Lubomir Kavalek: Ο άνθρωπος που δραπέτευσε με κιβώτια βότκα και έγινε τρεις φορές πρωταθλητής Αμερικής
Ένας πολίτης της Πράγας με φάκελο
Όταν ο Lubomir Kavalek γεννήθηκε στην Πράγα, στις 9 Αυγούστου 1943, η χώρα λεγόταν ακόμη επισήμως «Προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας». Πριν κλείσει τα πέντε του χρόνια, η χώρα είχε αλλάξει ξανά χέρια: τα γεγονότα του 1948 έφεραν τους κομμουνιστές στην εξουσία, και ο πατέρας του πήρε τον δρόμο της φυγής προς τη Δύση, όπου εργάστηκε στο Radio Free Europe στη Δυτική Γερμανία. Για το καθεστώς της Πράγας, αυτό ήταν αρκετό: ο πατέρας χαρακτηρίστηκε «εχθρός του κράτους» και ο γιος μεγάλωσε με έναν φάκελο ανοιχτό πάνω από το κεφάλι του πριν καλά καλά μάθει να μετράει τα τέμπο.
Το σκάκι το ανακάλυψε μόνος του, σε συλλόγους και πάνω από βιβλία θεωρίας, με τη μεθοδικότητα ενός ανθρώπου που κατάλαβε νωρίς ότι ήταν ο μόνος δρόμος του προς τα έξω. Στα δεκαεννιά του, το 1962, κέρδισε το πρωτάθλημα Τσεχοσλοβακίας με 12½/17, μπροστά από τους Vlastimil Hort και František Blatný, γινόμενος ο νεότερος πρωταθλητής στην ιστορία της χώρας. Ανήκε σε μια εξαιρετική «χρυσή γενιά» — Hort, Vlastimil Jansa, Jan Smejkal — και πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν ο πιο ταλαντούχος από όλους.
Την ίδια χρονιά, στη Φοιτητική Ολυμπιάδα στο Μαριάνσκε Λάζνιε, έπαιξε την παρτίδα που τον έκανε διάσημο. Ο θρύλος λέει ότι η ομάδα ποδοσφαίρου του σοβιετικού Eduard Gufeld είχε νικήσει τη δική του την προηγούμενη μέρα και ο Kavalek ορκίστηκε εκδίκηση. Την πήρε με τον πιο θεαματικό τρόπο: παίζοντας μαύρα σε μια Ισπανική, θυσίασε διαδοχικά υλικό, έδωσε μια διαφορά με το εκπληκτικό 27...Rxc5, και έφτασε σε μια τελική θέση όπου, ενώ ήταν έναν πύργο κάτω, διατηρούσε και τα οκτώ του πιόνια — και ο λευκός ήταν ανίσχυρος απέναντί τους. Η παρτίδα πήρε το βραβείο ομορφιάς και δεκαετίες αργότερα ο Andrew Soltis την κατέταξε 7η ανάμεσα στις 100 καλύτερες παρτίδες του 20ού αιώνα. «Όταν έχω μια άσχημη μέρα», έγραψε ο Soltis τη μέρα του θανάτου του Kavalek, «ανοίγω αυτή την παρτίδα και τη χαίρομαι άλλη μια φορά.»

Δεν ήταν η μοναδική του διάκριση σε φοιτητικό επίπεδο. Το 1965, στη Φοιτητική Ολυμπιάδα της Σινάια στη Ρουμανία, πήρε ξανά το βραβείο καλύτερης παρτίδας, πάλι απέναντι σε Σοβιετικό, τον Herman Khodos. Την ίδια χρονιά πήρε ταυτόχρονα τους τίτλους του Διεθνούς Μετρ και του Διεθνούς Γκρανμαίτρ, μετά τη νίκη του στη Βάρνα. Στο Ιντερζονάλ της Σους το 1967 ήταν ένας από τους μόλις τρεις παίκτες που κατάφεραν να πάρουν ισοπαλία από τον Bobby Fischer — μια λεπτομέρεια που, πέντε χρόνια αργότερα, θα αποκτούσε απροσδόκητη σημασία.
