chess.gr
chess.gr · Νέα · Βιβλιοκριτικές

Η τέχνη της ανταλλαγής — διπλή βιβλιοκριτική στον Eduardas Rozentalis

Από Νίκος Σαρακενίδης ·

Φωτό: Paweł Suwarski, Poland — Wikimedia Commons (Public domain)


Eduardas Rozentalis, «The Correct Exchange in the Endgame» (Thinkers Publishing, 2η έκδοση 2018) και «To Exchange or Not? The Ultimate Workbook» (Thinkers Publishing, 2020)


Υπάρχει μια απόφαση που κάθε σκακιστής παίρνει δεκάδες φορές μέσα σε μία μόνο παρτίδα και που, παραδόξως, σχεδόν κανένα εγχειρίδιο δεν διδάσκει με μέθοδο: να ανταλλάξω ή να μην ανταλλάξω; Είναι η πιο συχνή και ταυτόχρονα η πιο αόρατη κρίση της σκακιέρας — αόρατη ακριβώς επειδή είναι πανταχού παρούσα. Τα περισσότερα βιβλία για τα φινάλε μάς μαθαίνουν τι είναι το φινάλε: τη θεωρία των φινάλε πιονιών, τα φινάλε πύργου, τις κρίσιμες θέσεις που πρέπει να ξέρουμε απ' έξω. Λίγα όμως καταπιάνονται με το αν — με την ίδια τη διαδικασία της απόφασης, τη στιγμή πριν το χέρι απλώσει προς το κομμάτι. Ο Λιθουανός γκρανμάστερ Eduardas Rozentalis έγραψε δύο βιβλία που κάνουν ακριβώς αυτό και μάλιστα το κάνουν με μια συνέπεια που τα μετατρέπει σε ενιαίο εκπαιδευτικό εγχείρημα: πρώτα το θεωρητικό «The Correct Exchange in the Endgame» και έπειτα το συνοδευτικό βιβλίο ασκήσεων «To Exchange or Not? The Ultimate Workbook». Θεωρία και εξάσκηση, μέθοδος και προπόνηση.

Ο συγγραφέας


Ο Eduardas Rozentalis (γενν. 27 Μαΐου 1963, Βίλνιους) ανήκει σε εκείνη τη γενιά των μετασοβιετικών επαγγελματιών που έμαθαν το σκάκι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Η μητέρα του, Ilana Rozentalienė, υπήρξε δύο φορές πρωταθλήτρια Λιθουανίας· ο πατέρας του ανήκε στην εθνική νέων. Όπως ο ίδιος έχει πει με χιούμορ, «πρακτικά δεν είχα άλλη επιλογή». Έγινε διεθνής μετρ το 1987 και γκρανμάστερ το 1991, ενώ για πολλά χρόνια υπήρξε ο υψηλότερα βαθμολογημένος Λιθουανός στη λίστα της FIDE. Η κορύφωσή του ήρθε τον Ιανουάριο του 1997, με βαθμολογία 2650 και θέση Νο. 19 στον κόσμο — ελίτ επίπεδο για μια χώρα που, όπως αστειευόταν, ζει και αναπνέει για το μπάσκετ και όχι για τη σκακιέρα.


Το αγωνιστικό του βιογραφικό είναι μακρύ και σταθερό: πρωταθλητής Λιθουανίας (1981, 1983 από κοινού, 2002), πρώτος στο Canadian Open (1995 και 2008), νικητής σε Rilton Cup, στο Ασουνσιόν και στο Wijk aan Zee, ενώ αγωνίστηκε στο πρώτο τραπέζι της εθνικής του σε πλήθος Ολυμπιάδων από το 1992 κι έπειτα. Το εντυπωσιακό είναι η διάρκεια: το 2026 παραμένει ενεργός και βαθμολογημένος, με ένα rating που τον κρατά ακόμη πάνω από πολλούς που έχουν τα μισά του χρόνια. Το ύφος του, με δικά του λόγια, είναι «αυστηρά ποζισιονέλ» και τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για τα φινάλε. Αυτή ακριβώς η αυτοπεριγραφή είναι το κλειδί για να καταλάβει κανείς γιατί τα δύο βιβλία που ακολουθούν ηχούν τόσο αυθεντικά: δεν είναι ένας θεωρητικός που γράφει για ένα ξένο πεδίο, αλλά ένας ειδικός που καταθέτει τη δική του, βιωμένη ειδικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι η δουλειά του αναγνωρίστηκε και ως προπονητικό εργαλείο, με το πρώτο βιβλίο να αποσπά το αργυρό βραβείο Boleslavsky του 2016 από την Επιτροπή Προπονητών της FIDE.

