chess.gr
chess.gr · Νέα · Σκακιστική Ολυμπιάδα · Η ιστορία του Σκακιού · Ιστορικό Αφιέρωμα στις Σκακιστικές Ολυμπιάδες

Οι δύο Ολυμπιάδες της Θεσσαλονίκης: 1984 και 1988

Από Νίκος Σαρακενίδης ·


Μέρος Ζ΄ ενός αφιερώματος εννέα μερών στην ιστορία των Σκακιστικών Ολυμπιάδων. Σε αυτό το μέρος: η 26η Ολυμπιάδα (18 Νοεμβρίου – 5 Δεκεμβρίου 1984) και η 28η Ολυμπιάδα (12–30 Νοεμβρίου 1988) - και οι δύο στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.


Δύο φορές στην ιστορία της, η Σκακιστική Ολυμπιάδα ήρθε στην Ελλάδα. Και τις δύο φορές στην ίδια πόλη, στο ίδιο κτίριο, με τέσσερα χρόνια διαφορά. Δεν ήταν σύμπτωση. Ήταν σχέδιο — και το σχέδιο ήταν πολύ πιο φιλόδοξο από όσο θυμάται κανείς σήμερα.


Στο συνέδριο της FIDE που έγινε παράλληλα με την Ολυμπιάδα του 1984, η ελληνική πλευρά πρότεινε να διοργανώνεται η Σκακιστική Ολυμπιάδα στην Ελλάδα κάθε τέσσερα χρόνια, μόνιμα, προσφέροντας κυβερνητικές οικονομικές εγγυήσεις. Η πρόταση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό.


Λειτούργησε ακριβώς για έναν κύκλο. Η Ολυμπιάδα επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη το 1988 και δεν ξαναήρθε ποτέ. Η τρίτη ανάθεση, εκείνη του 1994, ματαιώθηκε λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη και η διοργάνωση μεταφέρθηκε βιαστικά στη Μόσχα.


Αυτό είναι λοιπόν το κείμενο για τη μοναδική περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα βρέθηκε στο κέντρο του παγκόσμιου σκακιού.


Και οι δύο διοργανώσεις είναι, από την άποψη των αποτελεσμάτων, εύκολο να συνοψιστούν: κέρδισε η Σοβιετική Ένωση, δεύτερη η Αγγλία και τις δύο φορές. Αν σταματούσε εκεί κανείς, θα έχανε τα ενδιαφέροντα. Στη Θεσσαλονίκη του 1984 η ΕΣΣΔ έπαιξε χωρίς τους δύο καλύτερους παίκτες του κόσμου, επειδή εκείνοι ήταν απασχολημένοι παίζοντας μεταξύ τους σε έναν αγώνα παγκοσμίου τίτλου που δεν έλεγε να τελειώσει. Στη Θεσσαλονίκη του 1988 η γυναικεία Ολυμπιάδα άλλαξε εποχή ενώ το αργυρό μετάλλιο της ανοιχτής κατηγορίας κρίθηκε με δύο βαθμούς σε ένα κριτήριο που κανείς δεν καταλαβαίνει.


Και στο ενδιάμεσο, μέσα στην ίδια αίθουσα, ένας Έλληνας αναπληρωματικός κέρδισε έναν Γιουγκοσλάβο γκρανμαίτρ και το κοινό σηκώθηκε όρθιο.

Θεσσαλονίκη 1984: η 26η Ολυμπιάδα


Η επίσημη πλακέτα της 26ης Ολυμπιάδας. Στην πίσω όψη, ο Αχιλλέας και ο Αίας πάνω από το τραπέζι τους — το μοτίβο του αμφορέα του Εξηκία.

Το πλαίσιο


Η επιλογή δεν στερούνταν συμβολισμού: ήταν η πρώτη φορά που η Ολυμπιάδα διεξαγόταν στη χώρα που αποτελεί τον ναό της ολυμπιακής ιδέας.


Επικεφαλής της οργανωτικής επιτροπής ήταν ο Κώστας Λαλιώτης και της εκτελεστικής επιτροπής ο Κίμων Κουλούρης, αλλά προφανώς αυτοί ως πολιτικά πρόσωπα δεν είχαν πραγματικές αρμοδιότητες επί του αγωνιστικού. Διευθυντής του τουρνουά και βασικός υπεύθυνος για την αγωνιστική του λειτουργία ήταν ο Γιάννης Μαρής. Αρχιδιαιτητής ορίστηκε ο Γιουγκοσλάβος Božidar Kažić. Ο χώρος ήταν η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης.


Ήρθαν 88 ομάδες και 521 παίκτες, ανάμεσά τους 65 γκρανμαίτρ, 97 διεθνείς μαΐτρ και 65 μαΐτρ FIDE. Παίχτηκαν 2.464 παρτίδες σε ελβετικό σύστημα δεκατεσσάρων γύρων.

Ποιος έλειπε, και γιατί


Η αίθουσα του 1984. Στην πινακίδα αριστερά ο αγώνας Γαλλίας – Ολλανδίας, με τον Spassky πρώτη σκακιέρα της Γαλλίας και τον Timman απέναντι.


Η Ολυμπιάδα του 1984 έπεσε στη μέση του πιο διάσημου αγώνα τίτλου της ιστορίας. Ο μαραθώνιος Karpov–Kasparov στη Μόσχα δεν είχε τελειώσει και έτσι η Σοβιετική Ένωση ήρθε στη Θεσσαλονίκη χωρίς τους δύο ισχυρότερους παίκτες του κόσμου.


Υπάρχει μια λεπτομέρεια που δείχνει πόσο σοβαρά το πήραν. Ο Karpov ζήτησε να του κρατηθεί θέση στην αποστολή σε περίπτωση που ο αγώνας τελείωνε νωρίτερα· σε αυτή την περίπτωση θα αποσυρόταν ο δεύτερος αναπληρωματικός Andrei Sokolov. Δεν είναι σαφές αν αυτή η —προφανώς αντικανονική, καθώς θα σήμαινε επτά παίκτες— ρύθμιση θα εφαρμοζόταν. Το ζήτημα δεν τέθηκε ποτέ: η παράσταση της Μόσχας κράτησε πολύ περισσότερο από την Ολυμπιάδα.