1968: η χρονιά που έκοψε τη ζωή του στα δύο
Το 1968 ο Kavalek κέρδισε το ισχυρότερο πρωτάθλημα Τσεχοσλοβακίας που έγινε ποτέ, με 15/19, μπροστά από Hort και Smejkal (14), Miroslav Filip (13), Luděk Pachman και Jansa (12). Λίγο αργότερα κατέκτησε το πρώτο του μεγάλο διεθνές τουρνουά, στο Άμστερνταμ, με 10½/15, μπροστά από τον David Bronstein. Υπάρχει μια φωτογραφία από εκείνο το τουρνουά, με τον Bronstein να τον συγχαίρει: ένας νεαρός με το μέλλον μπροστά του, έναν μήνα πριν τα πάντα αλλάξουν.
Τον Αύγουστο, τα τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας μπήκαν στην Πράγα. Ο Kavalek έπαιζε τότε στο Akiba Rubinstein Memorial, στην Πολωνία, όπου τερμάτισε δεύτερος πίσω από τον Vasily Smyslov. Υποτίθεται ότι θα έπαιζε πρώτη σκακιέρα για την Τσεχοσλοβακία στην Ολυμπιάδα στο Λουγκάνο. Αντ' αυτού, αποφάσισε να μην γυρίσει.
Η ιστορία της φυγής του έχει γίνει σκακιστικός θρύλος, με μια εκδοχή που ο ίδιος δεν διέψευσε ποτέ: αγόρασε με τα χρήματα του επάθλου του αρκετά κιβώτια βότκα, τα χρησιμοποίησε για να δωροδοκήσει τους συνοριοφύλακες και οδήγησε προς τη Δυτική Γερμανία. «Ήταν η μεγαλύτερη απώλεια που υπέστη ποτέ το τσεχοσλοβακικό σκάκι», έγραψε ο Soltis. Το καθεστώς τού αφαίρεσε την υπηκοότητα.
Ο ίδιος, σε μεταγενέστερο κείμενό του, θύμιζε τι ακριβώς εγκατέλειπε: την πρώτη σκακιέρα της εθνικής ομάδας, τον τίτλο του πρωταθλητή στο ισχυρότερο εθνικό πρωτάθλημα που έγινε ποτέ και μια καριέρα σε ανοδική τροχιά μέσα σε ένα σύστημα που, όσο ασφυκτικό κι αν ήταν, στήριζε υλικά τους σκακιστές του. Στα είκοσι πέντε του χρόνια επέλεξε την αβεβαιότητα μιας ζωής από το μηδέν.
Έζησε δύο χρόνια στο Μόναχο με τον πατέρα του, πέρασε από το Άμστερνταμ με φοιτητική βίζα και το 1970 μετανάστευσε στις ΗΠΑ με τη βοήθεια της Αμερικανικής Σκακιστικής Ομοσπονδίας. Στον δρόμο προς την Αμερική, σταμάτησε στο Καράκας και κέρδισε ένα ισχυρότατο τουρνουά με 13/17, μπροστά από τους Leonid Stein, Oscar Panno, Pal Benko, Borislav Ivkov και έναν νεαρό, τον Anatoly Karpov. Το πρώτο μισό του τουρνουά το έπαιξε με την τσεχοσλοβακική σημαία και το δεύτερο με την αμερικανική, εκπροσωπώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες πριν πατήσει επισήμως το πόδι του σε αμερικανικό έδαφος.
Ουάσιγκτον, Ρέικιαβικ, κορυφή

Εγκαταστάθηκε στην Ουάσιγκτον, σπούδασε σλαβική λογοτεχνία στο George Washington University και εργάστηκε στη Voice of America (1971–72). Με αυτή την ιδιότητα, του δημοσιογράφου, βρέθηκε το καλοκαίρι του 1972 στο Ρέικιαβικ για να καλύψει το ματς Fischer–Spassky. Κατέληξε να είναι κάτι πολύ περισσότερο. Έγινε ένας από τους βοηθούς του Fischer στο «Ματς του Αιώνα». Ο άνθρωπος που πέντε χρόνια νωρίτερα είχε κρατήσει τον Fischer σε ισοπαλία, τώρα δούλευε γι' αυτόν.
Στο μεταξύ, τα χρόνια της μετάβασης δεν ήταν καθόλου άγονα. Το 1969 κέρδισε το Ανοιχτό Πρωτάθλημα Ολλανδίας στο Ντίρεν με το απόλυτο 10/10 — ένα σκορ που δεν επιδέχεται σχολιασμού — και το Ανοιχτό Πρωτάθλημα Καναδά. Είχε ήδη πίσω του νίκες στο Σπλιτ (1964), στη Βάρνα (1965 και 1967), στο Ζβόλε (1967) και στη Χάγη (1968), ενώ το 1971 μοιράστηκε την πρωτιά στη Νετάνια με τον Bruno Parma.
Το 1972 έγινε επαγγελματίας σκακιστής πλήρους απασχόλησης και ακολούθησαν τα καλύτερα χρόνια του. Στο πρωτάθλημα ΗΠΑ εκείνης της χρονιάς στη Νέα Υόρκη ισοβάθμησε στην πρώτη θέση με τους Samuel Reshevsky και Robert Byrne (ο Byrne κέρδισε το μπαράζ). Το 1973 ήταν συμπρωταθλητής με τον John Grefe. Το 1978 κέρδισε καθαρά, με 10–4, έναν ολόκληρο βαθμό μπροστά από τον James Tarjan. Δυο φορές πρωταθλητής Τσεχοσλοβακίας — και τρεις φορές πρωταθλητής ΗΠΑ: ελάχιστοι σκακιστές έχουν διπλή εθνική ταυτότητα τόσο επίσημα σφραγισμένη.
Το 1973 ήταν η χρονιά της έκρηξης: νίκες στη Λανθαρότε (8½/10, μπροστά από Ulf Andersson, Ljubomir Ljubojević, Zoltán Ribli), στη Νετάνια (11/15, μπροστά από τον Reshevsky), στη Μοντίγια (ισοβαθμία με τον Helmut Pfleger) και στο Μπαουάνγκ των Φιλιππίνων (7½/9, μπροστά από Ivkov, Miguel Quinteros και Bent Larsen). Τον Μάιο του 1974 βρέθηκε στη 10η θέση της παγκόσμιας λίστας της FIDE με 2625 Elo — η κορυφή της καριέρας του. Την ίδια χρονιά μοιράστηκε την πρωτιά στο Ζόλινγκεν με τον Lev Polugaevsky, μπροστά από τον Boris Spassky.
Το 1975, στο Wijk aan Zee, έπαιξε μια από τις πιο παράξενα όμορφες παρτίδες του: απέναντι στον Lajos Portisch, σε μια Ινδική του Βασιλιά, βαριάντα Ζέμις, έδωσε τη βασίλισσά του για αξιωματικό και πιόνι (19...Bc3+!) και οδήγησε την παρτίδα σε ένα χάος που έκλεισε με διαρκές σαχ — δικό του: με τα 36...Rg6+ 37.Kh3 Rh6+ 38.Kg4 Rg6+ ο Kavalek κράτησε την ισοπαλία απέναντι στη βασίλισσα του Ούγγρου. Η παρτίδα πήρε το βραβείο Leo van Kuijk για την πιο θεαματική παρτίδα του τουρνουά.

Έπαιξε σε εννέα Ολυμπιάδες — δύο με την Τσεχοσλοβακία (1964, 1966) και επτά με τις ΗΠΑ, από το 1972 ως το 1986. Τρεις φορές στην πρώτη σκακιέρα, δύο στη δεύτερη· η ομάδα μάζεψε ένα χρυσό και πέντε χάλκινα. Το χρυσό του 1976 στην κουτσουρεμένη Ολυμπιάδα της Χάιφα με ολόκληρο το Ανατολικό Μπλοκ να απουσιάζει, ήταν το πρώτο ολυμπιακό μετάλλιο κορυφής για τις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1930. Παράλληλα, από το 1969 ως το 1991 ήταν ο ηγέτης της γερμανικής ομάδας του Ζόλινγκεν, με την οποία κατέκτησε δέκα γερμανικά πρωταθλήματα και δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης· στο Κύπελλο του 1977–79 σκόραρε 5½/6 στην πρώτη σκακιέρα, νικώντας δύο φορές τον Smyslov.
Στα ματς είχε μικτή τύχη: κέρδισε τον Ολλανδό Hans Ree 7–3 το 1969 και συνέτριψε τον Andersson 6½–3½ το 1978 — σε ένα ματς που, με απαράμιλλα αμερικανικό τρόπο, διεξήχθη στην έκθεση μιας αντιπροσωπείας Volvo στην Ουάσιγκτον. Έχασε όμως από τον Larsen (2–6, 1970) και από τον Spassky (2–4, 1977) - και στα δύο στο Ζόλινγκεν.
Το στιλ: ένας ρομαντικός με σοβιετική πειθαρχία

Πώς έπαιζε; Ο συμπατριώτης του Vlastimil Hort τον περιέγραψε ως «έναν πραγματικά προικισμένο καλλιτέχνη, που έπαιζε σε ρομαντικό στιλ, με απίστευτη ικανότητα στη συνδυαστική επίθεση». Ήταν ένας παίκτης του ανοιχτού κέντρου και της πρωτοβουλίας, με βαθιά εξειδίκευση στη Σικελική — δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο του για τη Najdorf το συνυπέγραψαν τρεις από τους κορυφαίους ειδικούς του κόσμου. Ταυτόχρονα, όμως, είχε αφομοιώσει τη μεθοδική προετοιμασία της ανατολικοευρωπαϊκής σχολής. Αυτό ακριβώς ήταν που τον έκανε πολύτιμο ως δεύτερο. Ήξερε να συγκεντρώνει, να ταξινομεί και να παρουσιάζει υλικό με τρόπο που ελάχιστοι δυτικοί επαγγελματίες της εποχής μπορούσαν.
Ένα στοιχείο που συχνά ξεχνιέται: μετά την αποχώρηση του Fischer από το ενεργό σκάκι, ο Kavalek ήταν ο υψηλότερα βαθμολογημένος Αμερικανός σκακιστής στις λίστες της FIDE του Ιανουαρίου 1978, του Ιανουαρίου 1979, του Ιανουαρίου 1980, του Ιουλίου 1981 και του Ιανουαρίου 1982. Για πέντε χρόνια, δηλαδή, ο επίσημος νούμερο ένα των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν ένας άνθρωπος που είχε φτάσει εκεί δωροδοκώντας συνοριοφύλακες με βότκα. Το 1981 πρόσθεσε ακόμη έναν τίτλο στη συλλογή του, το Ανοιχτό Διεθνές Πρωτάθλημα Δυτικής Γερμανίας στο Μπόχουμ, με 12/15, ενάμισι βαθμό μπροστά από τον παλιό του αντίπαλο Hort.
Το πιο παράδοξο αποτέλεσμα της καριέρας του ήρθε το 1979 στο Μόντρεαλ, στο θρυλικό «Man and his World», που ο ίδιος διοργάνωσε και στο οποίο έπαιξε τερματίζοντας τελευταίος στον πρώτο γύρο με 1½/9 και πρώτος στον δεύτερο με 6½/9. Ελάχιστοι σκακιστές έχουν καταφέρει να είναι ταυτόχρονα ο χειρότερος και ο καλύτερος παίκτης του ίδιου τουρνουά.
Ο βοηθός: από τον Fischer στον Short
Ίσως η μεγαλύτερη κληρονομιά του Kavalek δεν βρίσκεται στις δικές του παρτίδες. Ήταν ένας από τους πιο περιζήτητους βοηθούς και προπονητές της εποχής του. Δούλεψε με τον Mark Diesen, τον Robert Byrne, τον Yasser Seirawan, τον Φιλιππινέζο Eugene Torre και τον Γερμανό Robert Hübner.
Το σημαντικότερο κεφάλαιο ήταν όμως ο Nigel Short. Ο Kavalek τον προπόνησε στο Ιντερζονάλ της Μανίλα το 1990 και στην εκπληκτική πορεία του στα ματς των Υποψηφίων με αντιπάλους τους Jonathan Speelman, Boris Gelfand, τον πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή Anatoly Karpov και τέλος τον Jan Timman — μια σειρά νικών που οδήγησε τον Άγγλο στο ματς για το παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1993 απέναντι στον Garry Kasparov. Οι δυο τους χώρισαν λίγο μετά την έναρξη εκείνου του ματς, το οποίο ο Kasparov κέρδισε άνετα, και ακολούθησε μια δημόσια ανταλλαγή πυρών σε σκακιστικά περιοδικά, με τον καθένα να κατηγορεί τον άλλον. Ήταν, όπως πολλά στη ζωή του Kavalek, μια σχέση με μεγάλη ένταση και άσχημο τέλος — αλλά όχι χωρίς αναγνώριση. Τη μέρα του θανάτου του, το 2021, ο Short έγραψε ότι λυπάται για την απώλεια του παλιού του προπονητή και ότι «ό,τι του έλειπε σε πρωτοτυπία, το αναπλήρωνε στη συγκέντρωση υλικού και στην οργάνωση της δουλειάς — μια ιδιαίτερη αδυναμία δική μου — και γι' αυτό του είμαι αιώνια ευγνώμων».
Το 1984 ήταν αρχηγός και αναλυτής της ομάδας του Κόσμου απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, στο δεύτερο «Ματς του Αιώνα» στο Λονδίνο.
Ο διοργανωτής, ο δημοσιογράφος, ο δάσκαλος

Ελάχιστοι τομείς του σκακιού έμειναν ανέγγιχτοι από τον Kavalek. Ήταν ο κύριος διοργανωτής του Μόντρεαλ 1979. Ως εκτελεστικός διευθυντής της Ένωσης Γκρανμαιτρ (GMA) οργάνωσε την πρώτη σειρά του World Cup το 1988–89, όταν οι κορυφαίοι επιχείρησαν να πάρουν στα χέρια τους την τύχη του επαγγελματικού σκακιού. Το 1990 διοργάνωσε το «Prague 90» υπό την αιγίδα του προέδρου Václav Havel — μια συμβολική επιστροφή στην πόλη που τον είχε διαγράψει.
Η γραφή τον συνόδευε πάντα. Ήταν αρχισυντάκτης του σκακιστικού τμήματος των εκδόσεων RHM στη Νέα Υόρκη από το 1973 ως το 1986 και υπέγραφε τη σκακιστική στήλη της Washington Post από το 1986 ως τις 4 Ιανουαρίου 2010 — σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα. Τον Μάιο του 2010 συνέχισε στη Huffington Post, ενώ αρθρογραφούσε επίσης στην ChessBase και στο British Chess Magazine (1994–2010). Τα βιβλία του περιλαμβάνουν τη μελέτη για τη Βαριάντα Najdorf μαζί με τους Efim Geller, Svetozar Gligorić και Boris Spassky (RHM, 1976), το βιβλίο του τουρνουά Wijk aan Zee 1975 — που ο εκδότης του χαρακτήρισε ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία τουρνουά όλων των εποχών — το World Cup Chess (1990) και ένα τσεχικό βιβλίο για το Τίλμπουργκ 1977.