Πρώτο βιβλίο: «The Correct Exchange in the Endgame»


Το πρώτο βιβλίο γεννήθηκε από μια αφορμή που ο συγγραφέας περιγράφει με ειλικρίνεια στον πρόλογο. Είχε δημοσιεύσει στο Informant ένα άρθρο για το πότε αξίζει η μετάβαση σε φινάλε πιονιών και, μετά τα θετικά σχόλια, σκέφτηκε ένα ολόκληρο βιβλίο πάνω σε αυτό. Όταν όμως κυκλοφόρησε το εξαιρετικό «Liquidation on the Chess Board» του Joel Benjamin — που καλύπτει ακριβώς τις μεταβάσεις σε φινάλε πιονιών — ο Rozentalis άλλαξε στόχευση και διεύρυνε το θέμα: όχι πια τα πιόνια, αλλά η ανταλλαγή των κομματιών στο φινάλε. Αυτή η μετατόπιση αποδείχθηκε εύστοχη, γιατί οδήγησε το βιβλίο σε ένα πεδίο σχεδόν ακάλυπτο. Πρόκειται για τη δεύτερη, επαυξημένη έκδοση του 2018 (Thinkers Publishing, με τον γκρανμάστερ Romain Edouard ως υπεύθυνο έκδοσης), ύστερα από την καλή υποδοχή της πρώτης.


Η δομή είναι καθαρή και λογική, χτισμένη ώστε να αντανακλά την ίδια τη σειρά των σκέψεων ενός παίκτη πάνω από τη σκακιέρα. Το πρώτο κεφάλαιο, «Evaluation of the Exchange», ασχολείται με την αξιολόγηση: τι θα κερδίσω και τι θα χάσω από μια ανταλλαγή; Εδώ ο συγγραφέας ξεδιπλώνει τους βασικούς λόγους για τους οποίους ανταλλάσσουμε — ή, εξίσου σημαντικό, αρνούμαστε να ανταλλάξουμε. Η απλοποίηση όταν βρισκόμαστε σε πλεονεκτική θέση (για να στερήσουμε αντιπαιχνιδι από τον αντίπαλο), η απλοποίηση σε κατώτερη θέση, η ανταλλαγή του πιο ενεργού κομματιού του αντιπάλου, η ανταλλαγή που μεταβάλλει την πιονοδομή και, φυσικά, το ζήτημα του ζεύγους των αξιωματικών, όλα εξετάζονται μέσα από καθαρά παραδείγματα. Το δεύτερο κεφάλαιο, «Calculation of the Exchange», μετακινεί το βάρος από την κρίση στο μέτρημα: την φορσέ απλοποίηση, την ανταλλαγή ως τμήμα μιας βαριάντας, την ανταλλαγή ως όπλο μέσα στις περιπλοκές μιας κατώτερης θέσης. Το τρίτο κεφάλαιο, με τον εύστοχο τίτλο «The Exchange: When, Where, Which?», είναι η εννοιολογική καρδιά του βιβλίου. Εδώ ο Rozentalis επιμένει σε μια λεπτομέρεια που οι περισσότεροι αγνοούν: η ίδια ανταλλαγή μπορεί να είναι σωστή σε ένα τετράγωνο και λανθασμένη σε ένα άλλο, σωστή τώρα και λανθασμένη δύο κινήσεις αργότερα. Το βιβλίο κλείνει με ενότητα δοκιμασιών (Test), χωρισμένη σε μέρη, που λειτουργεί ως πρώτος έλεγχος όσων διδαχθήκαμε.


Παιδαγωγικά, ο Rozentalis διαλέγει τον γραπτό, εξηγητικό δρόμο αντί του πυκνού καταλόγου βαριαντών. Οι θέσεις σχολιάζονται με λόγια — γιατί αυτή η κίνηση, τι πετυχαίνει, ποια εναλλακτική απορρίπτεται και για ποιον λόγο — και οι μεγάλες αναλυτικές αλυσίδες παρατίθενται μόνο όταν πραγματικά χρειάζονται. Το υλικό αντλείται σε μεγάλο βαθμό από τις δικές του παρτίδες (η εισαγωγή, για παράδειγμα, ξεκινά με ένα δικό του παιχνίδι όπου το μέσο υπήρξε πολύ σύντομο και όλα κρίθηκαν στο φινάλε), αλλά και από κορυφαίους γκρανμάστερ όπως ο Michael Adams ή η Dronavalli Harika. Η επιλογή αυτή δίνει στο βιβλίο μια αίσθηση προσωπικής αυθεντικότητας: νιώθεις ότι διαβάζεις έναν παίκτη που έχει πάρει ο ίδιος αυτές τις αποφάσεις υπό πίεση χρόνου, όχι έναν συντάκτη που συγκέντρωσε θέσεις από βάση δεδομένων.


