chess.gr
chess.gr · Νέα · Η ιστορία του Σκακιού

Krum Georgiev: Ο Βούλγαρος με την ελληνική ψυχή που κέρδισε τον Kasparov

Από Νίκος Σαρακενίδης ·


Παιδί Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, Βούλγαρος γκρανμαίτρ, θαμώνας του ελληνικού διασυλλογικού — και ο άνθρωπος που κέρδισε τον Kasparov στη Μάλτα.


Στις 31 Ιουλίου 2024, στη Σόφια, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 66 ετών ο γκρανμαίτρ Krum Ivanov Georgiev (Крум Иванов Георгиев). Ο ομώνυμος —αλλά χωρίς συγγένεια— συμπατριώτης του Kiril Georgiev έγραψε τότε: «Σήμερα είναι μια θλιβερή μέρα για το βουλγαρικό σκάκι. Χάσαμε τον γκρανμαίτρ Krum Georgiev. Ήταν περισσότερο γνωστός για τη νίκη του επί του μετέπειτα παγκόσμιου πρωταθλητή Garry Kasparov σε μια τρελή παρτίδα, στην Ολυμπιάδα της Μάλτας το 1980.»


Στην Ελλάδα, όμως, η είδηση διαβάστηκε αλλιώς. Γιατί ο Krum Georgiev δεν ήταν απλώς ένας ξένος γκρανμαίτρ που πέρασε από τα ελληνικά τουρνουά. Ήταν, με κάθε ουσιαστική έννοια και δικός μας.


Γεννήθηκε στις 24 Μαΐου 1958 στο Παζαρτζίκ της Βουλγαρίας. Και οι δύο γονείς του ήταν Έλληνες, από εκείνο το κύμα ανθρώπων που βρέθηκαν στη Βουλγαρία στα χρόνια που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο — η ιστορία των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στις χώρες του ανατολικού μπλοκ είναι από τις πιο υποφωτισμένες σελίδες του 20ού αιώνα και ο Georgiev ήταν ένα από τα παιδιά της. Μεγάλωσε δίγλωσσος, με βουλγαρικό διαβατήριο αλλά και ελληνική υπηκοότητα και μιλούσε τα ελληνικά αρκετά καλά ώστε να αστειεύεται σε αυτά με τους Έλληνες φίλους του — που δεν ήταν λίγοι.


Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες βρέθηκαν μετά το 1949 στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία και τη Σοβιετική Ένωση. Έχτισαν εκεί ζωές, γέννησαν παιδιά, τα μεγάλωσαν με δύο γλώσσες και μια διαρκή αίσθηση εκκρεμότητας. Πολλά από αυτά τα παιδιά διέπρεψαν στα αθλήματα και στις επιστήμες των χωρών υποδοχής τους, κρατώντας ταυτόχρονα ζωντανή τη σχέση με την Ελλάδα. Ο Krum Georgiev ήταν ένα από αυτά, και το σκάκι —ένα άθλημα που στις σοσιαλιστικές χώρες απολάμβανε κρατική στήριξη, οργανωμένες σχολές και επαγγελματική διαδρομή— ήταν ο δρόμος του. Το ιδιαίτερο στη δική του περίπτωση είναι ότι, όταν άνοιξαν τα σύνορα, δεν επέλεξε ούτε τη μία ούτε την άλλη πλευρά: έζησε και στις δύο.

Το ταλέντο και το ζενίθ


Ο Georgiev ανήκε στη γενιά που ενηλικιώθηκε σκακιστικά στα τέλη της δεκαετίας του '70. Αγωνίστηκε στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα Νέων του 1976/77 και 1977, καθώς και στο Ευρωπαϊκό Νέων 1977/78, και το 1977, μόλις δεκαεννιά ετών, κατέκτησε τον τίτλο του Διεθνούς Μετρ.


