chess.gr
chess.gr · Νέα · Η ιστορία του Σκακιού · Πολιτική

Οι μεγάλοι πατρόνες του σκακιού I

Μια ιστορία σε τέσσερα μέρη

Από Νίκος Σαρακενίδης ·


Το σκάκι δεν έβγαλε ποτέ αρκετά χρήματα για να συντηρήσει τους καλύτερους παίκτες του. Πίσω από κάθε μεγάλο τουρνουά, κάθε ιστορικό ματς, κάθε λέσχη που έγινε προπύργιο του παιχνιδιού, στέκει σχεδόν πάντα ένας ευεργέτης — ένας άνθρωπος με περιουσία και πάθος, που αποφάσισε να επενδύσει και τα δύο στα εξήντα τέσσερα τετράγωνα. Το αφιέρωμα αυτό ταξιδεύει σε έναν ολόκληρο αιώνα, από τη χρυσή εποχή της Νέας Υόρκης ως το σήμερα, μέσα από τέσσερις ιστορίες: του βιομήχανου Isaac Leopold Rice, του ζεύγους Piatigorsky, του Ολλανδού δισεκατομμυριούχου Joop van Oosterom και του ζεύγους Sinquefield. Τέσσερις διαφορετικές εποχές, τέσσερα διαφορετικά κίνητρα — μία κοινή αλήθεια: ότι το σκάκι προχώρησε συχνά χάρη στα χρήματα κάποιων.

Μέρος I — Isaac Leopold Rice: ο άνθρωπος που αγόρασε στο άνοιγμά του μια θέση στην ιστορία


Υπάρχουν σκακιστές που κερδίζουν την αθανασία με το παιχνίδι τους. Και υπάρχει ο Isaac Leopold Rice, ο οποίος προσπάθησε να την αγοράσει — και, κατά κάποιον τρόπο, τα κατάφερε. Το άνοιγμα που φέρει το όνομά του, το Rice Gambit, είναι σήμερα μια υποσημείωση, μια θυσία ίππου που η σύγχρονη θεωρία έχει προ πολλού ξεπεράσει. Κι όμως, το όνομα επιβίωσε, ακριβώς επειδή ο δημιουργός του διέθεσε μια ολόκληρη περιουσία για να το κρατήσει ζωντανό. Ο Rice είναι ο πρώτος μεγάλος μαικήνας της σύγχρονης εποχής, ο άνθρωπος που εφηύρε το ίδιο το μοντέλο του πλούσιου χορηγού που χρηματοδοτεί το παιχνίδι — και, ταυτόχρονα, ένα προειδοποιητικό παράδειγμα για το τι συμβαίνει όταν η μαικηνία υπηρετεί τη ματαιοδοξία.

Ο άνθρωπος πίσω από το γκαμπί


Ο Isaac Leopold Rice γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1850 στο Wachenheim της Βαυαρίας, γόνος γερμανοεβραϊκής οικογένειας. Ήταν μόλις έξι ετών όταν η οικογένειά του μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, εγκαθιστάμενη τελικά στη Φιλαδέλφεια. Το πρώτο του πάθος δεν ήταν οι επιχειρήσεις ούτε το σκάκι, αλλά η μουσική: πέρασε τρία χρόνια στο Παρίσι σπουδάζοντας μουσική και για ένα διάστημα προσπάθησε να ζήσει ως μουσικός στη Νέα Υόρκη. Όταν συνειδητοποίησε ότι η μουσική δεν θα τον έθρεφε, στράφηκε στη νομική. Αποφοίτησε το 1880 από τη Νομική Σχολή του Columbia με άριστα (cum laude) και δίδαξε εκεί για μερικά χρόνια ως λέκτορας και βιβλιοθηκάριος του τμήματος πολιτικών επιστημών.


