Henrique Mecking: το παιδί-θαύμα της Βραζιλίας, ο πόλεμος με τους Σοβιετικούς, η αρρώστια που τον σταμάτησε και η πίστη που δεν τον άφησε ποτέ να το παραδεχτεί
Φωτό: Suyk, Koen / Anefo — Wikimedia Commons (CC0)
Ρίο ντε Τζανέιρο, 1979
Το Interzonal του Ρίο ντε Τζανέιρο ήταν το τουρνουά όπου ο Henrique Mecking θα κέρδιζε την τρίτη διαδοχική του πρόκριση στα ματς των Υποψηφίων. Ήταν είκοσι επτά ετών. Ήταν, με βάση τη λίστα της FIDE, ο τρίτος παίκτης του κόσμου, πίσω μόνο από τον παγκόσμιο πρωταθλητή Anatoly Karpov και τον Viktor Korchnoi. Έπαιζε στην πατρίδα του.
Έφερε ισοπαλία με τον Borislav Ivkov στον πρώτο γύρο και αποχώρησε.
Η διάγνωση ήταν βαριά μυασθένεια — myasthenia gravis, μια σπάνια αυτοάνοση νόσος στην οποία τα αντισώματα του ίδιου του οργανισμού επιτίθενται στη σύνδεση νεύρου και μυός. Οι μύες αδυνατίζουν όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται. Στη χειρότερη φάση, ο Mecking δεν μπορούσε να μασήσει στερεά τροφή, δεν είχε τη δύναμη να βουρτσίσει τα δόντια του, δεν μπορούσε να σηκώσει ένα κομμάτι από τη σκακιέρα. Στον σκακιστικό κόσμο κυκλοφόρησε η πληροφορία ότι πέθαινε, και σχεδόν όλοι την πίστεψαν.
Δεν πέθανε. Έφυγε από το σκάκι για δώδεκα χρόνια, γύρισε, και σήμερα, στα εβδομήντα τέσσερα του, ζει στο Ταουμπατέ του Σάο Πάολο. Αυτό που δεν επέστρεψε ποτέ ήταν η ενεργή του καριέρα.

Το παιδί
Ο Henrique Costa Mecking γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1952 στο Σάντα Κρους ντο Σουλ, μια πόλη με κατοίκους γερμανικής κυρίως καταγωγής -ιδρύθηκε ως γερμανική αποικία το 1849- στην πολιτεία Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, στα νότια σύνορα της Βραζιλίας. Έμαθε σκάκι στα έξι.
Στα δεκατρία του, το 1965, κέρδισε το πρωτάθλημα Βραζιλίας. Στην πορεία προς εκείνο τον τίτλο έπαιξε απέναντι στον έμπειρο Olício Gadia, δύο φορές πρωταθλητή της χώρας. Η παρτίδα είχε διακοπεί σε θέση όπου ο Gadia ήταν χαμένος, και εκείνος —μάλλον αστειευόμενος— πρότεινε ισοπαλία. Ο δεκατριάχρονος απάντησε: «Σας προτείνω να παραιτηθείτε». Ο Gadia παραιτήθηκε. Οι εφημερίδες του Ρίο έβαλαν τη φωτογραφία τους στο πρωτοσέλιδο με τον τίτλο «Ο Δαβίδ νικάει τον Γολιάθ».
Στα δεκαπέντε, το 1967, έγινε ο νεότερος διεθνής μετρ που είχε υπάρξει ποτέ. Την ίδια χρονιά έπαιξε το πρώτο του Interzonal, στο Sousse της Τυνησίας — το τουρνουά που έμεινε στην ιστορία για την αποχώρηση του Bobby Fischer. Εκεί, ούτε καν γρανμαιτρ ακόμα, κέρδισε τον Viktor Korchnoi.
Η φήμη του χτίστηκε επίσης πάνω στην ταχύτητα. Ως έφηβος στη Βραζιλία έπαιζε παρτίδες με ένα λεπτό στο ρολόι του απέναντι σε πέντε λεπτά του αντιπάλου, και τις κέρδιζε σχεδόν όλες. Μετρούσε βαριάντες με τρόπο που ξένιζε τους Ευρωπαίους, οι οποίοι δεν είχαν συνηθίσει να χάνουν από παιδιά από την άλλη άκρη του Ατλαντικού.
Mequinho
Η Βραζιλία της δεκαετίας του 1970 ήταν χώρα υπό στρατιωτική δικτατορία, και το καθεστώς αναζητούσε αδιάκοπα σύμβολα εθνικής επιτυχίας. Τα βρήκε στο ποδόσφαιρο με την κατάκτηση του μουντιάλ το 1970, στη Formula 1 του Emerson Fittipaldi — και σε ένα αδύνατο, νευρικό αγόρι από τον Νότο που κέρδιζε Σοβιετικούς στο σκάκι.
Το παρατσούκλι «Mequinho» έγινε εθνικό. Μπήκε στα εξώφυλλα του Veja, του μεγαλύτερου περιοδικού της χώρας. Ο ροκ τραγουδιστής Raul Seixas και ο συγγραφέας Paulo Coelho —χρόνια πριν ο δεύτερος γίνει παγκοσμίως γνωστός για τον «Αλχημιστή»— έβαλαν το όνομά του σε στίχους τραγουδιού. Οι Βραζιλιάνοι τον σύγκριναν με τον Pelé.
Ο ίδιος δεν έχει προσπαθήσει ποτέ να κρύψει τη σχέση με το καθεστώς. Ερωτηθείς πολλά χρόνια αργότερα αν είχε τότε πολιτική συνείδηση αυτού που συνέβαινε, απάντησε με αφοπλιστική ευθύτητα: το σκάκι στη Βραζιλία ήταν υπανάπτυκτο, ο ίδιος δεν ζούσε καν στο Σάο Πάολο όπου βρισκόταν το χρήμα, και «δεν υπήρχαν πρακτικές πιθανότητες να αφοσιωθώ ολοκληρωτικά στο σκάκι αν δεν είχα τη στήριξη κάποιου ισχυρού». Ο ισχυρός ήταν ο στρατηγός Emílio Garrastazu Médici, πρόεδρος στα σκληρότερα χρόνια της δικτατορίας, ο οποίος —λέει ο Mecking— «μου έδωσε κάθε στήριξη για να παίζω σκάκι, γιατί του άρεσε πολύ το παιχνίδι».
Είναι η ίδια συναλλαγή που είδαμε την ίδια δεκαετία στις Φιλιππίνες με τον Marcos: ένα αυταρχικό καθεστώς που ανακαλύπτει ότι το σκάκι είναι φθηνό γόητρο. Με μια διαφορά. Στη Βραζιλία δεν χτίστηκε τίποτα γύρω από τον παίκτη. Ο Mecking αγωνίστηκε σε εξαιρετικά λίγα τουρνουά για παίκτη του επιπέδου του, και κέρδισε το εθνικό πρωτάθλημα μόνο δύο φορές — τις μόνες δύο φορές που το έπαιξε.

Ο επόμενος Fischer
Η σύγκριση με τον Fischer ήταν αναπόφευκτη και ο Mecking δεν έκανε τίποτα για να την αποφύγει. Έπαιξαν δύο φορές: ισοπαλία στο Μπουένος Άιρες το 1970, όταν ο Βραζιλιάνος ήταν ακόμη διεθνής μετρ, και μια ήττα. Συζητήθηκε ματς μεταξύ τους στην Αργεντινή που δεν έγινε ποτέ. «Πήγαινα κάθε μέρα στο ξενοδοχείο όπου έμενε ο Fischer», θυμήθηκε αργότερα, «αλλά, δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί, δεν ολοκληρώσαμε ποτέ τις διαπραγματεύσεις».
Ο Garry Kasparov, στον τέταρτο τόμο του «My Great Predecessors» — αυτόν που είναι αφιερωμένος στον Fischer — του αφιερώνει ενότητα με τίτλο «Το βραζιλιάνικο παιδί-θαύμα». Γράφει ότι ο Mecking θεωρούσε τον εαυτό του μαθητή του Fischer και τον μιμούνταν, όχι στον τρόπο που έπαιζε αλλά στις εξωφρενικές του δηλώσεις. Και παραθέτει την απάντηση του ίδιου του Fischer, η οποία δεν αφήνει περιθώρια παρανόησης: ο Mecking, είπε, ήταν φαφλατάς, και «θα έχανα από αυτόν μόνο αν με δάγκωνε δηλητηριώδες φίδι».
Η σκακιέρα ως πεδίο μάχης
Ο Mecking κατηγορούσε δημόσια το σύστημα πρόκρισης της FIDE ότι ευνοούσε τους Σοβιετικούς. Οι Σοβιετικοί απαντούσαν με τη σειρά τους. Πριν από το ματς των Υποψηφίων του 1974 στην Ογκάστα της Τζόρτζια απέναντι στον Korchnoi, τόσο ο Tigran Petrosian όσο και ο Mikhail Tal έδωσαν συνεντεύξεις όπου κατακεραύνωναν το παιχνίδι του Βραζιλιάνου.
Ο Petrosian ήταν ο πιο σκληρός. Σε συνέντευξη του 1972: «Δεν είναι κακός παίκτης. Μπορεί και να παίξει καλύτερα, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν θα γίνει ποτέ παγκόσμιος πρωταθλητής. Κυρίως λόγω του τρόπου που αντιλαμβάνεται το σκάκι. Ο Mecking δεν καταλαβαίνει, για παράδειγμα, τη σημασία των ισχυρών και των αδύναμων τετραγώνων. Δεν καταλαβαίνει επίσης το βάθος των θέσεων, και έχω αμφιβολίες για το μέλλον του στο σκάκι».
Το χειρότερο ήταν ότι το σκορ τον δικαίωνε: ο Petrosian ήταν ο μόνος παίκτης στον κόσμο που είχε 3–0 απέναντι στον Mecking. Στην τέταρτη συνάντησή τους, το 1975, όταν πια ο Βραζιλιάνος ήταν γκρανμάστερ και είχε καλύτερη θέση με τα μαύρα, δέχτηκε την ισοπαλία που του πρόσφερε ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής. «Σκέφτηκα: δεν γίνεται να χάσω ξανά από αυτόν τον άνθρωπο».
Και υπήρχε και ο πόλεμος εκτός σκακιέρας. Στο τουρνουά του Σαν Αντόνιο το 1972, όπως ο Mecking περιέγραψε τότε, ο Petrosian «σιωπούσε μόνο όταν ήταν η σειρά του να παίξει. Κάθε φορά που έπρεπε να σκεφτώ, χτυπούσε το τραπέζι με το γόνατο και τη σκακιέρα με τον αγκώνα για να την κουνήσει. Σαν να μην έφτανε αυτό, έκανε και θορύβους, ανακάτευε τον καφέ του, και όλα αυτά σε μεταβαλλόμενο ρυθμό. Και κυλούσε ένα κέρμα στο τραπέζι». Ο Βραζιλιάνος διαμαρτυρήθηκε τρεις φορές στους διαιτητές και μετά αποφάσισε να κάνει και ο ίδιος θόρυβο όταν έπαιζε. Ο Petrosian, που φορούσε ακουστικό βαρηκοΐας, το έκλεισε ήρεμα και κέρδισε την παρτίδα.
Θα ήταν άδικο, ωστόσο, να παρουσιαστεί ο Mecking μόνο ως θύμα. Στο Hastings του 1972, σε παρτίδα με τον Άγγλο George Botterill όπου και οι δύο ήταν σε ακραία πίεση χρόνου, ο Βραζιλιάνος πάτησε το ρολόι και κράτησε το χέρι του πάνω στο κουμπί, εμποδίζοντας τον αντίπαλό του να πατήσει το δικό του. Ο διαιτητής δεν το είδε. Ο Botterill έχασε την ψυχραιμία του και δύο κινήσεις αργότερα την παρτίδα. Ο Miguel Najdorf, εξοργισμένος, τον αποκάλεσε «ο ληστής των σκακιερών».
Τριάντα χρόνια μετά, σε επίσκεψή του στη Βραζιλία, ο Anatoly Karpov τον υπερασπίστηκε δημόσια: «Ο Mecking ήταν εκείνη την εποχή ο καλύτερος παίκτης της Δύσης, αφότου ο Fischer σταμάτησε να παίζει. Έχανε κάποιες παρτίδες στο μέσο επειδή δεν ήξερε ορισμένες τυπικές παγίδες που ήταν κοινές στους Σοβιετικούς».
Το παιχνίδι του

Τι ακριβώς έκανε στη σκακιέρα ο Mecking, πέρα από τον θόρυβο γύρω του;
Δύο πράγματα, κυρίως. Πρώτον, μετρούσε. Ήταν από τους ταχύτερους και ακριβέστερους στο μέτρημα της εποχής του, κληρονομιά της εφηβείας του στο μπλιτς. Δεύτερον, και πιο απροσδόκητα για έναν επιθετικό παίκτη, έπαιζε εξαιρετικά τα φινάλε. Ο Gilberto Milos, εξάκις πρωταθλητής Βραζιλίας, το διατύπωσε ως εξής: «Παίζει τα φινάλε πολύ καλά, δεν μπορώ να πω για ποιον λόγο, αλλά όντως παίζει πολύ καλύτερα. Δεν παίζει καλά επειδή ανήκει σε άλλη γενιά, αλλά χάρη σε μια φυσική ποιότητα που έχει».
Η κριτική εναντίον του ήταν πάντα η ίδια, και ερχόταν από τη σοβιετική σχολή: του έλειπε η ποζισιονέλ ωριμότητα. Ο Mark Dvoretsky, στο «Secrets of Opening Preparation», αναλύει μια ήττα του από τον Polugaevsky στη Μαρ ντελ Πλάτα το 1971 και τη χρησιμοποιεί ακριβώς για να δείξει τη διαφορά επιπέδου ανάμεσα σε έναν ώριμο, ποζισιονέλ αμυντικό παίκτη και σε έναν ταλαντούχο νέο που δεν μπορεί να κρατήσει θέσεις που θα έπρεπε.
Ο κατάλογος των θυμάτων του, ωστόσο, μιλάει μόνος του. Νίκησε τον Tal. Νίκησε τον Smyslov δύο φορές, με τα λευκά και με τα μαύρα. Νίκησε τον Korchnoi ως δεκαπεντάχρονος μετρ. Έφερε ισοπαλία με τον Karpov και με τον Mikhail Botvinnik. Είχε θετικό σκορ απέναντι στον Miguel Najdorf και στον Oscar Panno. Στις σιμουλτανέ εμφανίσεις που δίνει μέχρι σήμερα, καυχιέται —με στοιχεία— ότι παραμένει αήττητος επί τριάντα και πλέον χρόνια.
Και υπήρχε πάντα η ένταση. Ρωτήθηκε κάποτε τι νιώθει όταν χάνει. «Η επιθυμία μου είναι να αποσυνδεθώ από τα πάντα, δεν θέλω να σκέφτομαι την παρτίδα, αλλά πολλές φορές ξυπνάω μέσα στη νύχτα και τη σκέφτομαι, επειδή προετοιμάστηκα τόσο πολύ και όλα πήγαν στραβά». Και πρόσθεσε, χωρίς να του ζητηθεί: «Απεχθάνομαι να χάνω παρτίδες. Το μισώ».
Petrópolis 1973, Manila 1976
Ο τίτλος του γκρανμάστερ ήρθε το 1972 — ο πρώτος στην ιστορία της Βραζιλίας.
Το 1973, στο Interzonal του Πετρόπολις, στα βουνά πάνω από το Ρίο, ο εικοσιενάχρονος Mecking τερμάτισε πρώτος μπροστά σε ένα field που περιλάμβανε τους Paul Keres, David Bronstein, Vasily Smyslov, Efim Geller και Lajos Portisch. Στα ματς των Υποψηφίων του 1974, στην Ογκάστα, αντιμετώπισε τον Korchnoi και αποκλείστηκε στον προημιτελικό.
Το 1975 μοιράστηκε δύο φορές τη δεύτερη θέση πίσω από τον Ljubomir Ljubojević: στο Λας Πάλμας μαζί με τους Ulf Andersson και Mikhail Tal, και στη Μανίλα μαζί με τους Lev Polugaevsky, Bent Larsen και Helmut Pfleger. Στο Λας Πάλμας κέρδισε τον Tal — ο Λετονός του είπε μετά ότι ήταν η πρώτη τους παρτίδα και ήλπιζε να μην είναι η τελευταία. Ήταν.
Το 1976 επέστρεψε στη Μανίλα για το Intezonal— το ίδιο τουρνουά που ο Florencio Campomanes είχε φέρει στις Φιλιππίνες με τη στήριξη του Marcos — και το κέρδισε, μπροστά από τους Vlastimil Hort, Polugaevsky, Vitaly Tseshkovsky, Ljubojević και Zoltán Ribli. Η παρτίδα που έκρινε τη σειρά κατάταξης ήταν η νίκη του με τα μαύρα απέναντι στον Tseshkovsky· ο ίδιος τη θεωρεί μία από τις τρεις-τέσσερις σημαντικότερες της ζωής του. Στους Υποψηφίους του 1977, στη Λουκέρνη, τον απέκλεισε ξανά στον προημιτελικό ο Polugaevsky.
Δύο διαδοχικές νίκες σε Intezonals. Δύο αποκλεισμοί στον πρώτο γύρο των Ματς Υποψηφίων. Τον Ιανουάριο του 1977 η βαθμολογία του έφτασε το 2635, την υψηλότερη της καριέρας του· τον Ιανουάριο του 1978 ήταν τρίτος στον κόσμο. Στην περίοδο μετά την ουσιαστική απόσυρση του Fischer το 1972 και μέχρι το 1979, ήταν ο ισχυρότερος παίκτης που είχε γεννηθεί στη Δύση.
Στα είκοσι επτά, με δύο κύκλους διεκδικητών στις πλάτες του και με τη φόρμα του σε άνοδο, ήταν εύλογο να θεωρείται ότι ο τρίτος κύκλος θα ήταν ο δικός του. Τότε ήρθε το Ρίο.
Δώδεκα χρόνια
Δεν υπάρχει σκακιστική αφήγηση για τα χρόνια 1979–1991, γιατί δεν υπάρχει σκάκι. Υπάρχει ένας άνθρωπος που παλεύει με μια νόσο την οποία η ιατρική της εποχής αντιμετώπιζε με πολύ λιγότερα εργαλεία από σήμερα, και ο οποίος σπουδάζει θεολογία και καθολική φιλοσοφία.
Ο Mecking προσχώρησε στον καθολικισμό και εντάχθηκε στην καθολική χαρισματική ανανέωση. Αποδίδει τη βελτίωση της υγείας του στην πίστη του, όχι στη θεραπεία. Το πρώτο του βιβλίο, «Πώς ο Ιησούς Χριστός έσωσε τη ζωή μου», έφτασε στη Βραζιλία σε έκτη έκδοση και μεταφράστηκε στα ρουμανικά.
Μέσα στην αφήγησή του υπάρχει μια λεπτομέρεια που την κάνει πιο ανθρώπινη από όσο θα περίμενε ο κυνικός αναγνώστης. Ρωτήθηκε πώς μετατρέπει την πίστη σε αποτέλεσμα και απάντησε ότι δεν την μετατρέπει: «Όταν πέθαινα, υπήρχε μια κυρία που είχε το χάρισμα της ίασης και προσευχήθηκε για μένα — αλλά η ίδια πέθανε από καρκίνο. Είναι η χάρη που θέλει ο Ιησούς, όχι αυτή που θέλω εγώ. Αν εξαρτιόταν από μένα, δεν θα αρρώσταινα ποτέ και θα κέρδιζα όλες μου τις παρτίδες».
Η επιστροφή

Το 1991 ανακοίνωσε ότι επιστρέφει. Έπαιξε ματς έξι παρτίδων με τον Predrag Nikolić στο Σάο Πάολο και το 1992 άλλο ένα με τον Yasser Seirawan. Έχασε και τα δύο με το ίδιο ακριβώς σκορ: πέντε ισοπαλίες, μία ήττα.
Το 1993, στο ζοναλ της Νότιας Αμερικής, έχασε τριάντα πέντε μονάδες Elo. «Τα φάρμακα που έπαιρνα δεν έφταναν για να παίξω», εξήγησε αργότερα. «Ήμουν χαμένος σχεδόν σε κάθε παρτίδα».
Και μετά, σιγά σιγά, κάπως επέστρεψε. Στην Ολυμπιάδα του Μπλεντ το 2002 έκανε πέντε νίκες και τρεις ισοπαλίες για τη Βραζιλία· ξαναέπαιξε το 2004 στη Μαγιόρκα. Το 2006 κέρδισε το φεστιβάλ του Λόντι στην Ιταλία, με 3,5 βαθμούς απέναντι σε τέσσερις γκρανμάστερ. Το 2009 προσκλήθηκε στο Corus στο Wijk Aan Zee, όπου κέρδισε τον Ινδό Krishnan Sasikiran — βαθμολογία 2711 εκείνη τη στιγμή — και έχασε από τη δεκαπεντάχρονη Hou Yifan. Από το 2009 ως το 2013 αγωνίστηκε για την ομάδα του Σάο Μπερνάρντο. Στο Internet Chess Club έπαιζε με το ψευδώνυμο «Lorenzo», προς τιμήν του αγίου Λαυρεντίου, και βρέθηκε δεκάδες φορές στην πρώτη θέση της λίστας των online ratings του server.
Στο Wijk Aan Zee συνέβη και κάτι που λέει περισσότερα από τα αποτελέσματα του. Παίκτες όπως ο Vassily Ivanchuk, ο Levon Aronian και ο David Navara τον αναζήτησαν για να τους μιλήσει για τα ματς του με τον Korchnoi και τον Polugaevsky. «Μεγάλωσα μελετώντας τις παρτίδες σου», του είπε ο Ivanchuk. Μια ολόκληρη γενιά κορυφαίων είχε διδαχθεί από έναν άνθρωπο που ο κόσμος είχε σταματήσει να υπολογίζει.
Η επιμονή
Το πιο δύσκολο κομμάτι της ιστορίας του Mecking δεν είναι η αρρώστια. Είναι αυτό που ήρθε μετά.
Σε συνεντεύξεις του από τη δεκαετία του 2000 και μετά, δήλωνε σταθερά και χωρίς ίχνος ειρωνείας ότι θα επέστρεφε στην κορυφή του κόσμου. Όχι στην πρώτη δεκάδα — αυτό το θεωρούσε μετριοπαθές. «Δεν ήμουν τρίτος;» απάντησε όταν ένας δημοσιογράφος του πρότεινε το top-10 ως στόχο. Στα πενήντα οκτώ του εξηγούσε ότι η ηλικία ήταν μόνο το 10% του εμποδίου και η υπολειπόμενη νόσος το 90%· ότι μόλις θεραπευόταν πλήρως, η δύναμη του παιχνιδιού του θα εκτινασσόταν· ότι η επιστροφή του θα ήταν «δώρο του Θεού»· και ότι πίστευε πως ο Θεός θα του αναθέσει μια αποστολή παγκόσμιου ευαγγελισμού, για την οποία θα ήταν χρήσιμο να είναι ξανά ο καλύτερος σκακιστής του κόσμου.
Είναι εύκολο να το διαβάσει κανείς ως αυταπάτη. Είναι πιο ενδιαφέρον να το διαβάσει ως στρατηγική επιβίωσης. Ο Mecking είναι από τους ελάχιστους ανθρώπους στην ιστορία του αθλητισμού που έχασαν την καριέρα τους ακριβώς τη στιγμή που άξιζε περισσότερο, και ο μόνος τρόπος που βρήκε να συνεχίσει να ζει μέσα σε αυτή την απώλεια ήταν να αρνηθεί ότι είναι οριστική. Οι υπόλοιποι μεγάλοι «τι θα γινόταν αν» του σκακιού — ο Fischer, ο Rubinstein — δεν είχαν φωνή για να απαντήσουν. Ο Mecking έχει, και η απάντησή του είναι σταθερά η ίδια: δεν τελείωσε.
Ταουμπατέ, 2026
Στις 23 Ιανουαρίου 2026 έκλεισε τα εβδομήντα τέσσερα. Ζει εδώ και σχεδόν σαράντα χρόνια στο Ταουμπατέ, μια πόλη 320.000 κατοίκων 130 χιλιόμετρα από το Σάο Πάολο. Η βαθμολογία του στη λίστα της FIDE είναι 2553 — αριθμός που θα ζήλευε το ενενήντα εννέα τοις εκατό των επαγγελματιών. Δίπλα του, και στους τρεις ρυθμούς παιχνιδιού, υπάρχει η ένδειξη inactive.
Λίγες μέρες μετά τα γενέθλιά του, ο εκδοτικός οίκος Todavia έβγαλε σε προπώληση το «Entre bispos e reis» — «Ανάμεσα σε αξιωματικούς και βασιλιάδες» — μια βιογραφία 496 σελίδων του δημοσιογράφου Uirá Machado της Folha de S. Paulo, χτισμένη πάνω σε περισσότερες από εκατό συνεντεύξεις, εκατόν δέκα βιβλία και επιστημονικά άρθρα και περίπου επτά χιλιάδες δημοσιεύματα. Πενήντα χρόνια μετά τη Μανίλα, η Βραζιλία κάθισε επιτέλους να γράψει με τη σειρά τι ακριβώς είχε σαν παίκτη.
Η απάντηση είναι, νομίζω, η εξής. Είχε τον καλύτερο σκακιστή που γεννήθηκε ποτέ στο νότιο ημισφαίριο· έναν άνθρωπο που στα δεκαπέντε του κέρδιζε τον Korchnoi και στα είκοσι ένα κέρδιζε Interzonals μπροστά από Keres και Smyslov· έναν παίκτη τον οποίο ο Karpov θεωρούσε τον ισχυρότερο της Δύσης· και έναν άνθρωπο που η βιολογία σταμάτησε τρία χρόνια πριν τη στιγμή που όλοι, φίλοι και εχθροί, περίμεναν να δουν τί μπορεί να πετύχει.
Δεν έγινε ποτέ παγκόσμιος πρωταθλητής. Έζησε, όμως — και αυτό, το 1979, ήταν το απίθανο ενδεχόμενο.