Η σοβιετική ομάδα ήταν λοιπόν νέα και ανασχηματισμένη, με τον Lev Polugaevsky μοναδικό βετεράνο και αρχηγό τον Alexander Beliavsky. Η Ουγγαρία είχε μειώσει τη διαφορά Elo στους δεκαπέντε βαθμούς και ονειρευόταν επανάληψη του 1978.


Έλειπαν και άλλοι, για διάφορους λόγους. Ο Svetozar Gligorić ήταν αρχιδιαιτητής του αγώνα τίτλου στη Μόσχα και δεν μπορούσε να παίξει για τη Γιουγκοσλαβία. Ο Yasser Seirawan έθεσε το γνωστό τελεσίγραφο —πρώτη σκακιέρα ή τίποτα— και η αμερικανική ομοσπονδία επέλεξε το τίποτα. Ο Καναδάς έχασε τους Ivanov και Spraggett, των οποίων οι οικονομικές απαιτήσεις ξεπερνούσαν κατά πολύ τις δυνατότητες της ομοσπονδίας. Και ο μοναδικός Ιταλός γκρανμαίτρ Sergio Mariotti —ο άνθρωπος που είχε κερδίσει τη νόρμα του με τρεις σερί νίκες στη Νίκαια δέκα χρόνια νωρίτερα— εγκατέλειψε οριστικά το επαγγελματικό σκάκι για τις επιχειρήσεις.

Πρώτος γύρος


Ο πρώτος γύρος παίχτηκε στις 19 Νοεμβρίου, την ημέρα των γενεθλίων του Capablanca, και ήταν γεμάτος εκπλήξεις.


Η Σοβιετική Ένωση δυσκολεύτηκε απέναντι στους άπειρους νέους της Μαλαισίας. Η Τσεχοσλοβακία, ασημένια της Λουκέρνης, δεν θα ξεχάσει ποτέ τη συνάντησή της με τη Σρι Λάνκα: ο δεκαεξάχρονος Aturupane κέρδισε τον γκρανμαίτρ Jan Smejkal. Ο Ολλανδός γκρανμαίτρ John van der Wiel βρέθηκε απέναντι σε μια γυναίκα — τη Rani Hamid του Μπανγκλαντές, τη μοναδική γυναίκα ανάμεσα σε πάνω από πεντακόσιους άνδρες. Και γύρω από το τραπέζι Γαλλία–Νήσοι Φερόε μαζεύτηκε πλήθος, γιατί στην πρώτη γαλλική σκακιέρα καθόταν ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής Boris Spassky: έμεινε στην ισοπαλία με τον άγνωστο Rødgaard.


Και οι δύο ελληνικές ομάδες έκαναν 4–0.

Η κούρσα


Ο Boris Spassky. Στη Θεσσαλονίκη αγωνιζόταν πλέον για τη Γαλλία.


Στον τρίτο γύρο συνέβη ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα αποτελέσματα της ολυμπιακής ιστορίας: η Σοβιετική Ένωση διέλυσε 4–0 την Ουγγαρία — η πρώτη και μοναδική ουγγρική ήττα με τέτοιο σκορ. Οι θεατές παρατήρησαν κακεντρεχώς ότι αν έπαιζαν ο Karpov και ο Kasparov η διαφορά δεν θα ξεπερνούσε το 3–1, υπαινισσόμενοι τον υπερβολικό αριθμό ισοπαλιών του αγώνα τίτλου. Η Ουγγαρία βρέθηκε για λίγο τριακοστή, πίσω από τη Ζιμπάμπουε και το Πουέρτο Ρίκο.


Ο Beliavsky είχε την Ολυμπιάδα της ζωής του: κέρδισε τον Jan Timman στον τέταρτο γύρο, τον Tony Miles στον πέμπτο. Στον ένατο όμως, η ΕΣΣΔ έχασε απροσδόκητα από τις ΗΠΑ — ο Beliavsky ηττήθηκε από τον πρώην Σοβιετικό Roman Dzindzichashvili -που πλέον είχε αφήσει πίσω του το Ισραήλ- και ο Nick de Firmian κέρδισε τον Artur Yusupov.


Ένα από τα ωραιότερα στιγμιότυπα του τουρνουά αφορούσε την Ισλανδία: μια χώρα 230.000 κατοίκων έφερε 2-2 με την Τσεχοσλοβακία των δεκαπέντε εκατομμυρίων και την σπουδαία σκακιστική παράδοση και αργότερα κράτησε τη Σοβιετική Ένωση σε ένα οριακό 2½–1½ έχοντας μάλιστα ευκαιρίες για νίκη.


Στο τέλος η ΕΣΣΔ πήρε το χρυσό, η Αγγλία το αργυρό και οι ΗΠΑ το χάλκινο, όπως συνήθως. Η Ουγγαρία, παρά την ανάκαμψη της, έμεινε τέταρτη — και ο λόγος ήταν το καταστροφικό 0–4 του τρίτου γύρου. Η Ρουμανία τερμάτισε πέμπτη, η Γιουγκοσλαβία ένατη, η Κίνα δωδέκατη, και η Τσεχοσλοβακία δέκατη έβδομη.

Ο Γαβριλάκης και ο Marjanović


Στον έκτο γύρο η Ελλάδα αντιμετώπισε τη Γιουγκοσλαβία και έχασε 1–3. Ο ένας ελληνικός βαθμός όμως έκανε την αίθουσα να ξεσπάσει σε χειροκρότημα.


Ο Νίκος Γαβριλάκης, δεύτερος αναπληρωματικός της ομάδας με 2345 Elo, αντιμετώπισε τον γκρανμαίτρ Slavoljub Marjanović με 2515.

abcdefgh87654321

Gavrilakis, Nikolaos – Marjanovic, Slavoljub, 1-0

1.e4 c5 2.Nf3 d6 3.d4 cxd4 4.Nxd4 Nf6 5.Nc3 a6 6.Bg5 e6 7.Qd3 Be7 8.f4 Nbd7 9.Be2 Qc7 10.O-O-O b5 11.Bxf6 Nxf6 12.Bf3 Bb7 13.e5 dxe5 14.Ndxb5 Qb8 15.Bxb7 Qxb7 16.Nd6+ Bxd6 17.Qxd6 exf4 18.Rd4 Rc8 19.Qa3 Qxg2 20.Rhd1 h5 21.Qa4+ Ke7 22.Qb4+ Ke8 23.Qa4+ Ke7 24.Qa3+ Ke8 25.Qxa6 Qa8 26.Qd6 Rh6 27. Qxf4 Kf8 28.Ra4 Qg2 29.Ra7 Kg8 30.a4 Rg6 31.Kb1 Rg4 32.Qd2 Qh3 33.Qd6 Qf3 34.Rd3 Rg1+ 35.Ka2 Qf2 36.Qe7 Nd5 37.Nxd5 exd5 38.Rxd5 Rxc2 39.Ra8+ Kh7 40.Qe4+ f5 41.Rh8+ Kg6 42.Qe6+ 1-0