Ένα και μόνο παράδειγμα δείχνει γιατί η προσέγγιση αυτή δουλεύει. Σε ένα φινάλε βασιλισσών όπου η μία πλευρά έχει πιόνι παραπάνω, το ερώτημα «να ανταλλάξω τις βασίλισσες;» δεν έχει απόλυτη απάντηση — έχει απάντηση που εξαρτάται από ένα και μόνο τετράγωνο. Αν το κρίσιμο πιόνι στέκει σε ευάλωτη θέση, η ανταλλαγή οδηγεί σε ισοπαλία· αν το ίδιο πιόνι έχει μετακινηθεί έστω και ένα τετράγωνο σε ασφαλέστερο σημείο, η ίδια ακριβώς ανταλλαγή κερδίζει την παρτιδα. Ο Rozentalis αφιερώνει χρόνο για να δείξει ότι αυτή η αμελητέα, φαινομενικά, διαφορά είναι όλη η ουσία — και ότι μια βιαστική απόφαση, χωρίς προηγούμενο μέτρημα, πετάει μακριά μισό πόντο ή και ολόκληρη παρτίδα. Αυτού του είδους η διδακτική ενσάρκωση του «πότε» και του «πού» είναι που ανεβάζει το βιβλίο πάνω από τον απλό κατάλογο κανόνων.


Τα δυνατά σημεία είναι εμφανή. Πρώτον, το βιβλίο καλύπτει ένα πραγματικό κενό: ενώ αφθονούν τα εγχειρίδια θεωρητικών φινάλε, ελάχιστα διδάσκουν τη διαδικασία της απόφασης, κι ακόμη λιγότερα το κάνουν με τόση εστίαση. Δεύτερον, η αυθεντία του συγγραφέα στο ποζισιονέλ σκάκι και στα φινάλε δίνει βάρος σε κάθε κρίση. Τρίτον, η αρχιτεκτονική «αξιολόγηση → μέτρημα → πότε/πού/ποιο» είναι μια πραγματική μέθοδος σκέψης που ο αναγνώστης μπορεί να μεταφέρει άμεσα στις δικές του παρτίδες, όχι απλώς μια συλλογή αποσπασματικών κανόνων.


Δίκαιο είναι όμως να σημειωθούν και τα όρια. Το βιβλίο είναι σκόπιμα στρατηγικό-εξηγητικό παρά εγκυκλοπαιδικό· ένας αναγνώστης που αναζητά εξαντλητική θεωρητική πυκνότητα, με δεκάδες βαριάντες ανά θέση, ίσως το βρει «αραιό». Πρέπει επίσης να είναι σαφές ότι το εύρος του είναι στενό εκ προθέσεως: δεν πρόκειται για γενικό εγχειρίδιο φινάλε αλλά για μονογραφία πάνω σε έναν και μόνο τύπο απόφασης. Αυτό είναι αρετή, όχι ελάττωμα — αρκεί ο αγοραστής να ξέρει τι παίρνει. Τέλος, στην ψηφιακή του μορφή η παρουσίαση με τα σύμβολα των κομματιών και τα διαγράμματα δεν ρέει πάντα το ίδιο καθαρά με την έντυπη, κάτι σύνηθες σε σκακιστικά e-books αυτού του τύπου.

Δεύτερο βιβλίο: «To Exchange or Not? The Ultimate Workbook»


Αν το πρώτο βιβλίο είναι η μέθοδος, το δεύτερο είναι το εξεταστήριο. Ο ίδιος ο Rozentalis εξηγεί στον πρόλογο ότι το βιβλίο ασκήσεων γεννήθηκε από τη ζήτηση: αναγνώστες και κυρίως προπονητές ζήτησαν περισσότερο υλικό για εξάσκηση, κι έτσι, ξανά μαζί με τον οίκο Thinkers Publishing, προέκυψε αυτό το εργαλείο το 2020. Η στόχευση δηλώνεται ρητά — σχολεία, σκακιστικές λέσχες, προπονητές — και αυτό καθορίζει και τον χαρακτήρα του: είναι πρωτίστως ένα βιβλίο για δουλειά, όχι για ανάγνωση.


Η δομή είναι υποδειγματικά απλή. Εκατόν είκοσι θέσεις προς επίλυση, μοιρασμένες σε τρία επίπεδα δυσκολίας — «Warm Up», «Intermediate» και «Advanced» — από σαράντα ασκήσεις το καθένα. Κάθε άσκηση θέτει το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα κάτω από διαφορετική μεταμφίεση: να ανταλλάξω ή όχι; ποιο κομμάτι; πότε και πού; Η ψηφιακή έκδοση προσφέρει μάλιστα δύο τρόπους πλοήγησης, μια λειτουργία κειμένου (Text Mode) και μια λειτουργία κουίζ (Quiz Mode), που επιτρέπουν είτε τη μελέτη είτε την αυτοεξέταση. Κρίσιμο είναι ότι κάθε λύση συνοδεύεται από πλήρη εξήγηση και ανάλυση — δεν παίρνεις απλώς την «απάντηση», αλλά καταλαβαίνεις γιατί είναι σωστή, ποια εναλλακτική απορρίφθηκε και σε ποιο σημείο κρίθηκε η θέση.


Και εδώ η πρώτη ύλη είναι σε μεγάλο βαθμό αντλημένη από τις δικές του παρτίδες, πολλές μάλιστα πρόσφατες (θέσεις από αγώνες του 2018 και 2019, από το Ηράκλειο ως τη Νορβηγία), γεγονός που κρατά το υλικό ζωντανό και προσωπικό αντί για σκονισμένο και ανακυκλωμένο. Η προοδευτική κλιμάκωση της δυσκολίας δουλεύει καλά: οι θέσεις «Warm Up» εδραιώνουν τα βασικά μοτίβα (μια ανταλλαγή αξιωματικού που κερδίζει πιόνι, μια απλοποίηση προς κερδισμένο φινάλε πιονιών), ενώ οι «Advanced» απαιτούν σύνθετο υπολογισμό — προσωρινές θυσίες υλικού, ανταλλαγές που δημιουργούν αντίθετες πλειονότητες πιονιών, μακρινά ελεύθερα πιόνια. Η αίσθηση που αφήνει είναι ενός σοβαρού, βαθμονομημένου προγράμματος προπόνησης παρά μιας τυχαίας συλλογής παζλ.


Ως προς τα όριά του, το βιβλίο ασκήσεων είναι εξ ορισμού πιο εξαρτημένο. Ανακαλεί μεν συνοπτικά τη μέθοδο στην εισαγωγή του (αξιολόγησε όλα τα στοιχεία, υπολόγισε τις συνέπειες, σύγκρινε, αποφάσισε — και «μη βιάζεσαι!»), αλλά προϋποθέτει ουσιαστικά το πλαίσιο του πρώτου βιβλίου για να αποδώσει τα μέγιστα· διαβασμένο εντελώς μόνο του, χάνει μέρος της παιδαγωγικής του βαρύτητας. Απαιτεί επίσης αυτό που κάθε βιβλίο ασκήσεων απαιτεί: πειθαρχία. Δεν διαβάζεται, δουλεύεται — και όποιος απλώς ξεφυλλίζει τις λύσεις χωρίς να παλέψει πρώτα με τη σκακιέρα θα πάρει ελάχιστα. Τέλος, ας επιτραπεί μια μικρή ένσταση στον τίτλο: το «Ultimate» έχει τη γεύση του μάρκετινγκ, καθώς εκατόν είκοσι θέσεις, όσο καλά διαλεγμένες κι αν είναι, δύσκολα εξαντλούν ένα θέμα. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό, όχι όμως «απόλυτο», σετ.

Τα δύο βιβλία μαζί — αποτίμηση


Το ενδιαφέρον με τον Rozentalis δεν είναι το κάθε βιβλίο ξεχωριστά, αλλά η σύλληψη του διδύμου ως ενιαίου εγχειρήματος. Το ζεύγος «θεωρία + ασκήσεις» είναι μια κλασική και δοκιμασμένη παιδαγωγική συνταγή — τη συναντάμε στη μεγάλη σειρά προπόνησης του Yusupov ή στη σχολή του Dvoretsky — και εδώ εφαρμόζεται με στοχευμένη πειθαρχία γύρω από ένα και μόνο, στενά ορισμένο ερώτημα. Πρώτα μαθαίνεις τον τρόπο σκέψης, έπειτα τον δοκιμάζεις εκατόν είκοσι φορές μέχρι να γίνει αντανακλαστικό. Η ενιαία θέση που διατρέχει και τα δύο είναι απλή αλλά υποτιμημένη: η ανταλλαγή δεν είναι μηχανική συναλλαγή ίσης αξίας κομματιών, αλλά μία από τις πιο κρίσιμες και λιγότερο διδαγμένες αποφάσεις του παιχνιδιού — και, το κυριότερο, μπορεί να συστηματοποιηθεί.


Η αξία της προσφοράς έγκειται ακριβώς σε αυτή τη σπανιότητα. Ενώ τα ράφια γεμίζουν με εγχειρίδια θεωρητικών φινάλε, ελάχιστα βιβλία απομονώνουν τη στιγμή της απόφασης και τη μετατρέπουν σε διδάξιμη δεξιότητα. Το ότι το πρώτο βιβλίο τιμήθηκε ρητά ως προπονητικό εργαλείο δεν είναι λεπτομέρεια· αντανακλά το γεγονός ότι ο Rozentalis δεν γράφει για να εντυπωσιάσει με τη βαθύτητα της ανάλυσής του, αλλά για να μεταδώσει έναν τρόπο σκέψης. Είναι βιβλία χρηστικά με την καλή έννοια της λέξης — χαμηλών τόνων, τίμια, χωρίς φανφάρες, αλλά με μεγάλη πρακτική απόδοση.


Αξίζει να τοποθετηθεί το δίδυμο και μέσα στη σχετική βιβλιογραφία. Δίπλα στα κλασικά έργα αναφοράς — το «Dvoretsky's Endgame Manual» ως εγκυκλοπαίδεια θεωρητικών θέσεων, τα βιβλία φινάλε του Glenn Flear, το προαναφερθέν «Liquidation on the Chess Board» του Benjamin που καλύπτει ειδικά τη μετάβαση σε φινάλε πιονιών — ο Rozentalis δεν ανταγωνίζεται αλλά συμπληρώνει. Τα άλλα βιβλία σε μαθαίνουν ποιες θέσεις να ξέρεις· αυτό σε μαθαίνει πώς να αποφασίζεις αν και πότε να τις επιδιώξεις. Η στενή αυτή εστίαση είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα και ταυτόχρονα ο φυσικός περιορισμός του: κανείς δεν πρέπει να το αγοράσει περιμένοντας ολοκληρωμένη κάλυψη των φινάλε, αλλά όποιος το προσεγγίσει ως εξειδικευμένο μάθημα λήψης απόφασης θα αποζημιωθεί πλήρως.


Ποιος είναι λοιπόν ο ιδανικός αναγνώστης; Θα έλεγα ο club player και ο ισχυρός ερασιτέχνης — χοντρικά από το επίπεδο των 1600 ELO και πάνω — καθώς και, με έμφαση, ο προπονητής που ψάχνει έτοιμο, δομημένο υλικό για την τάξη ή τη λέσχη του. Το ανώτερο επίπεδο των ασκήσεων και μέρος του τρίτου κεφαλαίου του πρώτου βιβλίου προκαλούν άνετα και αρκετά ισχυρότερους παίκτες. Ο εντελώς αρχάριος, αντιθέτως, ίσως χρειαστεί πρώτα τα βασικά θεωρητικά φινάλε πριν ωφεληθεί πλήρως. Η φυσική σειρά ανάγνωσης είναι προφανής: πρώτα το «The Correct Exchange in the Endgame» για τη μέθοδο, έπειτα το «To Exchange or Not?» για την εμπέδωση — αν και αρκετοί προπονητές θα βρουν το βιβλίο ασκήσεων χρήσιμο ακόμη και ως αυτόνομη δεξαμενή θεμάτων.


Το τελικό μου συμπέρασμα είναι θετικό και καθαρό. Δεν πρόκειται για θεαματικά ούτε για εγκυκλοπαιδικά βιβλία και σωστά δεν φιλοδοξούν να γίνουν. Πρόκειται για ένα εστιασμένο, ειλικρινές και σπάνια εξειδικευμένο δίδυμο, γραμμένο από έναν γνήσιο ειδικό του πεδίου του, που φωτίζει μια γωνιά του σκακιού την οποία σχεδόν όλοι διασχίζουμε καθημερινά και ελάχιστοι μας έχουν διδάξει να βλέπουμε. Για όποιον θέλει να πάψει να ανταλλάσσει «στο περίπου» και να αρχίσει να ανταλλάσσει με σκοπό, η επένδυση αξίζει τον κόπο.