικό την πρωτιά με μισό βαθμό διαφορά. Το ενδιαφέρον του κοινού ήταν πρωτοφανές: πάνω από πεντακόσιοι θεατές σε κάθε γύρο και γύρω στους εννιακόσιους στην αναμέτρηση Spassky–Fischer, με πολλούς να μένουν έξω. Χαρακτηριστική της αφοσίωσης της Jacqueline ήταν και η τεχνική λύση που επινόησε η ίδια για να παρακολουθεί το πλήθος τις παρτίδες: ένα πρωτότυπο σύστημα προβολής των θέσεων, αντί για τους συνηθισμένους πίνακες τοίχου. Για τη διοργάνωση αυτή, οι Los Angeles Times την ανακήρυξαν «Γυναίκα της Χρονιάς».
Το τουρνουά είχε και άλλους πρωταγωνιστές. Ο Δανός Bent Larsen, τρίτος στην τελική κατάταξη, χάρισε στο κοινό μερικές από τις ωραιότερες παρτίδες, ανάμεσά τους μια θυσία βασίλισσας εναντίον του ίδιου του παγκόσμιου πρωταθλητή. Ο Petrosian, αντίθετα, πέρασε ένα απογοητευτικό τουρνουά και τερμάτισε μόλις έκτος — έγινε ο πρώτος παγκόσμιος πρωταθλητής μετά τον Alekhine που τερμάτιζε σε μεγάλο διεθνές τουρνουά χωρίς θετικό σκορ. Ήταν, με λίγα λόγια, ακριβώς εκείνο το είδος του δραματικού, απρόβλεπτου αγώνα που μόνο ένα ταμπλό γεμάτο κορυφαίους μπορεί να παραγάγει — και ακριβώς αυτό που οι Piatigorsky είχαν οραματιστεί.
Η κληρονομιά
Τα Piatigorsky Cup δεν επαναλήφθηκαν ποτέ — έμειναν μόνο δύο. Κι όμως, καθόρισαν ένα πρότυπο ποιότητας και οργανωτικής αρτιότητας που στοίχειωσε το αμερικανικό σκάκι για δεκαετίες, ώσπου η εποχή των Sinquefield ήρθε να το ξεπεράσει. Η Jacqueline Piatigorsky ενσάρκωσε μια σπάνια πληρότητα: υπήρξε ταυτόχρονα δυνατή παίκτρια, οραματίστρια οργανώτρια και γενναιόδωρη ευεργέτιδα, χωρίς ποτέ να επιτρέψει στον πλούτο της να αλλοιώσει την ακεραιότητα των διοργανώσεών της — η επιμονή της να αντιμετωπίζονται όλοι οι παίκτες ισότιμα ήταν, με τον τρόπο της, μια ηθική δήλωση. Ήταν επίσης γλύπτρια και ικανή τενίστρια, και το 2012 πέθανε σε ηλικία εκατό ετών, αφήνοντας πίσω της και μια αυτοβιογραφία με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Jump in the Waves».
Έζησε, δηλαδή, αρκετά ώστε να δει το σκάκι που είχε στηρίξει να αλλάζει ριζικά μορφή. Το αρχείο και η κληρονομιά του Gregor — χιλιάδες φωτογραφίες, παρτιτούρες, επιστολές και ηχογραφήσεις — κατέληξαν, μέσω του Piatigorsky Foundation, στο Colburn School του Λος Άντζελες, όπου διαφυλάσσεται σήμερα η μνήμη του. Και η ίδια η Jacqueline, με τη διπλή της ταυτότητα ως δημιουργός και ως ευεργέτις, παρέμεινε ως το τέλος υπόδειγμα ενός σπάνιου είδους χορηγού: εκείνου που δεν αγοράζει απλώς μια θέση στην ιστορία, αλλά την κερδίζει και με το ταλέντο του. Σε αντίθεση με τον Rice, οι Piatigorsky δεν χρηματοδότησαν ποτέ κάποια προσωπική ματαιοδοξία· χρηματοδότησαν το ίδιο το παιχνίδι στην υψηλότερη δυνατή μορφή του.