Πώς τα πήγε η Ελλάδα


Η ελληνική ομάδα «Α» του 1984 τερμάτισε τριακοστή πρώτη ανάμεσα σε 88 ομάδες, με 30 βαθμούς στους 56 (53,6%) και ρεκόρ επτά νικών, δύο ισοπαλιών και πέντε ηττών σε επίπεδο αγώνων. Η βαθμολογική της απόδοση, 2380, ήταν ελαφρώς ανώτερη από τον μέσο όρο της (2351).


Η σύνθεση ήταν:

ΣκακιέραΠαίκτηςΕπίδοση
IM Spyridon Skembris6/12 (50,0%)
Vasilios Kotronias7/12 (58,3%)
FM Pavlos Gesos2/6 (33,3%)
FM Efstratios Grivas4½/8 (56,3%)
1ος αναπλ.FM Nikolaos Skalkotas5/9 (55,6%)
2ος αναπλ.FM Nikolaos Gavrilakis5½/9 (61,1%)


Ο Γαβριλάκης είχε το καλύτερο ποσοστό της ομάδας και δέκατη θέση στη σκακιέρα του σε παγκόσμιο επίπεδο, με απόδοση 2398 — πενήντα βαθμούς πάνω από τη βαθμολογία του. Η νίκη επί του Marjanović δεν ήταν, δηλαδή, μεμονωμένη έκλαμψη.

Και τέσσερα χρόνια αργότερα


Το 1988 η ελληνική ομάδα, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη και αισθητά ισχυρότερη, τερμάτισε εικοστή έβδομη ανάμεσα σε 107, με 31/56 (55,4%) και ξανά επτά νίκες, δύο ισοπαλίες και πέντε ήττες. Η μέση βαθμολογία της είχε ανέβει από 2351 σε 2404 και η απόδοσή της σε 2440.


Την πρώτη σκακιέρα είχε πλέον ο Κοτρωνιάς, με 2550 rating: έκανε 8½/14 (60,7%) και απόδοση 2540, εικοστή δεύτερη καλύτερη πρώτη σκακιέρα της διοργάνωσης — δηλαδή ανάμεσα στους καλύτερους αρχηγούς ομάδων του κόσμου. Ο Σκέμπρης στη δεύτερη έκανε 7½/13 (57,7%), ο Γρίβας στην τρίτη 5½/12 και ο Γαβριλάκης στην τέταρτη 6/11. Αναπληρωματικοί ήταν ο FM Μανώλης Πανταβός (2/3) και ο Σκαλκώτας.


Το πρόγραμμα τούς έφερε αντιμέτωπους με ισχυρές ομάδες. Στον δεύτερο γύρο έχασαν 1½–2½ από την Αγγλία, δηλαδή από την ομάδα που θα έπαιρνε τη δεύτερη θέση· στον δωδέκατο έφεραν 2–2 με την Ανατολική Γερμανία, που επέστρεφε μετά από δεκαέξι χρόνια απουσίας. Απέναντι στην Ισλανδία έχασαν ½–3½ και απέναντι στην Τσεχοσλοβακία 1½–2½.


Δύο διοργανώσεις και μια βελτίωση τεσσάρων θέσεων σε ένα πεδίο που είχε μεγαλώσει κατά δεκαεννέα ομάδες. Δεν είναι θεαματικό. Είναι όμως η μοναδική περίοδος στην ιστορία κατά την οποία μια ελληνική ομάδα έπαιξε δύο φορές Ολυμπιάδα ως οικοδεσπότρια, μπροστά σε δικό της κοινό και τερμάτισε και τις δύο φορές γύρω από την τριακοστή θέση — σε πεδία 88 και 107 ομάδων αντίστοιχα, δηλαδή ανεβαίνοντας σχετικά καθώς ο ανταγωνισμός μεγάλωνε.

Η γενιά που άλλαξε


Η OlimpBase περιγράφει τη Θεσσαλονίκη του 1984 ως σημείο καμπής μεταξύ γενεών και η φράση δικαιολογείται. Οι απουσίες ήταν πολλές —Karpov, Kasparov, Gligorić, Seirawan, Korchnoi από την Ελβετία, οι Καναδοί— αλλά το κενό το γέμισαν νεότεροι.


Η σοβιετική ομάδα, με τον Polugaevsky μοναδικό επιζώντα της παλιάς φρουράς, κέρδισε με αρχηγό τον Beliavsky και δεύτερο αστέρι τον Αρμένιο Rafael Vaganian. Η αγγλική ομάδα —Short, John Nunn, Jonathan Mestel, Chandler, Miles— ήταν η νεότερη δυτικοευρωπαϊκή ομάδα που είχε ανέβει ποτέ στο βάθρο και θα έμενε εκεί ως το 1990. Ο Simen Agdestein της Νορβηγίας κέρδισε τον Hort. Ο δεκαεξάχρονος Aturupane κέρδισε τον Smejkal.


Και η Κίνα, στη δωδέκατη θέση, έδινε το δεύτερο σήμα της μέσα σε έξι χρόνια. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στην ίδια αίθουσα, θα τερμάτιζε όγδοη — καλύτερη επίδοσή της ως τότε — και θα κέρδιζε 3–1 τη Γιουγκοσλαβία χωρίς να παραχωρήσει ισοπαλία.


Οι δύο ελληνικές Ολυμπιάδες, με άλλα λόγια, έτυχε να είναι ακριβώς οι δύο διοργανώσεις στις οποίες φάνηκε ότι ο κόσμος του σκακιού είχε πάψει να είναι ένας κόσμος με ένα κέντρο και τρεις-τέσσερις διεκδικητές. Το 1984 ήταν η αρχή της αλλαγής· το 1988 η επιβεβαίωσή της.