Η διαδρομή του — από τον φτωχό μετανάστη που φτάνει παιδί στην Αμερική, στον καθηγητή νομικής και έπειτα στον πολυεκατομμυριούχο βιομήχανο — ήταν η κλασική αμερικανική ιστορία ανόδου του 19ου αιώνα. Αυτό που τον ξεχώριζε ήταν η ακατάβλητη πνευματική περιέργεια: δεν αρκέστηκε ποτέ σε έναν μόνο ρόλο. Υπήρξε ταυτόχρονα μουσικός, νομικός, θεωρητικός, εφευρέτης, επιχειρηματίας και, τελικά, σκακιστής-ερευνητής — ένας άνθρωπος που αντιμετώπιζε κάθε πεδίο σαν πρόβλημα προς επίλυση. Το σκάκι, με τον συνδυασμό λογικής και ομορφιάς που το χαρακτηρίζει, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να τον αιχμαλωτίσει· και όταν κάποιος με τόσα μέσα αιχμαλωτίζεται από ένα πάθος, οι συνέπειες για ολόκληρο το άθλημα μπορεί να είναι δυσανάλογα μεγάλες.


Η πραγματική του καριέρα, όμως, ήταν αυτή του κεφαλαιούχου της Gilded Age. Ξεκίνησε από το δίκαιο των σιδηροδρόμων, αναδιοργανώνοντας εταιρείες που αργότερα συγκρότησαν τη Southern Railway. Στη δεκαετία του 1890 στράφηκε στην αιχμή της τεχνολογίας της εποχής του: τις ηλεκτρικές μπαταρίες συσσώρευσης, τα πρώιμα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα ηλεκτρικά σκάφη. Υπήρξε πρόεδρος της Electric Storage Battery Company και θεωρείται από πολλούς ο θεμελιωτής της βιομηχανίας μπαταριών στις ΗΠΑ. Το πιο εντυπωσιακό εγχείρημά του ήρθε το 1899, όταν απορρόφησε την Holland Torpedo Boat Company και τη μετονόμασε σε Electric Boat Company — την εταιρεία που κατασκεύασε υποβρύχια για το αμερικανικό και το βρετανικό ναυτικό και που, μέσα από διαδοχικές μετεξελίξεις, υπάρχει ακόμη σήμερα ως τμήμα της General Dynamics. Λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, λέγεται ότι πούλησε τις μετοχές του στην Electric Boat για δύο εκατομμύρια δολάρια της εποχής — τεράστια περιουσία.


Η αυτοκρατορία του δεν σταματούσε εκεί. Το όνομά του συνδέθηκε με ένα ολόκληρο πλέγμα εταιρειών — την Electric Storage Battery, την National Torpedo, εργοστάσια σιδηροδρομικού και ναυτικού υλικού, ακόμη και τη βιομηχανία ελαστικών — σε βαθμό που οι σύγχρονοί του μιλούσαν για ένα «τραστ των μπαταριών» υπό τον έλεγχό του. Ήταν, με άλλα λόγια, ένας αυθεντικός μεγιστάνας της βιομηχανικής Αμερικής της Gilded Age. Και όμως, ποτέ δεν ήταν μόνο αυτό. Ακόμη και στην κορύφωση της επιχειρηματικής του δράσης παρέμεινε ένας διανοούμενος της παλιάς κοπής: μουσικολόγος και συγγραφέας, με δημοσιευμένο έργο πάνω στη μουσική και τη φιλοσοφία, ο οποίος δεν εγκατέλειψε ποτέ εντελώς τα πνευματικά ενδιαφέροντα της νεότητάς του. Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός — ο ψυχρός υπολογισμός του κεφαλαιούχου μαζί με τη λατρεία για την αφηρημένη ομορφιά — εξηγεί ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί το σκάκι τον γοήτευσε τόσο βαθιά, και γιατί ήταν διατεθειμένος να ξοδέψει μια περιουσία για χάρη του.


