chess.gr
chess.gr · Νέα · Η ιστορία του Σκακιού · Σκάκι και Τέχνες · Υπολογιστές και Σκάκι

Ο άνθρωπος πίσω από τον HAL 9000

2001: A Space Odyssey · Roesch – Schlage, Hamburg 1910

Από Νίκος Σαρακενίδης ·


Κάπου ανάμεσα στη Γη και τον Δία, μέσα στο απόλυτο κενό, ένας άνθρωπος παίζει σκάκι με μια μηχανή — και χάνει. Η σκηνή διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα, δεν προωθεί καν την πλοκή, κι όμως έχει γίνει μία από τις πιο πολυσυζητημένες παρτίδες στην ιστορία του κινηματογράφου. Πίσω της κρύβεται ένας πραγματικός Γερμανός σκακιστής, ένα μικρό σφάλμα, μια ναζιστική βιογραφία και ένα γραμματόσημο-μυστήριο.

«Λυπάμαι, Frank»


Στην 2001: A Space Odyssey (1968) του Stanley Kubrick, ο αστροναύτης Frank Poole σκοτώνει την ώρα του μέσα στο διαστημόπλοιο Discovery One παίζοντας σκάκι απέναντι στον HAL 9000, τον υπερυπολογιστή που ελέγχει την αποστολή. Δεν υπάρχει φυσική σκακιέρα: ο Poole βλέπει τη θέση σε μια οθόνη και οι δύο «παίκτες» ανακοινώνουν τις κινήσεις τους προφορικά, στην παλιά περιγραφική σημειογραφία της αγγλοσαξονικής σκακιστικής παράδοσης. Ο άνθρωπος έχει τα λευκά, η μηχανή τα μαύρα.


Η ένταση της σκηνής δεν βρίσκεται στο σκάκι καθαυτό, αλλά στον τόνο. Ο HAL είναι ευγενικός, ήρεμος, σχεδόν τρυφερός — και ακριβώς γι’ αυτό ανατριχιαστικός. Όταν ο Poole κάνει την κίνησή του, ο υπολογιστής τον διορθώνει με μια φωνή που δεν σηκώνει αντίρρηση: του δείχνει ότι έχει ήδη χάσει, ξεδιπλώνοντας μια σειρά κινήσεων που οδηγούν σε ματ. Ο Poole κοιτάζει, καταλαβαίνει, παραδίνεται. Είναι η πρώτη φορά στην ταινία που ο θεατής νιώθει, υπόγεια, ότι η μηχανή δεν είναι απλώς ένα εργαλείο: είναι ένας αντίπαλος νους, ανώτερος και ψύχραιμος. Λίγη ώρα αργότερα, ο ίδιος αυτός νους θα σκοτώσει.


Μεγάλο μέρος αυτής της απειλής το κουβαλάει η φωνή. Ο HAL μιλάει με τον απαλό, ανέκφραστα ήρεμο τόνο του ηθοποιού Douglas Rain — μια φωνή που δεν υψώνεται ποτέ, ούτε καν όταν, αργότερα, ο υπολογιστής αρνείται να ανοίξει την πόρτα του θαλάμου. Στη σκακιστική σκηνή, αυτή η ηρεμία λειτουργεί ως χαρακτηρισμός: ο HAL δεν πανηγυρίζει τη νίκη του, δεν προκαλεί· απλώς διαπιστώνει, με την ψυχρή βεβαιότητα κάποιου που έχει ήδη υπολογίσει το τέλος. Το ότι το θύμα της υπεροχής του είναι, εδώ, μόνο ένα βασιλιάς στη σκακιέρα, κάνει τη μελλοντική, πραγματική βία ακόμη πιο ανατριχιαστική.


Αξίζει να σταθούμε και στον τρόπο που παίζεται η παρτίδα: προφορικά, με λέξεις. Η περιγραφική σημειογραφία — «βασίλισσα στο τρία του αξιωματικού» αντί για το σημερινό, αλγεβρικό «Qf3/Qf6» — ήταν ο κυρίαρχος τρόπος καταγραφής στον αγγλόφωνο κόσμο μέχρι τη δεκαετία του ’70. Το ότι δύο «παίκτες» ανταλλάσσουν κινήσεις χωρίς να αγγίζουν κομμάτια, κοιτάζοντας μια οθόνη, ήταν το 1968 μια εικόνα του μέλλοντος· σήμερα, στην εποχή του online σκακιού, μοιάζει σχεδόν καθημερινή.


Κρυμμένο μέσα στη σκηνή υπάρχει κι ένα σκακιστικό «πείραγμα» του Kubrick: νωρίτερα στην ταινία εμφανίζεται φευγαλέα ένας επιστήμονας ονόματι Dr. Smyslov — προφανής υπόκλιση στον Σοβιετικό παγκόσμιο πρωταθλητή Vasily Smyslov. Ο Kubrick ήταν παθιασμένος σκακιστής· στα νιάτα του έπαιζε για στοιχήματα στο Washington Square Park της Νέας Υόρκης και συνέχιζε να παίζει ακόμη και πάνω στα πλατό των γυρισμάτων του. Δεν διάλεξε, λοιπόν, μια τυχαία θέση για να τη δείξει στην οθόνη.

Η θέση που εμφανίζεται στην οθόνη του Poole, μετά το 13…Bh3. Τα μαύρα (ο HAL) έχουν ήδη εξαπολύσει την επίθεση τους· η λευκή βασίλισσα βρίσκεται μακριά, στο a8.

Μια αληθινή παρτίδα του 1910


Η θέση που βλέπει ο Poole δεν είναι επινόηση των σεναριογράφων. Είναι το τελείωμα μιας πραγματικής παρτίδας που παίχτηκε το 1910 στο Αμβούργο, στο πλαίσιο του 17ου Συνεδρίου της Γερμανικής Σκακιστικής Ομοσπονδίας — ενός από τα σημαντικότερα διεθνή τουρνουά των αρχών του 20ού αιώνα, με νικητή στο κυρίως γκρουπ τον Carl Schlechter, μπροστά από τους Duras και Nimzowitsch, στο πρώτο μεγάλο τουρνουά του Schlechter μετά το ισόπαλο ματς για τον Παγκόσμιο Τίτλο με τον Lasker που προηγήθηκε μέσα στο 1910. Η παρτίδα μας, όμως, δεν παίχτηκε ανάμεσα σε αστέρια. Παίχτηκε σε ένα από τα βοηθητικά τουρνουά (Hauptturnier) του συνεδρίου, εκεί όπου έπαιζαν οι «άσημοι». Ήταν η παρτίδα Roesch – Schlage, και ο νικητής της, ο Willi Schlage, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μισό αιώνα αργότερα θα τον έπαιζε ένας υπολογιστής στο σινεμά.


Στην ταινία, ο HAL παίζει τις νικηφόρες κινήσεις του Schlage (τα μαύρα), ενώ ο Poole αναλαμβάνει τον ρόλο του ηττημένου Roesch (τα λευκά). Ο Kubrick βρήκε πιθανότατα την παρτίδα στη συλλογή του Irving Chernev "The 1000 Best Short Games of Chess (1955)" — ένα κλασικό βιβλίο με σύντομες, εντυπωσιακές παρτίδες-μινιατούρες.


Το άνοιγμα είναι μια Ισπανική Παρτίδα (Ruy Lopez), με μια κάπως ασυνήθιστη πρώιμη έξοδο της βασίλισσας από τον Roesch (5.Qe2, η λεγόμενη «επίθεση Worrall»). Τα πράγματα οξύνονται στη 12η κίνηση: ο Roesch αρπάζει άπληστα τον πύργο με το  12.Qxa8, κερδίζοντας υλικό — αλλά η βασίλισσά του απομακρύνεται επικίνδυνα από τον βασιλιά, στην αντίθετη άκρη της σκακιέρας. Ενώ τα λευκά μαζεύουν υλικό στη μια πλευρά, τα μαύρα στήνουν ένα δίκτυο ματ γύρω από τον λευκό βασιλιά.

abcdefgh87654321

1.e4 e5 2.Nf3 Nc6 3.Bb5 a6 4.Ba4 Nf6 5.Qe2 b5 6.Bb3 Be7 7.c3 O-O 8.O-O d5 9.exd5 Nxd5 10.Nxe5 Nf4 11.Qe4 Nxe5 12.Qxa8 { λαιμαργία! } Qd3 13.Bd1 Bh3 { εδώ αρχίζει η σκηνή στην ταινία } 14.Qxa6 Bxg2 15.Re1 Qf3 16.Bxf3 Nxf3#


Το θεματικό δίδαγμα της παρτίδας είναι κλασικό: υλικό εναντίον πρωτοβουλίας. Ο Roesch κερδίζει έναν ολόκληρο πύργο, αλλά κάθε κίνηση που κάνει για να μαζέψει υλικό (πρώτα ο πύργος στο a8, μετά το πιόνι στο a6) είναι μια κίνηση που δεν κάνει για να αμυνθεί. Η βασίλισσά του καταλήγει θεατής στην άκρη της σκακιέρας, ενώ τα ελαφρά κομμάτια των μαύρων — οι δύο ίπποι κι ο αξιωματικός — συγκεντρώνονται γύρω από τον λευκό βασιλιά. Είναι το είδος της παρτίδας που κάθε προπονητής δείχνει σε αρχάριους: δεν αρκεί να μετράς πιόνια· σημασία έχει και ποιος φτάνει πρώτος στον αντίπαλο βασιλιά.


Η κορύφωση είναι μικρή και κομψή. Με τη βασίλισσα των λευκών να κοιτάζει αδιάφορα από το a6, τα μαύρα παίζουν 15…Qf3!: θυσιάζοντας τη δική του βασίλισσα. 

Η κρίσιμη στιγμή: 15…Qf3. Τα μαύρα προσφέρουν τη βασίλισσα — αυτή είναι η κίνηση που «ανακοινώνει» ο HAL.

Το λάθος του HAL


Εδώ αρχίζει το πιο γοητευτικό κομμάτι της ιστορίας. Την ώρα που ανακοινώνει τη νίκη του, ο HAL κάνει ένα λάθος στη σημειογραφία. Λέει στον Poole να κοιτάξει την κίνηση «βασίλισσα στο τρία του αξιωματικού» (Queen to Bishop Three). Όμως η κίνηση που εννοεί, η Qf3, στη σωστή περιγραφική σημειογραφία από την πλευρά των μαύρων γράφεται «βασίλισσα στο έξι του βασιλικού αξιωματικού» (Q-KB6) — όχι «τρία». Ένας αλάνθαστος υπολογιστής δεν θα έκανε ποτέ ένα τέτοιο ολίσθημα.


Και δεν είναι το μόνο. Ο HAL παρουσιάζει το τελείωμα σαν ένα καθαρό, φορσέ ματ σε δύο κινήσεις. Στην πραγματικότητα, η ακριβής σειρά που περιγράφει δεν είναι υποχρεωτική — τα μαύρα κερδίζουν ούτως ή άλλως, αλλά τα λευκά έχουν κι άλλες  προσπάθειες που καθυστερούν το μοιραίο. Ο υπολογιστής, με άλλα λόγια, "μπλοφάρει" λίγο για την ακρίβειά του.


Πολλοί είδαν σε αυτές τις ανακρίβειες μια σκόπιμη προειδοποίηση: το πρώτο, ανεπαίσθητο ράγισμα στην τελειότητα του HAL, μια υπόγεια νύξη για τη δυσλειτουργία που θα ακολουθήσει και θα κοστίσει ζωές. Άλλοι, πιο πεζοί, το αποδίδουν απλώς στα όρια του ίδιου του Kubrick ως σκακιστή ή σε μια απροσεξία του σεναρίου. Ο Ολλανδός συγγραφέας Tim Krabbé, που ασχολήθηκε ενδελεχώς με την παρτίδα, ήταν μάλλον αυστηρός: τη χαρακτήρισε αισθητικά ασήμαντη και υπαινίχθηκε πως ακριβώς η επιλογή της προδίδει έναν σκηνοθέτη που ίσως δεν ήταν και τόσο δυνατός παίκτης.

Ένας παίκτης που θα εντυπωσιαζόταν από αυτή τη θυσία της βασίλισσας, ίσως ήταν αρκετά αδύναμος ώστε να κάνει και λάθος στη σημειογραφία της.
— ελεύθερη απόδοση από το Tim Krabbé: «Willi Schlage»


Κάποιοι σχολιαστές - σε μια εποχή που το πως παίζουν οι υπολογιστές σκάκι δεν ήταν κοινή γνώση - το έθεσαν πιο πονηρά: αφού ο HAL ανακοίνωσε ματ που δεν ήταν ακριβώς εκεί, μήπως ο υπολογιστής απλώς «έκλεβε», εκφοβίζοντας τον άνθρωπο ώστε να παραδοθεί πριν την ώρα του; Φαντάζει αστείο για έναν σκακιστή αλλά κρύβει μια σοβαρή αλήθεια για τη σχέση μας με τις μηχανές: συχνά παραδινόμαστε στην υποτιθέμενη αλάθητη λογική τους, χωρίς να ελέγξουμε αν έχουν όντως δίκιο - κάτι που σήμερα έχει πεδίο εφαρμογής πολύ περισσότερο στα μοντέλα γλώσσας της τεχνητής νοημοσύνης παρά στο σκάκι.

Μένει ένα τελευταίο, γλωσσικό αίνιγμα. Στα γερμανικά, το ρήμα schlagen σημαίνει «χτυπώ», «νικώ» — και στο σκάκι, «παίρνω» ένα κομμάτι. Το «σε χτύπησα»/«σε νίκησα» μεταφράζεται Ich schlage dich. Άραγε ο Kubrick διάλεξε αυτή ακριβώς την παρτίδα επειδή ο νικητής της λεγόταν, κυριολεκτικά, «Νικώ»; Κανείς δεν το ξέρει — όπως κανείς δεν έχει αποδείξει και τον διάσημο θρύλο ότι το όνομα HAL προκύπτει μετατοπίζοντας κατά ένα γράμμα το IBM (μια σύμπτωση που ο Arthur C. Clarke πάντα διέψευδε).

Willi Schlage: ο άγνωστος που έγινε αθάνατος


Ποιος ήταν, λοιπόν, ο άνθρωπος του οποίου τις κινήσεις παίζει η πιο διάσημη μηχανή του κινηματογράφου; Ο Willi Schlage γεννήθηκε την παραμονή των Χριστουγέννων του 1888. Υπήρξε ένας αξιοπρεπής, χωρίς να είναι κορυφαίος, σκακιστής του γερμανικού μεσοπολέμου: δύο φορές πρωταθλητής Βερολίνου, το 1921 και το 1926. Ήταν μια εποχή παρακμής για το γερμανικό σκάκι — μια χώρα ταπεινωμένη και σχεδόν διαλυμένη μετά την ήττα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου η ίδια η επιβίωση προηγούνταν του παιχνιδιού.


Χωρίς την ταινία, ο Schlage σαν παίκτης θα ήταν σήμερα μια υποσημείωση σε παλιούς πίνακες αποτελεσμάτων. Αντ’ αυτού, χάρη σε μια παρτίδα που κέρδισε σε ένα δευτερεύον τουρνουά, το όνομά του επιβιώνει κάθε φορά που κάποιος ξαναβλέπει το 2001: A Space Odyssey. Είναι, ίσως, ο μοναδικός πραγματικά άγνωστος σκακιστής που κέρδισε την αθανασία — και μάλιστα, όπως θα δούμε, όχι μία αλλά δύο φορές.

Ο προπονητής του Reich


Η βιογραφία του Schlage έχει όμως και μια σκοτεινή όψη, που η ρομαντική ιστορία της «αθανασίας» τείνει να παρακάμπτει. Η συμπάθειά του προς το ναζιστικό καθεστώς τού εξασφάλισε τη θέση του αρχιπροπονητή των εθνικών ομάδων της Γερμανίας. Με τη βοήθεια των Alexander Alekhine και Efim Bogoljubow — προετοίμασε τη γερμανική ομάδα για τη λεγόμενη «ανεπίσημη» Ολυμπιάδα του 1936: το σκακιστικό τουρνουά που οργανώθηκε στο Μόναχο, παράλληλα με το πνεύμα των χιτλερικών Ολυμπιακών Αγώνων.


Η ένταξη του σκακιού στη μηχανή προπαγάνδας του καθεστώτος δεν ήταν σχήμα λόγου. Οι ναζί αναδιοργάνωσαν το γερμανικό σκάκι υπό κρατικό έλεγχο, το παρουσίασαν ως απόδειξη «πνευματικής υπεροχής» και οργάνωσαν το 1936 στο Μόναχο ένα τεράστιο ομαδικό τουρνουά, παράλληλα με το κλίμα των Ολυμπιακών του Βερολίνου, το οποίο σήμερα καταγράφεται συχνά ως «ανεπίσημη Ολυμπιάδα». Ήταν, από άποψη συμμετοχών, ένα από τα μεγαλύτερα σκακιστικά γεγονότα της εποχής — και ταυτόχρονα ένα προσεκτικά στημένο σκηνικό βιτρίνας.


Αργότερα, ο Schlage ανέλαβε την εκπαίδευση των νεαρών ταλέντων της χώρας. Από τα χέρια του πέρασαν, μεταξύ άλλων, ο Klaus Junge — ένα εξαιρετικά υποσχόμενο ταλέντο που θα σκοτωνόταν στα τελευταία της πολέμου, το 1945 — καθώς και ο Wolfgang Unzicker, που θα γινόταν ο κορυφαίος Γερμανός σκακιστής της μεταπολεμικής εποχής, όπως και η Edith Keller. Μια φωτογραφία του 1939 τον δείχνει δίπλα στους τρεις μαθητές του, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του.


Οι τύχες των μαθητών του λένε από μόνες τους την ιστορία εκείνης της γενιάς. Ο Klaus Junge, ίσως το μεγαλύτερο γερμανικό ταλέντο των αρχών του ’40, ήταν φανατικά προσηλωμένος στο καθεστώς και σκοτώθηκε στα είκοσί του χρόνια, τις τελευταίες μέρες του πολέμου, αρνούμενος να παραδοθεί. Ο Wolfgang Unzicker, αντίθετα, επιβίωσε και έγινε ο κορυφαίος Δυτικογερμανός σκακιστής των μεταπολεμικών δεκαετιών, ένας ερασιτέχνης (στο επάγγελμα δικαστής) που κόντραρε ισότιμα τους καλύτερους του κόσμου — ο Bobby Fischer τον αποκαλούσε «honorary Russian» για την αντοχή του. Η ίδια σχολή, δηλαδή, γέννησε και το τραγικό σύμβολο και τη μεταπολεμική επανεκκίνηση.


Ο Schlage πέθανε στις 5 Μαΐου 1940, μέσα στη γερμανική εκστρατεία στη Νορβηγία — τις ίδιες εβδομάδες που ο πόλεμος που το καθεστώς που υπηρετούσε άπλωνε τη σκιά του στη βόρεια Ευρώπη. Δεν πρόλαβε να δει ούτε το τέλος του πολέμου ούτε, φυσικά, την παράξενη υστεροφημία που τον περίμενε.

Το μυστήριο των γραμματοσήμων


Το 1979, χιλιάδες χιλιόμετρα από το Αμβούργο και το Βερολίνο, η κυβέρνηση του Μάλι — μιας δυτικοαφρικανικής χώρας χωρίς καμία προφανή σχέση με το γερμανικό σκάκι — εξέδωσε μια σειρά τεσσάρων γραμματοσήμων με τίτλο Grands Maîtres des Échecs («Μεγάλοι Δάσκαλοι του Σκακιού»). Οι τρεις από τις τέσσερις επιλογές θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν σχετικά λογικές: ο Alekhine (140 φράγκα), ο Bogoljubow (300 φράγκα) και — έκπληξη — ο Dawid Janowski (100 φράγκα). Και η τέταρτη μορφή, στο γραμματόσημο των 200 φράγκων; Ο Willi Schlage.

Το επίμαχο γραμματόσημο των 200 φράγκων (Mali, 1979), με την ένδειξη «Willi Schlage» — αν και το πορτρέτο αποδίδεται πιθανότατα στον Tartakower.


Είναι εξωφρενικό. Ένας ολόκληρος παγκόσμιος πρωταθλητής (ο Alekhine) βρίσκεται στο φθηνότερο γραμματόσημο, ενώ ένας δύο φορές πρωταθλητής Βερολίνου, άγνωστος στο ευρύ κοινό, τιμάται με υψηλότερη αξία. Πώς κατέληξε ο Schlage ανάμεσα στους «μεγάλους μαιτρ»;


Για να καταλάβει κανείς το παρασκήνιο, βοηθάει να ξέρει ότι πολλά μικρά ή φτωχά κράτη — ιδίως στην Αφρική — εξέδιδαν τη δεκαετία του ’70 και ’80 θεματικές σειρές γραμματοσήμων (σκάκι, ολυμπιάδες, ζωγραφική) κυρίως για να τις πουλήσουν σε συλλέκτες του εξωτερικού. Η ακρίβεια δεν ήταν πάντα προτεραιότητα· η εικονογράφηση συχνά ανατίθετο σε ξένα πρακτορεία και τα λάθη — λάθος πρόσωπα, λάθος ονόματα, λάθος χρονολογίες — ήταν συνηθισμένα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα μπερδεμένο πορτρέτο μοιάζει λιγότερο με συνωμοσία και περισσότερο με τυπική φιλοτελική απροσεξία.


Δύο εξηγήσεις κυκλοφορούν. Η πρώτη: ο σχεδιαστής της σειράς ήταν Γερμανός με φιλοναζιστικές συμπάθειες, που θέλησε να τιμήσει έναν «δικό του». Η εξήγηση όμως σκοντάφτει αμέσως — γιατί τότε να συμπεριλάβει και τον Janowski, που ήταν Εβραίος; Η δεύτερη, πιο πιθανή: το πρόσωπο που εικονίζεται στο γραμματόσημο των 200 φράγκων δεν είναι καν ο Schlage, αλλά ο Savielly Tartakower — και από κάποιο λάθος αναγράφτηκε από κάτω το όνομα «Willi Schlage». Μια φιλοτελική παρανόηση, δηλαδή, που χάρισε στον άγνωστο Γερμανό μια δεύτερη, εντελώς τυχαία αθανασία. Μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ.


Ας το βάλουμε σε μια σειρά. Ένας μέτριος Γερμανός σκακιστής κερδίζει μια παρτίδα σε ένα δευτερεύον τουρνουά του 1910. Μισό αιώνα αργότερα, ο Stanley Kubrick διαλέγει ακριβώς αυτή την παρτίδα για να χαρίσει στον HAL 9000 τη νίκη του επί του ανθρώπου, και το όνομα του Schlage γίνεται αθάνατο. Άλλη μια δεκαετία αργότερα, ένα λάθος (ή μια περίεργη επιλογή) σε ένα γραμματόσημο του Μάλι τον κάνει αθάνατο και δεύτερη φορά. Και στις δύο περιπτώσεις, η δόξα τού ήρθε χωρίς να την επιδιώξει, χωρίς να τη δικαιούται.


Υπάρχει κι ένα τελευταίο, γλυκό παιχνίδι των συμπτώσεων. Την ίδια εκείνη χρονιά, το 1910, ο Marcel Duchamp — ζωγράφος και ο ίδιος δυνατός σκακιστής — φιλοτεχνούσε τον πίνακά του The Chess Game («Η Παρτίδα Σκακιού»). Τέχνη, κινηματογράφος, φιλοτελισμός και μια σκακιέρα: τέσσερις κόσμοι που, μέσα από τον πιο απίθανο δρόμο, διασταυρώθηκαν πάνω στο όνομα ενός ανθρώπου που, αν τον ρωτούσες, μάλλον θα σου έλεγε ότι απλώς κέρδισε μια ωραία παρτιδούλα ένα καλοκαίρι στο Αμβούργο.


Ο HAL, πάντως, δεν έκανε λάθος στο ουσιώδες. Ο άνθρωπος όντως έχασε.


Πηγές & σημειώσεις


Το άρθρο αποτελεί επέκταση της ανάρτησης «Willi Schlage» του ιστολογίου μου chessnewsgr.blogspot.com από το 2011


Tim Krabbé, «Willi Schlage» — επιβεβαιώνει την παρτίδα Roesch–Schlage, το λογοπαίγνιο schlagen και ως πηγή τον Chernev.
Wikipedia, «Poole versus HAL 9000» — χρώματα, σημείο εκκίνησης (13…Bh3), Chernev 1955, σχόλιο M. Campbell.
chessgames.com (παρτίδα υπ’ αρ. 1254321) — πλήρης καταγραφή κινήσεων.
Bill Wall, «Stanley Kubrick and Chess» / chess.com — διάλογος της σκηνής, διόρθωση «Q-KB6».
Berliner Schachverband · oldinchess.blogspot.com · www.onwar.com · wikipedia.


Σημειώση ακρίβειας: ορισμένες πηγές δίνουν εσφαλμένα το έτος ως 1913· η παρτίδα παίχτηκε σε βοηθητικό τουρνουά (Hauptturnier) του συνεδρίου του Αμβούργου 1910. Η χρονολόγηση του θανάτου του Schlage σε συνάρτηση με την «ολοκλήρωση» της εισβολής στη Νορβηγία αποδίδεται όπως στην πηγή· ιστορικά, οι επιχειρήσεις στη Νορβηγία συνεχίστηκαν ώς τον Ιούνιο του 1940.