Εδώ αρχίζει το πιο ενδιαφέρον —και πιο πικρό— κομμάτι της ιστορίας του. Ο τίτλος του γκρανμαίτρ ήρθε μόλις το 1988, έντεκα ολόκληρα χρόνια μετά. Ένας παίκτης που στα είκοσι δύο του κέρδιζε τον Kasparov και που καθιερώθηκε ως βασικό στέλεχος της εθνικής Βουλγαρίας σε Ολυμπιάδες και ομαδικά Πανευρωπαϊκά, χρειάστηκε μια δεκαετία για να πάρει τον τίτλο που σήμερα κατακτούν έφηβοι. Ο λόγος δεν ήταν μόνο η ασφυκτική στενότητα του συστήματος των νορμών σε μια εποχή που οι γκρανμαίτρ σε ολόκληρο τον πλανήτη δεν ξεπερνούσαν τους 250.


Ο πραγματικός λόγος ήταν η καρδιά του. Όπως θυμάται ο Έλληνας γκρανμαίτρ και προπονητής Στράτος Γρίβας, στενός φίλος του Georgiev από το 1982, ο Βούλγαρος διαγνώστηκε αρκετά νωρίς με σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα και αναγκάστηκε να αποφεύγει ακριβώς εκείνο που ήταν το φυσικό του στοιχείο: τις περίπλοκες, χαοτικές θέσεις που οδηγούν σε πίεση χρόνου. «Ήταν εξαιρετικός στα τακτικά και λάτρευε τις πολύπλοκες παρτίδες», γράφει ο Γρίβας, «γεγονός που κατέστρεψε την πολλά υποσχόμενη καριέρα του» όταν ο ίδιος του ο οργανισμός τού απαγόρευσε αυτό το στιλ.


Κι όμως, η καμπύλη του δεν έπεσε ποτέ απότομα. Το ανώτατο Elo του, 2532, το πέτυχε τον Ιούλιο του 2000 — στα σαράντα δύο του. Έπαιζε ακόμη ενεργά τη δεκαετία του 2020, με καταγεγραμμένες παρτίδες στο τουρνουά Ropotamo το 2022, σαράντα πέντε χρόνια μετά τα πρώτα του διεθνή βήματα.

Μάλτα, 25 Νοεμβρίου 1980

Το εξώφυλλο του προγράμματος της Ολυμπιάδας της Μάλτας


Η παρτίδα του που έκανε τον γύρο του πλανήτη παίχτηκε στον 5ο γύρο της 24ης Σκακιστικής Ολυμπιάδας, στη Βαλέτα της Μάλτας.


Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος του αποτελέσματος, χρειάζεται το πλαίσιο. Ο Garry Kasparov ήταν δεκαεπτά ετών και μόλις είχε καθαρίσει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Νέων του Ντόρτμουντ, 17 ως 30 Αυγούστου 1980, με 10½/13 χωρίς καμία ήττα, ενάμιση βαθμό μπροστά από τον δεκαπεντάχρονο Nigel Short. Έφτανε στη Μάλτα ως Διεθνής Μετρ με 2595 Elo — ο τίτλος του γκρανμαίτρ επικυρωνόταν εκείνες ακριβώς τις εβδομάδες — και ήταν, κατά τους δείκτες Chessmetrics, ήδη ο τρίτος ισχυρότερος παίκτης του κόσμου, πίσω μόνο από τους Karpov και Korchnoi. Στη σοβιετική ομάδα, με τους Karpov, Polugaevsky, Tal, Geller και Balashov στις πρώτες σκακιέρες, το θηρίο του Μπακού αγωνιζόταν ως δεύτερος αναπληρωματικός. Απέναντί του κάθισε ένας εικοσιδυάχρονος Βούλγαρος IM.

Ο δεκαεπτάχρονος Garry Kasparov στη Βαλέτα, Νοέμβριος 1980


Το 1980, με άλλα λόγια, ήταν η χρονιά που ο κόσμος συνειδητοποίησε τι ερχόταν. Ο Mikhail Botvinnik, ο άνθρωπος που τον είχε πάρει στη σχολή του, έλεγε ήδη δημοσίως ότι το μέλλον του σκακιού βρισκόταν στα χέρια αυτού του παιδιού — και οι ειδικοί τον τοποθετούσαν στην εξάδα του πλανήτη προτού καλά καλά ενηλικιωθεί. Το να πάρεις μια παρτίδα από τον Kasparov εκείνη τη σεζόν ήταν στατιστική ανωμαλία.