Ο Nunn και τα τρία χρυσά


Η αγγλική δεύτερη θέση οφειλόταν κυρίως σε έναν άνθρωπο. Ο Nunn κέρδισε στη Θεσσαλονίκη τρία χρυσά μετάλλια: για την καλύτερη επίδοση στη δεύτερη σκακιέρα, για την καλύτερη βαθμολογική απόδοση ολόκληρης της διοργάνωσης, και —σε έναν διαγωνισμό που τρέχει παράλληλα και τον οποίο ελάχιστοι θυμούνται— στο ολυμπιακό πρωτάθλημα επίλυσης προβλημάτων. Ο Mestel πήρε επίσης ατομικό χρυσό και ο De Firmian ένα για τις ΗΠΑ.

Ό,τι γινόταν έξω από την αίθουσα


Ο Roman Dzindzichashvili -αριστερά- απέναντι στον Ulf Andersson. Δίπλα, ο Lubomir Kavalek.


Γύρω από την Ολυμπιάδα στήθηκε ένα ολόκληρο πρόγραμμα. Ο Γιουγκοσλάβος γκρανμαίτρ Zlatko Klarić κέρδισε το ανοιχτό τουρνουά «2300 χρόνια Θεσσαλονίκης». Ο Ινδονήσιος Utut Adianto κέρδισε το ανοιχτό μπλιτς και ο Siniša Joksić το μπλιτς των δημοσιογράφων.


Προκηρύχθηκε επίσης διαγωνισμός γραφικών σκακιστικών προβλημάτων — συνθέσεων όπου τα κομμάτια σχηματίζουν σχήμα πάνω στη σκακιέρα. Τα πιο ενδιαφέροντα ήταν η Ολυμπιακή Δάδα, ο αριθμός 26 (η 26η Ολυμπιάδα) και το ελληνικό γράμμα Θ.


Ο διαγωνισμός γραφικών προβλημάτων αξίζει μια εξήγηση, γιατί ανήκει σε ένα είδος που έχει σχεδόν χαθεί. Πρόκειται για συνθέσεις όπου η αρχική θέση των κομματιών σχηματίζει, όταν την κοιτάξεις από απόσταση, μια εικόνα — και ταυτόχρονα οφείλει να είναι νόμιμη θέση με λύση. Το να φτιάξεις σκακιστικό πρόβλημα σε σχήμα ολυμπιακής δάδας είναι, από τεχνική άποψη, δυσκολότερο από το να φτιάξεις απλώς ένα καλό πρόβλημα: οι περιορισμοί του σχήματος καθορίζουν πού μπορεί να μπει κάθε κομμάτι πριν καν αρχίσεις να σκέφτεσαι τη λύση. Το ελληνικό Θ ήταν, από αυτή την άποψη, φιλόδοξη επιλογή.


Και υπήρχαν και τα πάρτι. Το καλύτερο το οργάνωσε η ομάδα των Αμερικανικών Παρθένων Νήσων —ομοσπονδία με λιγότερα από είκοσι μέλη— ξεκίνησε το βράδυ και τελείωσε το επόμενο πρωί στο ξενοδοχείο Capsis. Τα επόμενα χρόνια αυτή τη φήμη θα την κληρονομούσε το πάρτι των Βερμούδων.

Τρεις άνθρωποι


Στην επιτροπή εφέσεων της Θεσσαλονίκης καθόταν ο Ρουμάνος Ion Gudju, ογδόντα επτά ετών. Είχε αγωνιστεί στο Παρίσι το 1924, στην πρώτη ανεπίσημη Ολυμπιάδα — εκείνη που περιγράφηκε στο πρώτο μέρος αυτού του αφιερώματος. Εξήντα χρόνια χώριζαν τις δύο εμφανίσεις του.


Ο Spassky, στην πρώτη του Ολυμπιάδα με γαλλικά χρώματα, έκανε δώδεκα ισοπαλίες σε δεκατέσσερις παρτίδες — τρεις περισσότερες από οποιονδήποτε άλλον — και ήταν ταυτόχρονα ο μόνος παίκτης που έμεινε αήττητος. Από τη Θεσσαλονίκη προέρχεται και μια ιστορία γι' αυτόν: σε ένα λεωφορείο προς την αίθουσα, ένας φίλος του τον σύστησε σε έναν ανώνυμο παίκτη και καθώς χώριζαν του είπε να μην πλύνει το δεξί του χέρι, για να κρατήσει λίγη από τη δύναμη του Spassky. Ο σκακιστής κέρδισε την επόμενη παρτίδα του σε ωραίο στιλ, έτρεξε να το πει και ανακοίνωσε ότι δεν θα πλύνει το χέρι του ως το τέλος της Ολυμπιάδας. Αυτό συνέβη στους πρώτους γύρους. Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι ο Spassky πέρασε το υπόλοιπο της διοργάνωσης δίνοντας χειραψίες.


Και ο τρίτος είναι Έλληνας, χωρίς να παίζει για την Ελλάδα. Στη Θεσσαλονίκη αγωνίστηκαν δεκατρείς Έλληνες: έξι στην Ελλάδα «Α», έξι στην Ελλάδα «Β» — και ένας δέκατος τρίτος. Ο δεκαεννιάχρονος Σάββας Κυριακίδης εκπροσωπούσε τη Ζιμπάμπουε. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Κύπρο και είχαν φύγει για την Αφρική λίγο μετά την τουρκική εισβολή στο βόρειο τμήμα του νησιού.

Η γυναικεία Ολυμπιάδα του 1984, και μια αρίθμηση


Η Maia Chiburdanidze στη Θεσσαλονίκη, 1984.


Παράλληλα διεξήχθη η γυναικεία Ολυμπιάδα, με τους ίδιους διοργανωτές και στον ίδιο χώρο: 51 ομάδες και 202 παίκτριες, σε τρεις σκακιέρες και δεκατέσσερις γύρους.


Κέρδισε η Σοβιετική Ένωση, με τη Βουλγαρία δεύτερη και τη Ρουμανία τρίτη. Το ατομικό χρυσό της πρώτης σκακιέρας πήγε στη Σουηδέζα Pia Cramling με 10½/13 (80,8%) και την καλύτερη βαθμολογική απόδοση της διοργάνωσης είχε η Lidia Semenova της ΕΣΣΔ με 2505. Τρίτη σε απόδοση ήταν η Nona Gaprindashvili — καταχωρημένη πλέον στους πίνακες ως GM, όχι WGM, καθώς είχε γίνει το 1978 η πρώτη γυναίκα με τον πλήρη τίτλο του γκρανμαίτρ.