Δεν ήταν μόνος στη ζωή αυτή. Το 1885 παντρεύτηκε την Julia Barnett, μια εξίσου αξιοσημείωτη προσωπικότητα: γιατρό με πτυχίο από το Women's Medical College της Νέας Υόρκης, η οποία ωστόσο ουδέποτε άσκησε την ιατρική. Η Julia Barnett Rice έμεινε στην ιστορία ως ακτιβίστρια κατά της ηχορύπανσης, ιδρύτρια και πρόεδρος της Society for the Suppression of Unnecessary Noise — μιας εκστρατείας που κατέληξε σε ομοσπονδιακή νομοθεσία (τον νόμο Bennett του 1907) για τον περιορισμό των σφυριγμάτων των ρυμουλκών στα ποτάμια της πόλης, προς όφελος κυρίως των ασθενών στα νοσοκομεία. Στο πλευρό της στρατολόγησε προσωπικότητες όπως ο Mark Twain. Το ζευγάρι έχτισε στο Riverside Drive την περίφημη «Villa Julia» και απέκτησε έξι παιδιά, ανάμεσά τους δύο κόρες που έγιναν διάσημες αεροπόροι και συγγραφείς. Το 1915 ο Rice πέθανε στο ξενοδοχείο Ansonia της Νέας Υόρκης. Μια δεκαετία αργότερα, η Julia δώρισε ένα εκατομμύριο δολάρια για ένα αθλητικό και ψυχαγωγικό συγκρότημα στο Pelham Bay Park, στη μνήμη του συζύγου της.

Η χορηγία: όταν το χρήμα συναντά το άνοιγμα


Το σκάκι μπήκε στη ζωή του Rice σοβαρά γύρω στο 1890, όταν έγινε πρόεδρος του Manhattan Chess Club — της σημαντικότερης λέσχης της χώρας. Δεν ήταν κορυφαίος παίκτης, αλλά ήταν παθιασμένος αναλυτής και, το κυριότερο, είχε τα μέσα να μετατρέψει το πάθος του σε θεσμό. Έπαιξε μια μακρά σειρά φιλικών παρτίδων με τον παγκόσμιο πρωταθλητή William Steinitz, πειραματιζόμενος με το Kieseritzky Gambit. Μέσα από αυτούς τους πειραματισμούς, το 1895, εφηύρε τη δική του παραλλαγή — μια τολμηρή θυσία ίππου στο πλαίσιο του αποδεκτού γκαμπί του βασιλιά, που έμελλε να γίνει γνωστή ως Rice Gambit.


Εδώ αρχίζει το πραγματικά ασυνήθιστο κεφάλαιο. Ο Rice δεν αρκέστηκε να παίξει το άνοιγμά του σε φιλικές παρτίδες· αποφάσισε να το επιβάλει στη σκακιστική συνείδηση με τη δύναμη του χρήματος. Πλήρωνε κορυφαίους μαιτρ για να το αναλύουν και να το παίζουν. Χρηματοδοτούσε τουρνουά και ματς με θεματικό όρο συμμετοχής το δικό του γκαμπί, ώστε οι παίκτες να είναι υποχρεωμένοι να το δοκιμάζουν ξανά και ξανά. Οργάνωσε αναλύσεις δι' αλληλογραφίας ανάμεσα σε λέσχες όλου του κόσμου. Υπολογίζεται ότι διέθεσε γύρω στα πενήντα χιλιάδες δολάρια — ένα εξωφρενικό ποσό για την εποχή — αποκλειστικά για την προώθηση αυτής της μίας ιδέας. Η φήμη του γκαμπί, όπως έγραψαν οι σύγχρονοί του, ταξίδεψε ως τα πέρατα της γης· ταχυδρόμοι σε μακρινές χώρες μετέφεραν κινήσεις παρτίδων δι' αλληλογραφίας και λίγες ήταν οι λέσχες που δεν διοργάνωσαν κάποια στιγμή το δικό τους «τουρνουά Rice Gambit».


Η αποθέωση αυτής της εκστρατείας ήρθε το φθινόπωρο του 1904, όταν ο Rice ίδρυσε στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη τη Rice Gambit Association, με τον εαυτό του πρόεδρο και — απόδειξη του κύρους που κατάφερε να συγκεντρώσει — τον ίδιο τον παγκόσμιο πρωταθλητή Emanuel Lasker γραμματέα. Ο σύλλογος δημοσίευσε ογκώδεις αναλύσεις και τους τόμους των παρτίδων· ανάμεσα στο 1898 και το 1910 κυκλοφόρησαν πέντε διαφορετικές εκδόσεις ενός εγχειριδίου για το γκαμπί, καθεμιά με άλλον επιμελητή, με την πέμπτη να φέρει την υπογραφή του ίδιου του Lasker. Στα θεματικά τουρνουά, η θέση μετά την όγδοη κίνηση των λευκών οριζόταν ως υποχρεωτική αφετηρία κάθε παρτίδας, με πρόσθετα έπαθλα για όποιον κέρδιζε με τα λευκά. Στα ταμπλό αυτών των τουρνουά εμφανίζονται γίγαντες του παιχνιδιού: Emanuel Lasker, Mikhail Chigorin, Carl Schlechter, Frank Marshall, David Janowski, Richard Teichmann. Οι διοργανώσεις απλώθηκαν από το Μόντε Κάρλο, την Αγία Πετρούπολη και την Οστάνδη ως το Μπρούκλιν και το Trenton Falls, ενώ σε ένα και μόνο τουρνουά δι' αλληλογραφίας του 1905 διακόσιοι τριάντα ερασιτέχνες έπαιξαν το γκαμπί ταχυδρομικά.


Ορισμένες από αυτές τις αναμετρήσεις έχουν θέση στην ιστορία: ο Lasker αναμετρήθηκε με τον Chigorin και αργότερα με τον Schlechter σε ματς αφιερωμένα αποκλειστικά στο γκαμπί. Υπήρχε κάτι σχεδόν κωμικό στο θέαμα των κορυφαίων παικτών του πλανήτη να αναλώνονται, με γενναία αμοιβή, στη διερεύνηση μιας θυσίας που κανείς τους δεν θα διάλεγε ελεύθερα σε σοβαρό αγώνα. Ο ίδιος ο Lasker παρέμενε επιφυλακτικός: αναγνώριζε την «κρυμμένη ομορφιά» του ανοίγματος, αλλά προειδοποιούσε ότι δεν θα απέδιδε στα λευκά τόσο υψηλό ποσοστό νικών όσο η ισπανική παρτίδα — μια ευγενική διατύπωση της αλήθειας ότι το γκαμπί δεν ήταν, αντικειμενικά, σπουδαίο. Κι όμως, όπως σημείωναν οι αναλυτές της εποχής, η μεθοδική ενασχόληση με μια δύσκολη θέση είχε αξία ανεξάρτητη από το αν το ίδιο το άνοιγμα ήταν εν τέλει ορθό.


Θα ήταν άδικο, ωστόσο, να περιοριστεί κανείς μόνο στην εμμονή του με το προσωπικό του άνοιγμα. Η γενναιοδωρία του Rice ξεπερνούσε κατά πολύ το γκαμπί του. Δώρισε τρόπαια, χρηματοδότησε διεθνείς αναμετρήσεις και υποστήριξε το αμερικανικό σκάκι σε μια εποχή που αυτό δεν είχε καμία θεσμική στήριξη. Ένα από τα πιο φημισμένα δωρήματά του ήταν το τρόπαιο για τον ετήσιο διαπανεπιστημιακό αγώνα που διεξαγόταν μέσω υποβρύχιου τηλεγραφικού καλωδίου ανάμεσα στα βρετανικά πανεπιστήμια — Oxford και Cambridge — και τα αμερικανικά: Harvard, Yale, Princeton και Columbia. Ήταν, με άλλα λόγια, ο άνθρωπος που έβαλε το τεχνολογικό θαύμα της εποχής, το διατλαντικό καλώδιο, στην υπηρεσία του σκακιού.