Το ματς έληξε 2-2. Ο Karpov έκανε ισοπαλία με τον Ermenkov, ο Polugaevsky με τον Tringov, ο Tal κέρδισε τον Ivan Radulov. Ο μοναδικός ολόκληρος βαθμός που πήραν οι Βούλγαροι ήρθε από την τέταρτη σκακιέρα τους.


Παίχτηκε Σικελική Άμυνα, Βαριάντα Najdorf, 6.Bg5 e6 7.f4 Qc7 8.Qf3 b5 9.0-0-0 b4 10.e5 Bb7. Και τότε ο Georgiev έπαιξε το 11.Ncb5!, θυσιάζοντας ίππο για να ανοίξει τις γραμμές. Μετά το 11...axb5 12.Bxb5+, ο Kasparov απάντησε 12...Nfd7 — και εδώ η παρτίδα πέρασε στα κιτάπια της θεωρίας. Ακολούθησε 13.Nxe6!, δεύτερη θυσία κομματιού, 13...fxe6 14.Qh3 Kf7 15.f5: ο λευκός είχε δώσει δύο ολόκληρα κομμάτια και σε αντάλλαγμα είχε έναν γυμνό μαύρο βασιλιά στο κέντρο της σκακιέρας και μια επίθεση που έτρεχε μόνη της.

Η αίθουσα των αγώνων στη Βαλέτα, με τις πινακίδες των ομάδων στον τοίχο


Ο Kasparov αμύνθηκε με τη γνωστή του ευρηματικότητα (15...Be4 16.fxe6+ Kg8 17.Qb3 Bxc2 18.Qxc2 Qxc2+ 19.Kxc2 Nxe5), ανταλλάσσοντας βασίλισσες και επιστρέφοντας υλικό για να επιβιώσει. Αλλά μετά το 20.e7! και 20...Bxe7 21.Bxe7, το φινάλε ήταν στρατηγικά χαμένο: ο Georgiev είχε πύργους και αξιωματικούς απέναντι σε πύργους και ίππους, με τα μαύρα πιόνια διαλυμένα. Ο νεαρός Σοβιετικός αρνήθηκε να παραδοθεί και πάλεψε μέχρι την 63η κίνηση, όταν πλέον δεν υπήρχε τίποτα να παλέψει.


Η παρτίδα έχει και ένα δεύτερο, αμφιλεγόμενο επεισόδιο. Γύρω στην 21η κίνηση, ο Kasparov ισχυρίστηκε ότι ο αντίπαλός του είχε ακουμπήσει άλλο κομμάτι από αυτό που έπαιξε — αν ο κανόνας του «touch move» εφαρμοζόταν, ο Βούλγαρος θα έχανε πύργο και θα παραδιδόταν επί τόπου. Ο Georgiev το αρνήθηκε. Ο επικεφαλής διαιτητής της διοργάνωσης, ο Γερμανός Lothar Schmid —ο ίδιος που είχε διαιτητεύσει το Fischer–Spassky οκτώ χρόνια νωρίτερα— δεν δέχτηκε την ένσταση και επέτρεψε στον Βούλγαρο να συνεχίσει. Ο Kasparov επανήλθε στο θέμα δεκαετίες αργότερα, στο βιβλίο του Garry Kasparov on Garry Kasparov, Part I, σημειώνοντας ότι ο Karpov συμφωνούσε μαζί του — αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι ένας συμπαίκτης δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί αμερόληπτος μάρτυρας. Το αποτέλεσμα, πάντως, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ: 1-0.

Ο Lothar Schmid με τον πρόεδρο της FIDE Friðrik Ólafsson στη Μάλτα


Θεωρητικά, η παρτίδα άφησε βαθύ αποτύπωμα. Το 12...Nfd7 του Kasparov αποδείχθηκε ανακρίβεια· η θεωρία στράφηκε στο 12...Nbd7, και λίγο αργότερα ανακαλύφθηκε το εντυπωσιακό αντίδοτο 13...b3!, που εμφανίστηκε πρώτη φορά στην παρτίδα Kosten–Kuligowski, Λονδίνο 1981. Δηλαδή: μια από τις πιο σημαντικές θεωρητικές συζητήσεις της Najdorf στις αρχές της δεκαετίας του '80 ξεκίνησε από αυτήν την παρτίδα.


Η μετέπειτα φήμη της παρτίδας είναι από μόνη της ενδεικτική. Έγινε αντικείμενο δεκάδων συλλογών σε βάσεις δεδομένων και ανθολογιών με τίτλους όπως «Θαυμάσιες παρτίδες από άγνωστους», «Οι Βούλγαροι νικούν παγκόσμιους πρωταθλητές» ή «Πολύ καλό για να είναι αληθινό». Το 2022, σαράντα δύο χρόνια μετά, ανακηρύχθηκε «Παρτίδα της Ημέρας» στη μεγαλύτερη βάση δεδομένων του διαδικτύου, με ένα λογοπαίγνιο στον τίτλο πάνω στο όνομα του νικητή. Σχολιάστηκε σε βιβλία θεωρίας για τη Najdorf, αναλύθηκε από μηχανές που κάποτε δυσκολεύονταν να καταλάβουν τι ακριβώς έκανε ο λευκός στις πρώτες δεκαπέντε κινήσεις και συνεχίζει να διδάσκεται ως υπόδειγμα του τι σημαίνει «αντάλλαγμα» όταν έχεις δώσει δύο κομμάτια.


Ένα τελευταίο πικάντικο και αφορά πάλι τον Kasparov. Η Σοβιετική Ένωση πήρε το χρυσό με 39 βαθμούς, ισόβαθμη με την Ουγγαρία, σε διαφορά Buchholz ενάμιση βαθμού. Ο δεκαεπτάχρονος τελείωσε με 9½ στα 12 και στην τελετή λήξης πήρε στα χέρια του το ασημένιο μετάλλιο της έκτης σκακιέρας. Του το ζήτησαν πίσω λίγο αργότερα, όταν βρέθηκε ότι είχε ξεχαστεί μια νίκη του Andrew Borg της Μάλτας Β΄ στα στατιστικά. Το μετάλλιο έγινε χάλκινο.

Οι σχέσεις με την Ελλάδα


Αν κάποιος ανοίξει τα αρχεία του ελληνικού διασυλλογικού πρωταθλήματος από τη δεκαετία του '80 και μετά, θα συναντήσει το όνομά του ξανά και ξανά. Ο Krum Georgiev δεν ήταν «μεταγραφή» με τη σημερινή, εμπορική έννοια. Ήταν άνθρωπος που κινούνταν φυσικά ανάμεσα στη Σόφια και την Αθήνα, με διπλή υπηκοότητα και διπλή αίσθηση του ανήκειν.


Ο κατάλογος των ελληνικών ομάδων στις οποίες αγωνίστηκε είναι εντυπωσιακός σε γεωγραφικό εύρος: Ο.Α.Α. Ηρακλείου, Σ.Α. «Γαλαξίας» Θεσσαλονίκης, «Παλαμήδης Ευβοέων», Α.Σ. Παπάγου, Σ.Α. Κορινθίας «Αργοναύτης», Σκακιστική Επικοινωνία Ηρακλείου Αττικής, Σ.Ο. Κατερίνης και Πανελλήνιος Γ.Σ. Από την Κρήτη ως την Πιερία και από την Εύβοια ως την Κορινθία — ελάχιστοι ξένοι γκρανμαίτρ έχουν τόσο πυκνό αποτύπωμα στον χάρτη του ελληνικού συλλογικού σκακιού.


Παράλληλα, συμμετείχε σε δεκάδες διεθνή τουρνουά που διοργανώθηκαν στην Ελλάδα — ανάμεσά τους αυτό στη μνήμη του Παπαναστασίου το 1983 — σε μια εποχή που το ελληνικό σκάκι έβγαινε από την απομόνωση και οι ισχυροί βαλκάνιοι επισκέπτες ήταν το μέτρο σύγκρισης για μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων παικτών.