Από το 1989 ως το 1993 ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής που επέλεγε τις καλύτερες και σημαντικότερες παρτίδες για το Chess Informant — μια θέση που δίνεται μόνο σε ανθρώπους των οποίων την κρίση εμπιστεύεται όλος ο κλάδος. Παράλληλα δίδασκε: η Ουάσιγκτον της δεκαετίας του '70 και του '80 απέκτησε, χάρη σε αυτόν, μια σκακιστική σκηνή δυσανάλογη προς το μέγεθός της. Το 1976 ήταν ο πρώτος παίκτης της ομάδας «Washington Plumbers» που κέρδισε το National Chess League — μια λεπτομέρεια που λέει πολλά για την προθυμία του να μπει σε κάθε λογής σκακιστικό εγχείρημα, όσο ταπεινό κι αν φαινόταν.
Το 2001 εισήχθη στο Hall of Fame του αμερικανικού σκακιού και το 2006 στη Gallery of Distinguished Chess Journalists, ενώ κέρδισε βραβεία της Ένωσης Σκακιστικών Δημοσιογράφων Αμερικής για την καλύτερη στήλη εφημερίδας. Παρέμεινε στους 100 κορυφαίους παίκτες του κόσμου αδιάλειπτα από τα τέλη του 1962 ως τον Σεπτέμβριο του 1988.
Το επίμετρο
Ο Kavalek πέθανε ήσυχα στον ύπνο του, στο σπίτι του στο Reston της Βιρτζίνια, στις 18 Ιανουαρίου 2021, σε ηλικία 77 ετών. Άφησε πίσω του τη σύζυγό του Irena, με την οποία ήταν παντρεμένος 49 χρόνια, έναν γιο και έναν εγγονό.
Είναι δύσκολο να τον κατατάξεις. Δεν έφτασε ποτέ στα ματς των Υποψηφίων, παρότι προκρίθηκε σε πολλά Ιντερζονάλ (1967, 1976 όπου τερμάτισε έβδομος στη Μανίλα, 1979 και 1987). Δεν ήταν ποτέ διεκδικητής του τίτλου. Και πάντως δεν είχε ποτέ την πολυτέλεια που είχαν οι Σοβιετικοί αντίπαλοί του: ένα κράτος που τους πλήρωνε για να παίζουν σκάκι. Ό,τι έχτισε, το έχτισε ως μετανάστης, με δύο και τρεις δουλειές ταυτόχρονα — παίκτης, εκδότης, αρθρογράφος, προπονητής, διοργανωτής. Αν όμως μετρήσει κανείς τη συνολική παρουσία — τον σκακιστή στο Νο 10 του κόσμου, τον προπονητή που βοήθησε τον Fischer στο Ρέικιαβικ και τον Short απέναντι στον Karpov, τον διοργανωτή που έφερε το World Cup και το «Prague 90», τον αρθρογράφο που για 24 χρόνια δίδασκε σκάκι στους αναγνώστες της Washington Post — τότε ελάχιστοι της γενιάς του άφησαν τόσο πλατύ αποτύπωμα.
Ίσως το πιο εύγλωττο σχόλιο να ήρθε από έναν παίκτη μιας εντελώς άλλης γενιάς. Ο Ουκρανός πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής της FIDE Ruslan Ponomariov τον αποχαιρέτησε ως «αληθινό θρύλο του σκακιού», γράφοντας ότι ως μικρό παιδί εμπνεύστηκε από το παίξιμό του για να μελετήσει σοβαρά το άθλημα. Ένας σκακιστής που πέθανε το 2021, και του οποίου οι παρτίδες του 1962 έστελναν ακόμη παιδιά στη σκακιέρα τη δεκαετία του '90: αυτό είναι, τελικά, ο ορισμός της υστεροφημίας.