Δύο ονόματα από αυτούς τους πίνακες θα επανέλθουν. Η Cramling θα ξανακέρδιζε το χρυσό της πρώτης σκακιέρας στην ίδια πόλη τέσσερα χρόνια αργότερα και θα συνέχιζε να εμφανίζεται σε Ολυμπιάδες για δεκαετίες. Και η Gaprindashvili, που είχε πρωτοπαίξει στο Σπλιτ το 1963 και είχε κρατήσει τον παγκόσμιο τίτλο δεκαέξι χρόνια, βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη ήδη στο τελευταίο τρίτο μιας ολυμπιακής καριέρας που είχε αρχίσει είκοσι ένα χρόνια νωρίτερα.


Η Θεσσαλονίκη όμως άφησε στη γυναικεία Ολυμπιάδα κάτι μονιμότερο από μια κατάταξη. Από το 1984 και μετά η αρίθμηση των γυναικείων Ολυμπιάδων ευθυγραμμίστηκε με εκείνη των ανδρικών. Η προηγούμενη διοργάνωση, της Λουκέρνης το 1982, ήταν επίσημα η 10η γυναικεία Ολυμπιάδα. Εκείνη της Θεσσαλονίκης, δύο χρόνια αργότερα, αριθμήθηκε 26η — παίρνοντας τον αριθμό της ανοιχτής διοργάνωσης.


Δεν πρόκειται για λογιστική λεπτομέρεια. Είναι η στιγμή που η γυναικεία Ολυμπιάδα παύει τυπικά να είναι χωριστός θεσμός με δική του ιστορία και γίνεται το γυναικείο τμήμα της ίδιας Ολυμπιάδας.

Θεσσαλονίκη 1988: η 28η Ολυμπιάδα


Η είσοδος της Διεθνούς Έκθεσης με τον Πύργο του ΟΤΕ από πίσω, Νοέμβριος 1988.

Τι είχε αλλάξει


Η αίθουσα του 1988. Στις πινακίδες διαβάζονται οι συνθέσεις: ΕΣΣΔ με Karpov, Yusupov, Elvest και Ivanchuk· Αγγλία με Short, Speelman, Nunn και Chandler.


Η ελληνική γυναικεία ομάδα, Θεσσαλονίκη 1988


Το γυναικείο τμήμα του 1988. Στα τραπέζια αγωνίζεται η ελληνική ομάδα — Άννα-Μαρία Μπότσαρη, Εύα Κόντου, Μαρίνα Μακροπούλου — και πίσω κρέμεται η αφίσα με το ρολόι και τη σκακιέρα.


Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο ίδιο κτίριο, η εμπειρία του 1984 απέδωσε. Ήρθαν 107 ομάδες —η Χιλή δεν εμφανίστηκε— και 616 παίκτες, με 78 γκρανμαίτρ και 117 διεθνείς μαΐτρ. Πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής ήταν ο Δ. Σαρρής και αρχιδιαιτητής ο Gligorić — ο άνθρωπος που είχε κερδίσει το χρυσό της πρώτης σκακιέρας στο Μόναχο το 1958 και είχε παίξει σχεδόν σε κάθε Ολυμπιάδα από το Ντουμπρόβνικ του 1950.


Δύο επιστροφές δίνουν το μέτρο της διαφοράς από το Ντουμπάι δύο χρόνια νωρίτερα.


Η πρώτη είναι το Ισραήλ, που είχε αποκλειστεί από τη διοργάνωση των Εμιράτων και ήρθε κανονικά στη Θεσσαλονίκη. Η δεύτερη είναι η Ανατολική Γερμανία, η οποία εμφανίστηκε σε Ολυμπιάδα για πρώτη φορά μετά από δεκαέξι χρόνια, από τα Σκόπια του 1972. Ο λόγος της απουσίας της, σύμφωνα με τις αναφορές, ήταν ότι το καθεστώς την κρατούσε στο σπίτι επειδή οι σκακιστικές της επιδόσεις υστερούσαν σε σχέση με τα άλλα αθλήματα.


Και σε αντίθεση με το 1984 και το 1986, ήρθαν σχεδόν όλοι οι κορυφαίοι παίκτες του κόσμου — με εξαίρεση τον Timman και τον Spraggett, που προετοιμάζονταν για το ματς υποψηφίων. Η Σοβιετική Ένωση ήρθε με τα δύο Κ, τον Karpov και τον Kasparov.

Η κούρσα


Το πρώτο μισό είχε τις συνήθεις ανατροπές του ελβετικού: ο István Csom της Ουγγαρίας έχασε από Ιρλανδό παίκτη, ο Ισραηλινός της πρώτης σκακιέρας Alon Greenfeld από τον αρχηγό των Μπαρμπάντος, και ο Jaan Ehlvest έμεινε στην ισοπαλία με τον Σύρο Akil. Ο Seirawan έπαιξε μια ισοπαλία 191 κινήσεων με τον Κινέζο Xu Jun. Η Ρουμανία και το Περού ήταν οι μόνες ομάδες με απόλυτο 8/8 μετά από δύο γύρους.


Η Ρουμανία πήρε την πρωτοπορία στον τρίτο γύρο κερδίζοντας 3–1 το Περού και την ίδια μέρα η Κίνα κέρδισε 3–1 τη Γιουγκοσλαβία χωρίς καμία ισοπαλία — η έκπληξη της ημέρας. Στον τέταρτο η Σοβιετική Ένωση συνέτριψε τους Ρουμάνους και πήρε μόνη την κορυφή, ενώ οι ΗΠΑ ταπεινώνονταν από τη Δανία.


Στον έκτο γύρο η ΕΣΣΔ συνάντησε την Αγγλία, τη μόνη πραγματική διεκδικήτρια, και τα δύο Κ κέρδισαν τον Short και τον Speelman ενώ ο Ehlvest και ο Vassily Ivanchuk έκαναν ισοπαλία στις άλλες δύο παρτίδες του ματς. Την ίδια μέρα η Ουγγαρία έχασε απροσδόκητα από τη Σουηδία, η οποία ανέβηκε δεύτερη και για μερικές μέρες θεωρήθηκε το μεγάλο φαβορί για το αργυρό — ώσπου η Αγγλία τη διέλυσε 3–1 στον ένατο.