Η παρουσία του, επίσης, συνέπεσε με μια κρίσιμη μεταβατική περίοδο. Στη δεκαετία του '80 το ελληνικό σκάκι δεν διέθετε ακόμη γκρανμαίτρ. Οι πρώτοι ελληνικοί τίτλοι ήρθαν το 1990, με τον Βασίλη Κοτρώνια και τον Σπύρο Σκεμπρή. Οι Έλληνες σκακιστές μάθαιναν κυρίως παίζοντας απέναντι σε ξένους επισκέπτες και οι Βούλγαροι —γείτονες, ισχυροί, με οργανωμένη σχολή— ήταν οι πιο συχνοί και οι πιο διδακτικοί. Στην περίπτωση του Georgiev, όμως, δεν υπήρχε καν το εμπόδιο της γλώσσας: μπορούσε να αναλύσει, να εξηγήσει, να διδάξει στα ελληνικά. Αυτό τον έκανε πολύτιμο με τρόπο που δεν αποτυπώνεται σε καμία βαθμολογία.


Η φιλία του με τον Γρίβα —ο οποίος αργότερα θα γινόταν ο πιο διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας προπονητής— ξεκίνησε γύρω στο 1982 και κράτησε μέχρι το τέλος. Ο Georgiev ήταν τακτικός επισκέπτης στο σπίτι του Γρίβα στην Αθήνα· ο Γρίβας, με τη σειρά του, επισκέφθηκε το Παζαρτζίκ γύρω στο 1985, όπου γνώρισε τους γονείς του φίλου του. Από εκείνη τη σχέση προέρχεται και το ωραιότερο απόσπασμα που έχουμε για τον χαρακτήρα του: κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '80, ο Γρίβας ξεσπούσε για άλλη μια χαμένη ευκαιρία νόρμας γκρανμαίτρ. «Μην ανησυχείς, φίλε μου», του απάντησε ο Georgiev. «Κάποια μέρα όλοι θα είναι γκρανμαίτρ.» Τότε ήταν αστείο. Σαράντα χρόνια μετά, με πάνω από 2.000 γκρανμαίτρ, μοιάζει με προφητεία.

Ο Στράτος Γρίβας


Η σχέση του με την Ελλάδα δεν σταμάτησε ούτε στα ώριμα χρόνια του. Τον Αύγουστο του 2012, το σκακιστικό τμήμα του Μ.Γ.Σ. Εθνικού Αλεξανδρούπολης τον έφερε για πέντε ημέρες στη Θράκη, για να παραδώσει μαθήματα σε ντόπιους σκακιστές — μια πρόσκληση ανοιχτή σε όποιον ήθελε να μάθει από έναν άνθρωπο που είχε κερδίσει τον Kasparov. Εκείνη την περίοδο αγωνιζόταν και στη Γαλλία, με τα χρώματα της Τουλούζης, όπως έκαναν πολλοί ανατολικοευρωπαίοι επαγγελματίες της γενιάς του που ζούσαν από τα ομαδικά πρωταθλήματα και τα ανοιχτά τουρνουά.

Ο επαγγελματίας


Πέρα από τη Μάλτα, η καριέρα του Georgiev έχει αρκετά που αξίζουν μνεία. Αγωνίστηκε σε έξι Ολυμπιάδες με την εθνική Βουλγαρίας -Μάλτα 1980, Ντουμπάι 1986, Θεσσαλονίκη 1988, Νόβι Σαντ 1990, Μανίλα 1992, Ισταμπούλ 2000- με 29½ βαθμούς σε 51 παρτίδες. Η τρίτη του ήταν στη Θεσσαλονίκη, στην 4η σκακιέρα, σε μια αίθουσα γεμάτη Έλληνες που τον ήξεραν ήδη. Πρόσθεσε και τρία ομαδικά Πανευρωπαϊκά, στη Σκάρα το 1980, στο Πλόβντιβ το 1983 και στη Χάιφα το 1989, όπου έμεινε αήττητος. Στα εθνικά πρωταθλήματα Βουλγαρίας ήταν σταθερή παρουσία στα χρόνια της κυριαρχίας των Ivan Radulov και του Kiril Georgiev, σε μια εποχή που το βουλγαρικό σκάκι έστελνε ασταμάτητα ταλέντα προς τα πάνω, μια πορεία που θα κορυφωνόταν με τον Veselin Topalov.


Η σύγκριση με τον συνονόματό του είναι διαφωτιστική. Ο Kiril Georgiev, επτά χρόνια νεότερος, κέρδισε το Παγκόσμιο Νέων το 1983, πήρε τον τίτλο του γκρανμαίτρ το 1985, έφτασε στο Νο 9 του κόσμου και σε Elo 2695. Ο Krum είχε παρόμοιο ταλέντο και σαφώς πιο αιχμηρό στυλ, αλλά διαφορετική τύχη με το σώμα του και με τον χρόνο. Στο σκάκι, όπως και αλλού, η διαφορά ανάμεσα σε μια καριέρα κορυφής και μια αξιοπρεπή επαγγελματική διαδρομή είναι συχνά μικρότερη από όσο δείχνουν τα νούμερα — και σχεδόν ποτέ αποκλειστικά θέμα ταλέντου.

Ο Kiril Georgiev, ο άλλος Georgiev του βουλγαρικού σκακιού


Στο Ντουμπάι, στον 11ο γύρο της Ολυμπιάδας του 1986, κέρδισε τον Σοβιετικό γκρανμαίτρ Vitaly Tseshkovsky σε 33 κινήσεις. Η παρτίδα αξίζει μια ματιά για το άνοιγμα και μόνο: Ισπανική με την άμυνα Bird, 3...Nd4, που δεν συναντάς συχνά σε αυτό το επίπεδο. Ο Georgiev απάντησε με το ήσυχο 4.Ba4 αντί για το συνηθισμένο 4.Nxd4. Είναι στο αρχείο παρτίδων στο τέλος. Η μακρά, δεύτερη φάση της καριέρας του τον βρήκε στα μεγάλα ευρωπαϊκά ανοιχτά τουρνουά: Cappelle-la-Grande, Γένοβα, Καμπομπάσο, Μισλένιτσε, δεκάδες άλλα. Ήταν, με άλλα λόγια, ο τυπικός επαγγελματίας της εποχής πριν τους σπόνσορες και το streaming: ένας άνθρωπος που ταξίδευε με μια βαλίτσα και ένα σκακιστικό ρεπερτόριο, ζώντας από τα έπαθλα και τα συμβόλαια με συλλόγους.


Οι αντίπαλοί του θυμούνται μια συγκεκριμένη ιδιότητα: την ψυχραιμία του στην πίεση χρόνου. Παίκτες που λατρεύουν το χάος συνήθως το πληρώνουν στο ρολόι· ο Georgiev όχι μόνο δεν το φοβόταν, αλλά το επιδίωκε, θεωρώντας το μέρος του αγώνα. Το γεγονός ότι αργότερα, για ιατρικούς λόγους, χρειάστηκε να απαρνηθεί ακριβώς αυτό το κομμάτι του παιξίματός του, εξηγεί καλύτερα από κάθε στατιστική γιατί η καριέρα του δεν έφτασε εκεί που φαινόταν να πηγαίνει το 1980.


Στα ανοίγματα, με τα λευκά, ήταν άνθρωπος του 1.e4 και ειδικός στα σικελικά σχήματα — τόσο στα κοφτερά, όπως εκείνο της Μάλτας, όσο και στα πιο τεχνικά, όπως η Βαρίαντα της Μόσχας (2.Nf3 d6 3.Bb5+), που έπαιξε δεκάδες φορές.

Η υστεροφημία


Το 1988, όταν επιτέλους ήρθε ο τίτλος του γκρανμαίτρ, ο Georgiev ήταν τριάντα ετών και είχε ήδη πίσω του μια δεκαετία στο υψηλότερο διεθνές επίπεδο. Δεν είναι σαφές αν το πανηγύρισε ιδιαίτερα. Από τη μαρτυρία των φίλων του βγαίνει η εικόνα ενός ανθρώπου που είχε από νωρίς κάνει ειρήνη με το γεγονός ότι το σκάκι δίνει και παίρνει αυθαίρετα και που προτιμούσε να μιλάει για τις παρτίδες παρά για τους τίτλους.


Ο Γρίβας τον περιέγραψε ως «μετριόφρονα, πρόθυμο και πάντα θετικό», έναν εξαιρετικό επαγγελματία στη δουλειά του και πολύ δυνατό παίκτη πάνω στη σκακιέρα. Είναι, ίσως, το είδος του σκακιστή που η ιστορία αδικεί συστηματικά: όχι αρκετά κορυφαίος για μονογραφίες, αλλά αρκετά καλός ώστε να αφήνει τραύματα στους κορυφαίους.