Δεν ήταν τυχαία η επιλογή του να συνδέσει το όνομά του με τους διαπανεπιστημιακούς αγώνες. Ο Rice πίστευε στο σκάκι ως πνευματική άσκηση των νέων και στήριξε έμπρακτα το φοιτητικό και το διαλεσχιακό σκάκι της εποχής, σε μια Νέα Υόρκη που ήταν τότε η αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα του αμερικανικού παιχνιδιού. Το Manhattan Chess Club, υπό την προεδρία του, φιλοξενούσε τους ισχυρότερους μαιτρ του κόσμου όποτε περνούσαν από την πόλη και οι τηλεγραφικές αναμετρήσεις ανάμεσα σε αμερικανικές και βρετανικές λέσχες ήταν από τα μεγάλα «αθλητικά» γεγονότα της εποχής. Σε όλα αυτά, το πορτοφόλι και το κύρος του Rice λειτουργούσαν ως καταλύτης. Στα μάτια των συγχρόνων του, τουλάχιστον στην Αμερική, ο Rice ήταν αναμφισβήτητα ο κορυφαίος μαικήνας του παιχνιδιού. Όταν πέθανε, το American Chess Bulletin έκανε το πρωτοφανές βήμα να εκδώσει ένα εκτενές μνημόσυνο τεύχος αφιερωμένο σε αυτόν, ενώ ένας ολόκληρος τόμος, το «Twenty Years of the Rice Gambit» του Hermann Keidanz (1916), κυκλοφόρησε στη μνήμη του. Ένα ποίημα της εποχής τον αποχαιρετούσε με τρεις μόνο λέξεις στον τίτλο του: «Ο Ευεργέτης πέθανε».

Η κληρονομιά ενός παράδοξου


Η ιστορία του Rice είναι διδακτική ακριβώς επειδή είναι διφορούμενη. Από τη μια, το γκαμπί του δεν άντεξε στον χρόνο. Οι μαιτρ που πληρώνονταν για να το παίξουν βρήκαν σταδιακά την κατάρριψη, η θεωρία το κατέταξε στα αμφίβολα και σήμερα ελάχιστοι το θυμούνται πέρα από τους ιστορικούς του παιχνιδιού. Η προσπάθεια να επιβληθεί μια σκακιστική ιδέα με τη δύναμη του πορτοφολιού και όχι με τη δύναμη της αλήθειας πάνω στη σκακιέρα ήταν, εκ των υστέρων, καταδικασμένη. Υπ' αυτή την έννοια, ο Rice είναι το πρώτο μεγάλο παράδειγμα μαικηνίας που υπηρετεί το εγώ του χορηγού και όχι το ίδιο το παιχνίδι.


Και όμως, για δύο σχεδόν δεκαετίες, το Rice Gambit υπήρξε ίσως η πιο εξαντλητικά αναλυμένη βαριάντα ανοίγματος ολόκληρου του σκακιού — ένα ερευνητικό πρόγραμμα που κράτησε δεκάδες μαιτρ απασχολημένους και γέμισε στήλες εφημερίδων και τόμους ανάλυσης. Οι επικριτές, τότε και σήμερα, το χαρακτήρισαν «ματαιοδοξία ενός πλουσίου», και δεν είχαν εντελώς άδικο· είναι η μοναδική ίσως περίπτωση στην ιστορία όπου ένα άνοιγμα επιβλήθηκε στην προσοχή του κόσμου όχι επειδή ήταν ισχυρό, αλλά επειδή ο εφευρέτης του ήταν πλούσιος.


Από την άλλη, όμως, το ευρύτερο έργο του ήταν γνήσιο και πρωτοποριακό. Σε μια εποχή που κανένας θεσμός δεν στήριζε τους επαγγελματίες σκακιστές, ένας βιομήχανος έδειξε ότι ο ιδιωτικός πλούτος μπορούσε να γίνει η ραχοκοκαλιά ενός ολόκληρου αθλήματος. Το μοντέλο που εγκαινίασε — ο εύπορος ευεργέτης που χρηματοδοτεί λέσχες, τουρνουά και αναμετρήσεις — θα επαναλαμβανόταν με ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα σε όλον τον εικοστό και τον εικοστό πρώτο αιώνα. Οι Piatigorsky, ο van Oosterom, οι Sinquefield: όλοι τους, με τον τρόπο τους, είναι κληρονόμοι της ιδέας που ο Isaac Leopold Rice ενσάρκωσε πρώτος. Το γκαμπί του πέθανε· το πρότυπο του μαικήνα που δημιούργησε, όχι.