Στον όγδοο γύρο, στον αγώνα Αγγλία–Ελβετία (3½–½), ο Nigel Short κέρδισε τον Korchnoi. Και στον ίδιο γύρο η Ανατολική Γερμανία κέρδισε τη Δυτική — ένας εμφύλιος που, ένα χρόνο πριν πέσει το Τείχος, είχε ακόμη νόημα για τους παίκτες.


Η Πολωνία εισέπραξε ένα 0–4 από τη Δυτική Γερμανία, η Δανία διέλυσε 4–0 τη Σκωτία και οι Φιλιππίνες βρήκαν τον δρόμο για τη δεκάδα. Οι Σοβιετικοί τελείωσαν με 40½ βαθμούς, συντρίβοντας 3½–½ την Τσεχοσλοβακία στον τελευταίο γύρο.

Η τελευταία μέρα


Το ασημένιο κρίθηκε με τον σκληρότερο τρόπο που έχει επινοήσει το ελβετικό σύστημα.


Πριν τον τελευταίο γύρο, η Αγγλία είχε 33 βαθμούς και οι ΗΠΑ, η Ουγγαρία και η Ολλανδία από 32. Οι ΗΠΑ έπαιζαν με την Ουγγαρία, η Αγγλία με την Ολλανδία.


Το ΗΠΑ–Ουγγαρία έληξε 1½–1½ με μία διακοπείσα, την Csom–Christiansen· έγινε νούλα τελικά, και οι δύο ομάδες έφτασαν τους 34.


Στο Αγγλία–Ολλανδία, στους Άγγλους αρκούσε το 2–2. Ο Speelman 1/2 με τον Genna Sosonko. Ο Short ήταν τυχερός να κρατήσει με τον van der Wiel. Ο Nunn έμοιαζε χαμένος απέναντι στον Paul van der Sterren και κατάφερε να αποσπάσει ισοπαλία. Και ο Murray Chandler έχασε από τον Jeroen Piket.


Η Ολλανδία κέρδισε 2½–1½. Και οι δύο ομάδες βρέθηκαν στους 34½.


Εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον. Από τις τέσσερις πιθανές μεθόδους ισοβαθμίας, οι τρεις ευνοούσαν την Ολλανδία. Το Buchholz όμως που ήταν το πρώτο κριτήριο, έδωσε στους Ολλανδούς 455,0 και στους Άγγλους 457,0.


Η Αγγλία πήρε τη δεύτερη θέση για δύο βαθμούς Buchholz. Η Ολλανδία πήρε το χάλκινο, και οι ΗΠΑ με την Ουγγαρία έμειναν στην τέταρτη θέση.


Αξίζει να σταθεί κανείς σε αυτό, γιατί είναι η καθαρότερη εικόνα του τι σημαίνει ελβετικό σύστημα στην κορυφή. Η Αγγλία έχασε τον τελευταίο της αγώνα και πήρε το αργυρό· η Ολλανδία τον κέρδισε και πήρε το χάλκινο. Το κριτήριο που τους χώρισε δεν μετρούσε τίποτα από όσα είχαν κάνει οι ίδιες, αλλά το πόσο καλά τα πήγαν, σε δεκατέσσερις γύρους, οι δεκατέσσερις αντίπαλοι της καθεμιάς. Και οι τρεις εναλλακτικές μέθοδοι που υπήρχαν στον κανονισμό θα είχαν δώσει το αντίθετο αποτέλεσμα.


Στη Μάλτα το 1980 το ίδιο κριτήριο είχε κάνει τέσσερις Έλληνες να κρίνουν το χρυσό. Στη Θεσσαλονίκη το 1988 έκρινε το μετάλλιο με δύο βαθμούς στους 457.

Τα υπόλοιπα


Παραδοσιακές στολές στη Θεσσαλονίκη, 1988.


Οι Φιλιππίνες τερμάτισαν έβδομες και η Κίνα όγδοη — καλύτερη επίδοση όλων των εποχών και για τις δύο. Ο Eugenio Torre οδήγησε τους Φιλιππινέζους στη μεγαλύτερη επιτυχία της ιστορίας τους. Η Αργεντινή επέστρεψε στη δεκάδα μετά από δώδεκα χρόνια.


Ο ολλανδικός θρίαμβος έχει και μια στατιστική που δύσκολα εξηγείται: οι δύο πρώτες σκακιέρες τους, ο van der Wiel και ο Sosonko, έβγαλαν συνολικά +2 −1 =19. Το χάλκινο το κέρδισαν οι υπόλοιποι, με πρώτο τον Piket.


Και ο Lajos Portisch έπαιξε στη Θεσσαλονίκη τη δέκατη έκτη Ολυμπιάδα του, ρεκόρ για την εποχή — παίζοντας, όπως γράφτηκε, σαν να ήταν στα καλύτερά του. Οι συμπαίκτες του δεν τον ακολούθησαν.


Αξίζει να το υπολογίσει κανείς: δεκαέξι Ολυμπιάδες σημαίνουν τριάντα δύο χρόνια και αν βγάλουμε τη Χάιφα από τη μέση, τριάντα τέσσερα. Ο Portisch είχε πρωτοπαίξει σε εποχή που η ΕΣΣΔ κέρδιζε με Botvinnik και Smyslov, είχε παίξει στα Σκόπια το 1972 τον τελευταίο γύρο που κόστισε το χρυσό στη χώρα του, είχε κερδίσει το χρυσό στο Μπουένος Άιρες το 1978, είχε ηγηθεί της ουγγρικής ομάδας στη Μάλτα το 1980 όταν ήταν πρώτη επί δεκατέσσερις γύρους και δεν κέρδισε — και τώρα, στη Θεσσαλονίκη, έπαιζε ακόμη πρώτη σκακιέρα. Λίγοι άνθρωποι έχουν δει τόσο μεγάλο κομμάτι αυτής της ιστορίας από τόσο κοντά.


Στα υπόλοιπα της κατάταξης, η Γιουγκοσλαβία τερμάτισε έκτη, η Σουηδία και η Τσεχοσλοβακία δωδέκατες μαζί με μια Ιταλία που το θεώρησε μεγάλη επιτυχία και οι δύο γερμανικές ομάδες ισοβάθμησαν στη δέκατη πέμπτη θέση. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία, δυνάμεις της προηγούμενης δεκαετίας, έμειναν και οι δύο εκτός εικοσάδας: η κρίση του ανατολικού μπλοκ είχε αρχίσει να φαίνεται και στη σκακιέρα, ένα χρόνο πριν φανεί παντού αλλού.