Και ίσως αυτό να είναι το πιο δίκαιο επίγραμμα για εκείνον. Η νίκη στη Μάλτα δεν ήταν τυχαία, ούτε ήταν αποτέλεσμα σφάλματος ενός παιδιού. Ήταν μια βαθιά προετοιμασμένη, τολμηρή, τεχνικά άψογα ολοκληρωμένη επίθεση απέναντι σε έναν άνθρωπο που τα επόμενα είκοσι χρόνια δεν θα έχανε σχεδόν από κανέναν. Σε ολόκληρο το 1980 ο Kasparov αγωνίστηκε στη Σκάρα, στο Μπακού, στο Ντόρτμουντ και στη Μάλτα και έχασε μία μόνο παρτίδα. Αυτή.


Υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, πιο μελαγχολική. Η ιστορία του Georgiev είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε τη ζωή του ανάμεσα σε δύο πατρίδες, δύο γλώσσες και δύο σκακιστικές κουλτούρες, χωρίς ποτέ να ανήκει απολύτως πουθενά — και ταυτόχρονα ανήκοντας σε δύο μέρη ταυτόχρονα. Πέθανε στη Σόφια, με βουλγαρικό επώνυμο και ελληνικό αίμα, κλαίγοντάς τον οι σκακιστές και των δύο χωρών. Στα σχόλια των βουλγαρικών ιστοσελίδων ήταν «δικός μας»· στα ελληνικά, το ίδιο. Δεν είναι μικρό επίτευγμα, για κάποιον που έζησε από μια σκακιέρα.


Οι Έλληνες σκακιστές που τον γνώρισαν στα σαλόνια της Αθήνας, στα ομαδικά της Α΄ Εθνικής, στα ανοιχτά της Κρήτης και της Πιερίας, ή σε εκείνες τις πέντε ημέρες στην Αλεξανδρούπολη, δεν χρειάζονται πάντως καμία περαιτέρω τεκμηρίωση. Ήξεραν ότι απέναντί τους καθόταν κάποιος δικός τους — που έτυχε να έχει κερδίσει τον Garry Kasparov.

Αναμνηστικό της Ολυμπιάδας της Μάλτας, 1980

Οι παρτίδες

abcdefgh87654321

Georgiev, Krum (2455) – Kasparov, Garry (2595), 1-0

1.e4 c5 2.Nf3 d6 3.d4 cxd4 4.Nxd4 Nf6 5.Nc3 a6 6.Bg5 e6 7.f4 Qc7 8.Qf3 b5 9.O-O-O b4 10.e5 Bb7 11.Ncb5 axb5 12.Bxb5+ Nfd7 13.Nxe6 fxe6 14.Qh3 Kf7 15.f5 Be4 16.fxe6+ Kg8 17.Qb3 Bxc2 18.Qxc2 Qxc2+ 19.Kxc2 Nxe5 20.e7 Bxe7 21.Bxe7 Nbc6 22.Bxd6 Ra5 23.Rd5 Rxb5 24.Rxb5 Nd4+ 25.Kb1 Nxb5 26.Bxe5 Kf7 27.Rc1 Ke6 28.Rc5 Nd6 29.Kc2 Rf8 30.Bd4 Rf1 31.Re5+ Kd7 32.Bc5 Kc6 33.Bxb4 Rf2+ 34.Kc1 Nb7 35.Rg5 g6 36.a3 Re2 37.Kb1 Rf2 38.Ka2 Nd8 39.Rc5+ Kb7 40.Rd5 Nc6 41.Bc3 Rxg2 42.Rd7+ Kb6 43.Rxh7 Kb5 44.Kb3 Rg4 45.Rd7 Rh4 46.Rd2 Rh3 47.Rg2 Nd4+ 48.Ka2 Nf5 49.Be5 Re3 50.Bb8 Re6 51.Rg4 Ne7 52.Bg3 Nc6 53.a4+ Kc5 54.Ka3 Rf6 55.b3 Kd5 56.Rg5+ Ke4 57.Rc5 Re6 58.a5 Kd3 59.b4 Nd4 60.Be5 Nf3 61.Bb2 Nd2 62.Rc3+ Ke2 63.Ka4 1-0