Δώδεκα ετών, 96,2%


Η ολυμπιονίκης Ουγγαρία: Zsófia Polgár, Ildikó Mádl, Judit και Zsuzsa Polgár.


Η γυναικεία Ολυμπιάδα του 1988, με 56 ομάδες και 221 παίκτριες, είναι από μόνη της ιστορική: η Ουγγαρία κέρδισε, τερματίζοντας ένα σοβιετικό σερί που κρατούσε από το 1957. Ήταν η πρώτη φορά που η Σοβιετική Ένωση έχανε γυναικεία Ολυμπιάδα στην οποία συμμετείχε.


Την κέρδισε με τις αδελφές Polgár.


Στην πρώτη σκακιέρα η Zsuzsa Polgár έκανε 10½/14 και πήρε χάλκινο ατομικό, πίσω από την Cramling, που έκανε 12½/14 (89,3%) και επανέλαβε το χρυσό της Θεσσαλονίκης του 1984.


Στη δεύτερη σκακιέρα έπαιζε η αδελφή της Judit, δώδεκα ετών, με τίτλο μαιτρ FIDE γυναικών. Έκανε 12½/13 — ποσοστό 96,2% — και βαθμολογική απόδοση 2694, την υψηλότερη ολόκληρης της γυναικείας διοργάνωσης. Δεύτερη στη σκακιέρα της τερμάτισε η Σοβιετική Elena Akhmilovskaya με 94,4%.


Δώδεκα βαθμοί θα ήταν καλή επίδοση για έμπειρη παίκτρια· δώδεκα και μισό στα δεκατρία, σε ηλικία δώδεκα ετών, απέναντι στο σύνολο των εθνικών ομάδων του κόσμου, είναι το κάτι άλλο. Δύο χρόνια αργότερα, στο Νόβι Σαντ, οι τρεις αδελφές θα σάρωναν και τα τρία ατομικά χρυσά· τέσσερα χρόνια μετά από εκείνο, η Judit θα καθόταν στην πρώτη σκακιέρα της ανοιχτής ουγγρικής ομάδας.


Αξίζει, για μια στιγμή, να δει κανείς το αποτέλεσμα από την άλλη πλευρά. Η σοβιετική γυναικεία ομάδα δεν είχε χάσει Ολυμπιάδα στην οποία συμμετείχε από το 1957 — τριάντα ένα χρόνια και έντεκα διοργανώσεις. Είχε δώσει στον κόσμο τη Rubtsova, τη Zvorykina, τη Gaprindashvili, την Kushnir, τη Chiburdanidze, την Akhmilovskaya. Στη Θεσσαλονίκη εκείνη έκανε 94,4% στη δεύτερη σκακιέρα — ποσοστό που θα κέρδιζε σχεδόν κάθε άλλη χρονιά — και τερμάτισε δεύτερη πίσω από ένα παιδί.


Δεν χάθηκε κάτι λόγω αδυναμίας. Απλώς εμφανίστηκε κάτι που το σύστημα δεν είχε προβλέψει.

Τι άφησαν οι δύο Ολυμπιάδες


Η πρώτη παρατήρηση είναι απλή και μετρήσιμη: η Θεσσαλονίκη διοργάνωσε δύο από τις μεγαλύτερες Ολυμπιάδες της εποχής της, με 88 και 107 ομάδες και η δεύτερη ήταν καλύτερη από την πρώτη ακριβώς επειδή υπήρξε η πρώτη. Η OlimpBase το διατυπώνει λιτά: «η εμπειρία που αποκτήθηκε το 1984 απέδωσε».


Η δεύτερη είναι ότι και οι δύο ελληνικές Ολυμπιάδες φιλοξένησαν ιστορικές πρωτιές. Το 1984 άλλαξε η αρίθμηση της γυναικείας Ολυμπιάδας για πάντα. Το 1988 έσπασε η μακροβιότερη σειρά κυριαρχίας στην ιστορία του θεσμού και ένα δωδεκάχρονο κορίτσι έκανε 96,2%.


Η τρίτη αφορά τους ανθρώπους που δεν έπαιξαν. Το υλικό πάνω στο οποίο στηρίζεται σήμερα κάθε καταγραφή αυτών των δύο διοργανώσεων —τα δελτία του 1984 και τα στοιχεία του 1988— έφτασε στη διεθνή βάση δεδομένων επειδή δύο ιδιώτες, ο Χρυσάφης Σταμούδης και ο Χρήστος Μπούσιος, φρόντισαν να τα στείλουν. Είναι κάτι που αξίζει να λέγεται, ιδίως σε μια χώρα όπου το αρχειακό έργο γίνεται συνήθως χωρίς αμοιβή και χωρίς αναφορά.


Η τέταρτη είναι η πιο πικρή. Το σχέδιο των Ελλήνων —Ολυμπιάδα στην Ελλάδα κάθε τέσσερα χρόνια, με κυβερνητικές εγγυήσεις— ήταν, από όσο ξέρουμε, η μοναδική φορά που εθνική ομοσπονδία πρότεινε να γίνει μόνιμος οικοδεσπότης του θεσμού και εισακούστηκε. Λειτούργησε μία φορά. Η ανάθεση του 1994 κατέληξε σε ματαίωση λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη και η Ολυμπιάδα σώθηκε επειδή ο Kasparov και η ρωσική ομοσπονδία την έστησαν στη Μόσχα σε πενήντα πέντε ημέρες.


Από τότε η Ολυμπιάδα δεν έχει ξαναέρθει στην Ελλάδα. Στο διάστημα που μεσολάβησε φιλοξενήθηκε από τη Γιουγκοσλαβία, τις Φιλιππίνες, τη Ρωσία δύο φορές, την Αρμενία, την Καλμυκία, την Τουρκία δύο φορές, τη Σλοβενία, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Νορβηγία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, την Ινδία και την Ουγγαρία — δεκαεπτά διοργανώσεις, καμία ελληνική. Το 2026 πηγαίνει στη Σαμαρκάνδη.


Υπάρχει μια τελευταία σκέψη που αξίζει να διατυπωθεί καθαρά, γιατί συνήθως χάνεται πίσω από τη νοσταλγία. Οι Ολυμπιάδες του 1984 και του 1988 δεν ήταν καλές διοργανώσεις «για τα ελληνικά δεδομένα». Ήταν, με κάθε αντικειμενικό μέτρο, από τις καλύτερες της δεκαετίας τους: η δεύτερη με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στην ιστορία μέχρι τότε, πλήρης παρουσία της παγκόσμιας ελίτ, μηδέν πολιτικά επεισόδια σε μια εποχή που τα πολιτικά επεισόδια ήταν ο κανόνας και ένα παράλληλο πρόγραμμα με ανοιχτά τουρνουά, διαγωνισμούς σύνθεσης και συνέδριο.


Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί δόθηκε δύο φορές στη Θεσσαλονίκη. Είναι γιατί σταμάτησε.


Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια είναι ότι η ανάθεση του 1994 δεν χάθηκε σε διαγωνισμό ούτε δόθηκε σε καλύτερο υποψήφιο: η Ελλάδα την είχε και τη ματαίωσε λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη. Η διαφορά ανάμεσα στο «δεν μας την έδωσαν» και στο «την είχαμε και δεν έγινε» είναι μεγάλη.


Το πλαίσιο δεν βοηθά ιδιαίτερα ως δικαιολογία. Η Ολυμπιάδα του 1990 έγινε σε μια Γιουγκοσλαβία που κατέρρεε οικονομικά και πολιτικά. Εκείνη του 1996 έγινε σε μια Αρμενία που είχε βγει από πόλεμο και είχε ελάχιστα χρήματα — και θεωρήθηκε από τις καλύτερες της δεκαετίας. Και η Ολυμπιάδα που πήρε τη θέση της ελληνικής, στη Μόσχα, στήθηκε σε πενήντα πέντε ημέρες μέσα σε μια χώρα που διαλυόταν οικονομικά, με χορηγία που μαζεύτηκε στο πόδι και υποδέχτηκε 124 ομάδες.


Το όγδοο μέρος επιστρέφει στη χρονολογική σειρά, από την Ελίστα του 1998 ως την Κωνσταντινούπολη του 2012.

Αποδόσεις εικόνων


Οι εννέα από τις δέκα φωτογραφίες είναι του Gerhard Hund, που φωτογράφησε και τις δύο Ολυμπιάδες της Θεσσαλονίκης. Όλες από το Wikimedia Commons.

  • Η πλακέτα του 1984 — Gerhard Hund, CC BY 3.0 (Commons)
  • Θεατές, 1984 — Gerhard Hund, CC BY 3.0 (Commons)
  • Boris Spassky, 1984 — Gerhard Hund, CC BY 3.0 (Commons)
  • Dzindzichashvili – Andersson, 1984 — Gerhard Hund, CC BY 3.0 (Commons)
  • Maia Chiburdanidze, 1984 — Gerhard Hund, CC BY 3.0 (Commons)
  • Η αίθουσα του 1988 — Gerhard Hund, CC BY 3.0 (Commons)
  • Η είσοδος της Διεθνούς Έκθεσης, 1988 — Gerhard Hund, CC BY 3.0 (Commons)
  • Η ελληνική γυναικεία ομάδα, 1988 — Gerhard Hund, CC BY 3.0 (Commons)
  • Η ουγγρική ομάδα, 1988 — Gerhard Hund, CC BY 3.0 (Commons)
  • Παραδοσιακές στολές, 1988 — Gerhard Hund, CC BY 3.0 (Commons)

Πηγές

  • OlimpBase — 26th Chess Olympiad, Thessaloniki 1984
  • OlimpBase — 26th Chess Olympiad (women), Thessaloniki 1984
  • OlimpBase — 28th Chess Olympiad, Thessaloniki 1988
  • OlimpBase — 28th Chess Olympiad (women), Thessaloniki 1988
  • OlimpBase — Men's Chess Olympiads summary
  • OlimpBase — Women's Chess Olympiads summary


Τα δελτία της Ολυμπιάδας του 1984 διατέθηκαν στην OlimpBase από τον Χρυσαφή Σταμούδη και τα στοιχεία του 1988 από τον Χρήστο Μπούσιο.

  1. Ο αριθμός των σκακιερών στη γυναικεία διοργάνωση του 1988 ήταν τρεις. Η σελίδα βασικών στοιχείων της OlimpBase αναφέρει εσφαλμένα «Four board fourteen round Swiss». Το λάθος αποδεικνύεται από τα ίδια της τα νούμερα: με 56 ομάδες, 28 αγώνες ανά γύρο και 14 γύρους, οι 1.176 παρτίδες που καταγράφει προκύπτουν μόνο με τρεις σκακιέρες (28 × 3 × 14 = 1.176)· με τέσσερις θα ήταν 1.568. Το επιβεβαιώνει και ο πίνακας ατομικών μεταλλίων της ίδιας σελίδας, ο οποίος έχει 1η, 2η, 3η και αναπληρωματική σκακιέρα. Η τέταρτη σκακιέρα εισήχθη στη γυναικεία Ολυμπιάδα το 2008, στη Δρέσδη.
  2. Η ηλικία της Judit Polgár. Γεννημένη τον Ιούλιο του 1976, ήταν δώδεκα ετών κατά τη διοργάνωση του Νοεμβρίου 1988.
  3. Η πρόταση για μόνιμη ελληνική διοργάνωση καταγράφεται στην OlimpBase ως πρόταση που έγινε στο συνέδριο του 1984 και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό λόγω των κυβερνητικών εγγυήσεων. Η πηγή δεν διευκρινίζει τους όρους ούτε τους λόγους για τους οποίους δεν συνεχίστηκε μετά το 1988.
  4. Ο αριθμός των ομάδων του 1988 δίνεται ως 107 συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας «Β», με τη Χιλή να μην εμφανίζεται.
  5. Ο αριθμός των διοργανώσεων μετά το 1988 (δεκαεπτά έως και τη Βουδαπέστη του 2024) περιλαμβάνει τη ματαιωθείσα του 2020 ως μη διεξαχθείσα και δεν την προσμετρά.
  6. Το επεισόδιο με τη χειραψία του Spassky και το πάρτι των Αμερικανικών Παρθένων Νήσων προέρχονται από την ενότητα «Trivia» της OlimpBase και παρατίθενται ως ανέκδοτα της διοργάνωσης, χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση.