chess.gr
chess.gr · Νέα · Κορυφαίοι Παίκτες · Η ιστορία του Σκακιού

Για τα 76α γενέθλια του Ljubomir Ljubojević


Στα εβδομήντα έξι του χρόνια, η ιστορία του παίκτη που νίκησε σχεδόν όλους, ανέβηκε στην τρίτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης πίσω από τους Karpov και Kasparov και δεν έπαιξε ποτέ σε τουρνουά υποψηφίων


Τον Ιανουάριο του 1983 η FIDE δημοσίευσε τη λίστα αξιολόγησης με τρία ονόματα στην κορυφή. Πρώτος ήταν ο παγκόσμιος πρωταθλητής Anatoly Karpov με 2710 και δεύτερος ο εικοσάχρονος Garry Kasparov με 2690. Τρίτος, με 2645, ήταν ένας Γιουγκοσλάβος τριάντα δύο χρονών που είχε ήδη παίξει σε τρία ιντερζόναλ χωρίς να προκριθεί από κανένα.


Ο Ljubomir Ljubojević γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1950 και σήμερα κλείνει τα εβδομήντα έξι. Μετά τον Svetozar Gligorić, ήταν ο πιο πετυχημένος σκακιστής που έβγαλε η Γιουγκοσλαβία. Έπαιξε σε δώδεκα Ολυμπιάδες, κέρδισε δεκάδες διεθνή τουρνουά, νίκησε σε κλασικές παρτίδες τον Karpov έξι φορές και τον Mikhail Tal τρεις και για μια ολόκληρη εικοσαετία ήταν από τους παίκτες που οι διοργανωτές ήθελαν πρώτους στη λίστα τους. Δεν έγραψε ποτέ βιβλίο και δεν έπαιξε ποτέ για τον τίτλο. Σε αυτό το αφιέρωμα θα δούμε γιατί η πρώτη απουσία ήταν επιλογή και η δεύτερη όχι.

Από το Ούζιτσε στο Γκρόνινγκεν


Ο Ljubojević γεννήθηκε στο Τίτοβο Ούζιτσε, όπως λεγόταν τότε το Ούζιτσε της δυτικής Σερβίας. Για τα παιδικά του χρόνια οι πηγές λένε ελάχιστα και η καριέρα του ουσιαστικά αρχίζει στο τέλος της δεκαετίας του 1960, όταν η γιουγκοσλαβική ομοσπονδία τον έστειλε στο Γκρόνινγκεν.


Το τουρνουά του Γκρόνινγκεν ήταν τότε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα κάτω των είκοσι, το ίδιο που είχε κερδίσει δύο χρόνια νωρίτερα ο Karpov. Στη διοργάνωση του 1969/70 ο Ljubojević τερμάτισε δεύτερος, πίσω από τον Ούγγρο András Adorján και μπροστά από τον Alexander Beliavsky. Στη Γιουγκοσλαβία η επιτυχία ανταμείφθηκε με μια πρόσκληση στο τουρνουά γκρανμαίτρ του Σεράγεβο, τον Μάρτιο του 1970. Ο δεκαεννιάχρονος δεν έμεινε στην ουρά του πίνακα. Μοιράστηκε την πρώτη θέση με τον γκρανμαίτρ Bruno Parma.


Την ίδια χρονιά έγινε η Ολυμπιάδα του Ζίγκεν στη Δυτική Γερμανία. Ο Ljubojević δεν ήταν ακόμη στην εθνική ομάδα, που τελικά πήρε το χάλκινο. Πήγε με δικά του έξοδα και, σύμφωνα με τη ChessBase, ανάμεσα στους γύρους προκαλούσε σε μπλιτς τους καλύτερους παίκτες του κόσμου. Την ίδια χρονιά η FIDE του απένειμε τον τίτλο του διεθνούς μαιτρ και τον επόμενο χρόνο τον τίτλο του γκρανμαίτρ.


Η πρώτη του παρτίδα που έχει σχέση με την Ελλάδα είναι από εκείνη τη χρονιά. Το 1970 έγινε στην Αθήνα ένας αγώνας Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας και στη βάση μας υπάρχουν δέκα παρτίδες του Ljubojević από αυτόν. Έπαιξε με τον Γιώργο Τρικαλιώτη, τον Χρήστο Κόκκορη, τον Νικόλαο Σκαλκώτα, τον Τριαντάφυλλο Σιαπέρα, τον Νικόλαο Καζιλάρη, τον Παπαποστόλου και τον Γιώργο Μακρόπουλο. Κέρδισε τις οκτώ, έφερε μία ισοπαλία με τον Τρικαλιώτη και έχασε μία φορά, από τον Κόκκορη. Τη νίκη απέναντι στον Μακρόπουλο, με τα μαύρα σε μια Σικελική Δράκου, θα τη βρείτε στο τέλος του άρθρου. Οι δύο ξανασυναντήθηκαν πολλές φορές, στο ζονάλ του Praia da Rocha το 1978, σε μια Βαλκανιάδα την ίδια χρονιά και σε ένα ομαδικό τουρνουά στην Αθήνα το 1981.


Το 1971 κέρδισε το τουρνουά της Πάλμα της Μαγιόρκας, όπου νίκησε με τα μαύρα και τον Δανό Bent Larsen.

Ο κομήτης


Η γερμανική Wikipedia γράφει ότι ο νεαρός Ljubojević «εμφανίστηκε σαν κομήτης» στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Τα αποτελέσματα των επόμενων πέντε χρόνων εξηγούν γιατί.


Το 1972 μπήκε για πρώτη φορά στην εθνική ομάδα, στην Ολυμπιάδα των Σκοπίων. Έπαιξε στην τρίτη σκακιέρα, πίσω από τον Gligorić και τον Borislav Ivkov, και έκανε 15½ βαθμούς σε 19 παρτίδες, με δεκατρείς νίκες και μία μόνο ήττα. Ήταν το καλύτερο αποτέλεσμα της τρίτης σκακιέρας και του έφερε χρυσό μετάλλιο, ενώ η Γιουγκοσλαβία πήρε το χάλκινο. Τον επόμενο χρόνο, στο ευρωπαϊκό ομαδικό του Μπαθ, κέρδισε ξανά το χρυσό της τρίτης σκακιέρας με 5½ στα 7. Το 1974, στη Νίκαια, η ομάδα πήρε το αργυρό της Ολυμπιάδας.


Στα τουρνουά τα πράγματα πήγαιναν ακόμη καλύτερα. Το 1974 κέρδισε στο Λας Πάλμας και στο ανοιχτό πρωτάθλημα του Καναδά στο Μόντρεαλ. Το 1975 πήρε το τουρνουά της Μανίλας και το καλοκαίρι το IBM του Άμστερνταμ. Στο Μιλάνο, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, νίκησε μέσα στο ίδιο τουρνουά τον Larsen, τον Tal και τον Tigran Petrosian.

Ο Ljubojević με το τρόπαιο του τουρνουά IBM, στο Άμστερνταμ, στις 26 Ιουλίου 1975.


Η παρτίδα με τον Larsen είναι από τις πιο χαρακτηριστικές του. Ο Δανός έπαιξε 1.d4 και ο Ljubojević απάντησε με ένα Μπενόνι, άνοιγμα που λίγοι κορυφαίοι εμπιστεύονταν στις σοβαρές τους παρτίδες. Είκοσι επτά κινήσεις αργότερα ο Larsen εγκατέλειψε, με τη μαύρη ντάμα στο f2.


Τον Ιανουάριο του 1976 ήρθε το Wijk aan Zee. Ήταν η χρονιά που η κρίση του χορηγού Hoogovens είχε μειώσει το κύριο γκρουπ από δεκαέξι σε δώδεκα παίκτες. Ο Ljubojević ξεκίνησε στον πρώτο γύρο με νίκη απέναντι στον Andersson, σε μια Σικελική Σεβενίνγκεν τριάντα τεσσάρων κινήσεων. Τελείωσε με 7½ στα 11, ισόβαθμος στην πρώτη θέση με τον Ισλανδό Friðrik Ólafsson. Στον τελευταίο γύρο έφερε ισοπαλία με τον Tal.

Τελευταίος γύρος του Wijk aan Zee, 29 Ιανουαρίου 1976. Ο Ljubojević, αριστερά, σφίγγει το χέρι του Mikhail Tal.


Το καλοκαίρι του 1976 έπαιξε σε ένα τουρνουά διπλού γύρου στη Μανίλα τεσσάρων παικτών, το Marlboro–Loyola Kings Challenge, με τον Karpov, τον Αμερικανό Walter Browne και τον οικοδεσπότη Eugenio Torre, όπως είχαμε γράψει στο αφιέρωμά μας στον Φιλιππινέζο. Τρία χρόνια αργότερα, στο «Τουρνουά των Αστέρων» του Μόντρεαλ, τερμάτισε τέταρτος πίσω από τον Karpov, τον Tal και τον Ούγγρο Lajos Portisch, σε μια διοργάνωση όπου έχασε και τις δύο παρτίδες του με τον παγκόσμιο πρωταθλητή.

Ένας τρόπος να παίζεις


Η φήμη του Ljubojević δεν χτίστηκε μόνο με αποτελέσματα. Χτίστηκε και με τον τρόπο που τα έφερνε, ένα στυλ που συνδύαζε τακτική και ρίσκο. Υπάρχουν και άλλοι παράμετροι, οι πειραματισμοί στα ανοίγματα αλλά και η αστάθεια, που του στοίχισε τη πρόσβαση στα ματς Διεκδικητών για τον Παγκόσμιο Τίτλο.


Με τα λευκά ήταν παίκτης του 1.e4. Στη βάση μας, στη δεκαετία του 1970 το έπαιξε σε 376 από τις 437 παρτίδες του με τα λευκά και στη δεκαετία του 1980 σε 377 από τις 481. Μόνο από τη δεκαετία του 1990 και μετά το 1.d4 και το 1.c4 πήραν το μεγαλύτερο μέρος. Ανάμεσα στις εξαιρέσεις της δεκαετίας του 1970 υπάρχουν και είκοσι επτά παρτίδες με 1.b3, το άνοιγμα που είχε κάνει γνωστό ο Larsen. Η νίκη του 1985 απέναντι στον Korchnoi ήταν στη Γαλλική Winawer με το 7.Qg4. Με τα μαύρα, απέναντι στο 1.e4, έπαιζε σχεδόν πάντα Σικελική. Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 τη βρίσκουμε σε 223 από τις 276 παρτίδες του, με δεύτερη επιλογή, σε 23 παρτίδες, την Άμυνα Alekhine. Στα κλειστά ανοίγματα η εικόνα ήταν πιο ποικίλη. Απέναντι στο 1.d4 και στο 1.c4 απαντούσε κυρίως με 1...Nf6, αλλά σε μία στις έξι παρτίδες έπαιζε κατευθείαν 1...c5. Μαζί με τον Andersson και τον Ρουμάνο Mihai Şubă, ήταν από τους πρωτοπόρους του σκαντζόχοιρου, του σχηματισμού όπου ο μαύρος στήνει τα πιόνια του στην έκτη οριζόντια και περιμένει τη στιγμή για το ...b5 ή το ...d5.


Ο επικίνδυνος, επιθετικός τρόπος του ενθουσίαζε το κοινό, αλλά οι κορυφαίοι αντίπαλοι μάθαιναν αρκετά γρήγορα πώς να τον αντιμετωπίζουν. Ήταν παίκτης που μπορούσε να νικήσει οποιονδήποτε σε μια παρτίδα. Σε ένα τουρνουά δεκαεπτά γύρων, απέναντι στους ίδιους αντιπάλους που τον είχαν μελετήσει, αυτό ήταν δυσκολότερο.


Ο ίδιος δεν έγραψε ποτέ βιβλίο. Όταν τον ρώτησαν γιατί έδωσε μια απάντηση που αναδημοσιεύει το σερβικό ιστολόγιο Šah-mat lista:

«Όχι, δεν έγραψα ποτέ. Το κάνω επίτηδες. Πιστεύω ότι οι παρτίδες πρέπει να σχολιάζονται αμέσως μόλις τελειώσουν, όχι μετά από καιρό. Κανείς δεν μένει απόλυτα ειλικρινής σε τέτοια σχόλια. Θα προσπαθήσει να κρύψει την αλήθεια. Θα πει "δεν το φοβήθηκα". Αλλά το φοβήθηκε! Θα πει "το είδα". Αλλά δεν το είδε ποτέ στη διάρκεια της παρτίδας. Είναι εύκολο να αναλύεις μετά. Ο σχολιασμός πρέπει να γίνεται την ώρα της παρτίδας, για να τον βλέπουν όλοι. Σαν ζεστό ψωμί από τον φούρνο.»


Η φράση ταιριάζει με τον παίκτη που ως τα εβδομήντα του έπαιζε ακόμη ράπιντ και μπλιτς, και που στη δεκαετία του 1990 ήταν τακτικός καλεσμένος στα τουρνουά τυφλών και ράπιντ παρτίδων του Μονακό.

Έξι ιντερζόναλ


Ο δρόμος προς τον τίτλο περνούσε τότε από τα ιντερζόναλ, τα μεγάλα τουρνουά που έστελναν τους καλύτερους στα Ματς Διεκδικητών. Για να φτάσει κανείς εκεί έπρεπε πρώτα να περάσει από ένα ζονάλ. Ο Ljubojević πέρασε από το ζονάλ του Caorle στην Ιταλία το 1972 και από του Praia da Rocha στην Πορτογαλία το 1978 και συνολικά έπαιξε σε έξι ιντερζόναλ:

ΈτοςΤόποςΘέσηΒαθμοίΒαθμοί πρόκρισης
1973Petrópolis9η–10η9 / 1711½
1976Μανίλα6η11½ / 1912½
1979Ρίγα13η6½ / 1711
1985Biel8η9½ / 1710½
1987Szirák7η10 / 1712
1990Μανίλα15η7½ / 138


Στο Petrópolis της Βραζιλίας, το 1973, ήταν είκοσι δύο χρονών και πρωτάρης. Τερμάτισε στη μέση του πίνακα, δυόμισι βαθμούς πίσω από τους τρεις που προκρίθηκαν, τον Lev Polugaevsky, τον Efim Geller και τον Portisch. Πρώτος ήταν ο Henrique Mecking.


Η Μανίλα του 1976 ήταν η πρώτη μεγάλη ευκαιρία, σε μια πόλη όπου είχε κερδίσει τουρνουά την προηγούμενη χρονιά. Τελείωσε έκτος με 11½ στα 19, ένα βαθμό πίσω από τον Vlastimil Hort και τον Polugaevsky, που πήραν τη δεύτερη και την τρίτη θέση της πρόκρισης. Ήταν ισόβαθμος στην πέμπτη θέση με τον Zoltán Ribli. Ο πίνακας αποτελεσμάτων δείχνει πού χάθηκε αυτός ο βαθμός. Απέναντι στους τρεις πρώτους έκανε δύο ισοπαλίες, με τον Mecking και τον Polugaevsky και νίκησε τον Hort. Οι τέσσερις ήττες του ήρθαν από τον Ribli, τον Lubomir Kavalek, τον Oscar Panno και τον Ρουμάνο Florin Gheorghiu, παίκτες που τελείωσαν όλοι στη θέση του ή πιο κάτω. Έφερε ισοπαλία και με τον Σιγκαπουριανό Tan Lian Ann, τον προτελευταίο του τουρνουά.


Η Ρίγα το 1979 ήταν το χειρότερο του αποτέλεσμα, δέκατος τρίτος με 6½. Ήταν η χρονιά του Tal, που κέρδισε με 14 βαθμούς, δυόμισι μπροστά από τον δεύτερο.


Το πιο παράξενο όμως είναι το κενό που ακολουθεί. Στον κύκλο του 1982, στα τρία ιντερζόναλ του Λας Πάλμας, της Τολούκα και της Μόσχας, το όνομα του Ljubojević λείπει. Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1983, ήταν τρίτος στη λίστα της FIDE. Ο κύκλος που θα μπορούσε να είναι ο δικός του έγινε χωρίς αυτόν.


Στο Biel της Ελβετίας, το 1985, προκρίνονταν τέσσερις. Ο Ljubojević τελείωσε όγδοος με 9½, ένα βαθμό πίσω από τον τέταρτο. Εκεί το πρόβλημα ήταν το αντίθετο από της Μανίλας. Έχασε μία μόνο παρτίδα, από τον Polugaevsky και έφερε ισοπαλία με όλους τους προκριθέντες, αλλά από τις δεκαεπτά παρτίδες του οι δεκατρείς ήταν ισόπαλες. Κέρδισε μόνο τον Torre, τον Κουβανό Amador Rodríguez και τον Charles Partos.


Στο Szirák της Ουγγαρίας, το 1987, τελείωσε έβδομος με 10, δύο βαθμούς πίσω από τον τρίτο. Νίκησε τον Portisch, που προκρίθηκε, αλλά έχασε από τον Ισλανδό Jóhann Hjartarson και από τον John Nunn.


Η τελευταία απόπειρα ήταν και η πιο οδυνηρή. Το 1990, στη Μανίλα, το ιντερζόναλ έγινε για πρώτη φορά ελβετικό σύστημα, με εξήντα τέσσερις παίκτες και δεκατρείς γύρους. Προκρίνονταν οι έντεκα πρώτοι. Οι έντεκα είχαν όλοι από 8 βαθμούς και πάνω. Ο Ljubojević τελείωσε με 7½, στη δέκατη πέμπτη θέση. Είχε τρεις νίκες, εννέα ισοπαλίες και μία ήττα, στον ένατο γύρο από τον Sergey Dolmatov, που τελικά προκρίθηκε με τους 8 βαθμούς. Μισός βαθμός τον χώριζε από τους υποψηφίους, στο τελευταίο ιντερζόναλ που θα έπαιζε ποτέ.


Αν βάλουμε δίπλα δίπλα τις έξι απόπειρες, φαίνεται ότι δεν ήταν ένας παίκτης που απείχε πολύ από τους υποψηφίους. Στα δύο ιντερζόναλ της Μανίλας του έλειψε συνολικά ενάμισης βαθμός, στο Biel ένας. Και κάθε φορά το πρόβλημα ήταν διαφορετικό. Στη Μανίλα του 1976 έχασε από παίκτες που τελείωσαν πίσω του, στο Biel έφερε ισοπαλία σχεδόν με όλους, στη Μανίλα του 1990 έχασε μία μόνο φορά σε δεκατρείς γύρους και αυτό ήταν αρκετό.

Νούμερο τρία

Ολυμπιάδα της Βαλέτας, 1980. Ο Ljubojević, μπροστά αριστερά, παίζει με τον Jan Timman στην πρώτη σκακιέρα του αγώνα Γιουγκοσλαβίας και Ολλανδίας. Πίσω ο Bruno Parma απέναντι στον Gennadi Sosonko.


Αν τα ιντερζόναλ ήταν η αδυναμία του, οι αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν η καλύτερή του περίοδος. Είχε ήδη κερδίσει το πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας το 1977, μοιρασμένο με τον Srđan Marangunić, και το κέρδισε ξανά το 1982, αυτή τη φορά μόνος.


Τον Ιούνιο του 1982, στο Τορίνο, νίκησε για πρώτη φορά τον Karpov σε κλασική παρτίδα. Ήταν μια Ισπανική όπου ο λευκός προχώρησε τα πιόνια της πτέρυγας της βασίλισσας με το a4 και το a5. Στο τέλος το λευκό πιόνι του e έφτασε στο e6 και ο παγκόσμιος πρωταθλητής εγκατέλειψε μετά το 45.Rb6.


Τον Οκτώβριο του 1982 ήρθε η Ολυμπιάδα της Λουκέρνης. Ο Ljubojević έπαιξε στην πρώτη σκακιέρα της Γιουγκοσλαβίας και έκανε 11 βαθμούς σε 14 παρτίδες, με εννέα νίκες, τέσσερις ισοπαλίες και μία ήττα. Η απόδοσή του, σύμφωνα με το OlimpBase, ήταν 2771, η καλύτερη της καριέρας του σε Ολυμπιάδα, και του έφερε το χάλκινο της πρώτης σκακιέρας. Η Γιουγκοσλαβία τερμάτισε τέταρτη.


Τρεις μήνες αργότερα βγήκε η λίστα του Ιανουαρίου 1983. Karpov 2710, Kasparov 2690, Ljubojević 2645. Η ίδια βαθμολογία και η ίδια θέση επαναλήφθηκαν στη λίστα του Ιουλίου. Ήταν η υψηλότερη αξιολόγηση και η υψηλότερη θέση που θα έφτανε ποτέ.


Το 1984, στον δεύτερο αγώνα ΕΣΣΔ εναντίον Υπόλοιπου Κόσμου στο Λονδίνο, ήταν στην τέταρτη σκακιέρα της παγκόσμιας ομάδας. Απέναντι στον Vasily Smyslov έκανε μιάμιση στις δύο, με μία νίκη με τα λευκά, και απέναντι στον Vladimir Tukmakov μισό. Πέντε χρόνια νωρίτερα, το 1979, είχε παίξει και ένα ματς δέκα παρτίδων στο Βελιγράδι με τον Gligorić που κέρδισε με 5½–4½.

Ο Karpov και ο Kasparov


Οι δύο παίκτες που βρίσκονταν πάνω από τον Ljubojević στη λίστα του 1983 έπαιξαν πολύ διαφορετικούς ρόλους στην καριέρα του.


Με τον Karpov έπαιξε δεκάδες φορές. Στη βάση μας, χωρίς τις γρήγορες και τις τυφλές παρτίδες, υπάρχουν πενήντα περίπου κλασικές παρτίδες τους και ο Karpov κέρδισε τις είκοσι. Μία από τις ήττες του έγινε αργότερα υλικό διδασκαλίας. Το φινάλε της παρτίδας τους στο Linares το 1981 είναι η πρώτη παρτίδα στο κεφάλαιο του Daniel Naroditsky για τα φινάλε βασίλισσας και ίππου απέναντι σε βασίλισσα και αξιωματικό, στην τριλογία Mastering, όπως είχαμε γράψει στη βιβλιοκριτική μας.


Τα πρώτα χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Ως το 1981 ο Ljubojević δεν τον είχε νικήσει ποτέ σε κλασική παρτίδα και είχε χάσει στο Μιλάνο, στη Μανίλα, στο Μπούγκοϊνο, δύο φορές στο Μόντρεαλ, στο Άμστερνταμ και στο Linares.


Μετά το Τορίνο όμως ήρθαν άλλες πέντε νίκες. Η πιο γνωστή είναι από την Ολυμπιάδα του Ντουμπάι, τον Νοέμβριο του 1986, στον πέμπτο γύρο. Ήταν πάλι Ισπανική και πάλι με τα λευκά, σαράντα εννέα κινήσεων. Ήταν η πρώτη ήττα του Karpov σε Ολυμπιάδα από το 1972. Ακολούθησαν η νίκη στο Euwe Memorial του Άμστερνταμ το 1988, μία στο Linares το 1991 και, το πιο σπάνιο, δύο με τα μαύρα, στο Ρότερνταμ το 1989 και στο Ρέικιαβικ το 1991, και οι δύο σε τουρνουά του Παγκόσμιου Κυπέλλου της GMA.


Με τον Kasparov η ιστορία είναι άλλη. Η αγγλική Wikipedia γράφει ότι ο Ljubojević νίκησε και τον Kasparov και παραπέμπει σε μια παρτίδα του 1987 στο chessgames. Η παρτίδα όμως είναι από το τουρνουά μπλιτς της SWIFT στις Βρυξέλλες, τον Απρίλιο του 1987. Σε κλασική παρτίδα, ο Ljubojević δεν νίκησε ποτέ τον Kasparov. Υπάρχουν εννέα ισοπαλίες και δέκα ήττες, ανάμεσά τους στο Νίκσιτς το 1983, στο Μπελφόρ το 1988 και στη Θεσσαλονίκη το 1988.


Και όμως, δύο φορές ο Ljubojević τελείωσε ένα μεγάλο τουρνουά στους ίδιους βαθμούς με τον Kasparov. Η πρώτη ήταν στις Βρυξέλλες, το 1987, στο κλασικό τουρνουά της SWIFT, όπου μοιράστηκαν την πρώτη θέση. Ο Ljubojević έκανε 8½ στα 11 και η μεταξύ τους παρτίδα έληξε ισόπαλη.


Η δεύτερη ήταν στη Βαρκελώνη, τον Απρίλιο του 1989, σε ένα από τα τουρνουά του Παγκόσμιου Κυπέλλου της GMA. Ο Ljubojević πέρασε στην κορυφή στον τέταρτο γύρο και έμεινε εκεί ως το τέλος. Πριν από τον τελευταίο γύρο είχε μισό βαθμό διαφορά από τον Kasparov. Έφερε ισοπαλία σε δέκα κινήσεις με τον Nigel Short, ενώ ο Kasparov νίκησε τον Boris Spassky και τον έφτασε στους 11 βαθμούς. Με τα κριτήρια ισοβαθμίας η πρώτη θέση πήγε στον Kasparov. Ο Robert Byrne, στους New York Times, έδωσε στη στήλη του τίτλο «Το αξίωμα της εύκολης ισοπαλίας στον τελευταίο γύρο απέτυχε για τον Ljubojević». Στη γενική κατάταξη του Κυπέλλου ο Ljubojević τελείωσε πέμπτος και προκρίθηκε στον επόμενο κύκλο.

Οι άλλοι αντίπαλοι


Η βάση μας, έχει περίπου 2.860 παρτίδες του Ljubojević. Αν βγάλουμε τις γρήγορες και τις τυφλές, μένει ένας χάρτης της κορυφής του σκακιού για τριάντα χρόνια. Τα νούμερα που ακολουθούν είναι κατά προσέγγιση:


Ο αντίπαλος που συνάντησε πιο συχνά ήταν ο Andersson, σε σχεδόν εξήντα κλασικές παρτίδες. Οι πενήντα μία ήταν ισόπαλες. Ο Ljubojević κέρδισε πέντε και ο Σουηδός τρεις.


Με τον Portisch το σκορ είναι ακριβώς ίσο, δώδεκα νίκες για τον καθένα σε πενήντα επτά παρτίδες. Με τον Larsen ο Ljubojević είχε το πάνω χέρι, με έντεκα νίκες απέναντι σε έξι. Με τον Korchnoi ήταν πίσω, πέντε νίκες απέναντι σε εννέα. Με τον Γερμανό Robert Hübner και τον Polugaevsky το σκορ ήταν ισορροπημένο.


Το πιο εντυπωσιακό νούμερο αφορά τον Walter Browne, με οκτώ νίκες και δύο μόνο ήττες σε είκοσι παρτίδες. Και ο πιο δύσκολος αντίπαλος, εκτός από τους δύο παγκόσμιους πρωταθλητές, ήταν ο Άγγλος Tony Miles. Από το 1978 ως το 1987 έπαιξαν τριάντα φορές και ο Miles κέρδισε τις δεκαπέντε. Στο Μπούγκοϊνο το 1986 έπαιξαν δύο φορές και ο καθένας κέρδισε με τα λευκά.


Απέναντι στους παλαιότερους παγκόσμιους πρωταθλητές τα πράγματα ήταν πιο ήπια. Με τον Tal έχει τρεις νίκες και δύο ήττες, με τον Spassky το ίδιο. Με τον Petrosian έφερε δεκατέσσερις ισοπαλίες, μία νίκη στο Μιλάνο το 1975 και τέσσερις ήττες.

Linares


Το 1985 το τουρνουά του Linares στην Ανδαλουσία ήταν ήδη ένα από τα πιο δυνατά του κόσμου. Ο διοργανωτής του, ο Luis Rentero του ξενοδοχείου Aníbal, κάλεσε δώδεκα παίκτες, ανάμεσά τους τον Jan Timman, τον Rafael Vaganian, τον Portisch, τον Korchnoi και τον Polugaevsky, όλους μέσα στους οκτώ καλύτερους της παγκόσμιας λίστας.


Ο Ljubojević τελείωσε πρώτος με 7 στα 11, ισόβαθμος με τον Hübner. Στις 11 Μαρτίου νίκησε τον Korchnoi με τη Γαλλική Winawer που αναφέραμε. Ο λευκός θυσίασε τη διαφορά στο h5 για να ανοίξει τον βασιλιά, κέρδισε πίσω το υλικό και τελείωσε με πύργο στην έβδομη οριζόντια.


Ήταν και η χρονιά που άλλαξε η ζωή του. Το 1985, σύμφωνα με τη σερβική Wikipedia, μετακόμισε με τη γυναίκα και τον γιο του στο Linares. Από τότε ζει στην Ισπανία, αλλά συνέχισε να αγωνίζεται με τη σημαία της Γιουγκοσλαβίας και αργότερα της Σερβίας. Στο τουρνουά του Rentero ήταν τακτικός καλεσμένος από το 1981 ως το 1995.


Τον Νοέμβριο του 1986, στο Ντουμπάι, ήταν από τους ιδρυτές της Ένωσης Γκρανμαίτρ, της GMA, και μπήκε στο πρώτο της διοικητικό συμβούλιο μαζί με τον Kasparov, τον Karpov, τον Timman, τον Portisch, τον Nunn και τον Yasser Seirawan. Η GMA οργάνωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1988–89, μια σειρά έξι τουρνουά για τους κορυφαίους παίκτες του κόσμου. Ο Ljubojević μπήκε από τη λίστα αξιολόγησης και έπαιξε σε τέσσερα. Στις Βρυξέλλες, τον Απρίλιο του 1988, τερμάτισε τρίτος με 9½ πίσω από τον Karpov και τον Valery Salov. Στο Μπελφόρ το καλοκαίρι ήταν δέκατος. Ακολούθησαν η δεύτερη θέση της Βαρκελώνης και η δέκατη τέταρτη του Ρότερνταμ, τον Ιούνιο του 1989, όπου όμως νίκησε τον Karpov με τα μαύρα. Στη γενική κατάταξη τελείωσε πέμπτος, πίσω από τον Kasparov, τον Karpov, τον Salov και τον Jaan Ehlvest, και κράτησε τη θέση του στον επόμενο κύκλο.


Τα τουρνουά που κέρδισε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας δείχνουν ότι ο Ljubojević δεν είχε φύγει από την κορυφή. Η σερβική Wikipedia έχει και μια πιο λεπτομερή λίστα με τις θέσεις του σε όλα τα μεγάλα τουρνουά εκείνων των χρόνων. Πέμπτος στο Tilburg το 1981, δεύτερος–τρίτος το 1983, τέταρτος το 1985 και δεύτερος το 1986. Δεύτερος–τρίτος στο Μπούγκοϊνο το 1982 και το 1986, δεύτερος–τέταρτος στο Wijk aan Zee το 1986, πρώτος στο Άμστερνταμ την ίδια χρονιά. Στο Ρέτζιο Εμίλια το 1985/86, στο Βελιγράδι και στις Βρυξέλλες το 1987, στη Βαρκελώνη το 1989 και ξανά στο Ρέτζιο Εμίλια το 1990/91.

Με τη σημαία της Γιουγκοσλαβίας


Μετά τα Σκόπια και τη Νίκαια, ο Ljubojević δεν έλειψε σχεδόν ποτέ από την εθνική ομάδα. Στο Μπουένος Άιρες, το 1978, έπαιξε στη δεύτερη σκακιέρα και έκανε 9 στα 14 χωρίς να χάσει παρά μία παρτίδα. Από το 1980 και μετά ήταν πάντα στην πρώτη. Στη Βαλέτα το 1980 η Γιουγκοσλαβία πήρε ξανά το χάλκινο, με τον Ljubojević να κάνει 7½ στα 13 απέναντι στους καλύτερους κάθε ομάδας.


Στα ευρωπαϊκά ομαδικά τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα. Στη Μόσχα το 1977 έκανε μόλις 2½ στα 7, στη Σκάρα της Σουηδίας το 1980 3½ στα 7. Στο Πλόβντιβ, το 1983, την εποχή που ήταν τρίτος στον κόσμο, έκανε 3½ στα 6 χωρίς ήττα, πήρε το χάλκινο της πρώτης σκακιέρας και η ομάδα το αργυρό.


Το 1989 έγινε στη Λουκέρνη το δεύτερο παγκόσμιο ομαδικό πρωτάθλημα. Ο Ljubojević, στην πρώτη σκακιέρα, έφερε οκτώ ισοπαλίες και μία νίκη σε εννέα παρτίδες. Ήταν αήττητος απέναντι σε όλους τους πρώτους των άλλων ομάδων και πήρε το χάλκινο της σκακιέρας του, ενώ η Γιουγκοσλαβία πήρε το αργυρό πίσω από την ΕΣΣΔ.

Στη Θεσσαλονίκη


Τις δύο Ολυμπιάδες που έγιναν στην Ελλάδα ο Ljubojević τις έπαιξε και τις δύο στην πρώτη σκακιέρα της Γιουγκοσλαβίας.


Στη Θεσσαλονίκη του 1984 έκανε 6 βαθμούς σε 10 παρτίδες και η ομάδα τερμάτισε όγδοη. Στον έκτο γύρο, στις 24 Νοεμβρίου, ο Ljubojević νίκησε με τα λευκά τον Σπύρο Σκέμπρη σε μια Καρο-Κάν τριάντα εννέα κινήσεων. Στην ίδια Ολυμπιάδα κέρδισε ακόμη τον Βούλγαρο Kiril Georgiev και τον Liao Yuan Eu. Έφερε ισοπαλία με τον Larsen και τον Şubă και έχασε από τον Roman Dzindzichashvili και από τον Beliavsky, τον τρίτο του Γκρόνινγκεν του 1970.


Το 1988 η Ολυμπιάδα ξαναγύρισε στη Θεσσαλονίκη. Ο Ljubojević έκανε 6½ σε 13 παρτίδες. Σε αυτή την Ολυμπιάδα βρέθηκε για πρώτη φορά απέναντι σε κλασική παρτίδα με τον δεκαοχτάχρονο Viswanathan Anand. Η παρτίδα έληξε ισόπαλη. Νίκησε τον Larsen, αλλά έχασε από τον Kasparov, από τον Portisch και από τον Georgiev, που τον είχε νικήσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα στην ίδια πόλη. Η Γιουγκοσλαβία τερμάτισε έκτη.


Η επόμενη Ολυμπιάδα, το 1990, ήταν στο Νόβι Σαντ, στη δική του χώρα. Ήταν και η χειρότερή του. Έκανε 6 στα 14 με μία μόνο νίκη. Μετά ήρθε ο πόλεμος. Στο ευρωπαϊκό ομαδικό του Ντέμπρετσεν, τον Νοέμβριο του 1992, η ομάδα της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας αποκλείστηκε μετά τον πρώτο γύρο. Ο Ljubojević πρόλαβε να παίξει μία παρτίδα και την κέρδισε.


Γύρισε στις Ολυμπιάδες το 1994 στη Μόσχα, με 8½ στα 13 στην πρώτη σκακιέρα. Στην Ελίστα, το 1998, σαράντα επτά χρονών, έκανε 7½ στα 11 χωρίς καμία ήττα. Έφερε ισοπαλία με τον Vassily Ivanchuk, τον Alexei Shirov, τον Andersson και τον Viorel Bologan. Η απόδοσή του, σύμφωνα με το OlimpBase, ήταν 2689. Η τελευταία του Ολυμπιάδα ήταν το Μπλεντ, το 2002. Συνολικά έπαιξε σε δώδεκα, εννέα φορές στην πρώτη σκακιέρα, με 66 νίκες, 75 ισοπαλίες και 22 ήττες, δηλαδή 63,5%.

Τα τελευταία χρόνια

Ο Ljubojević τον Αύγουστο του 2010, τον μήνα της τελευταίας του αξιολογημένης παρτίδας.


Στη δεκαετία του 1990 ο Ljubojević βρήκε ένα νέο σπίτι στα τουρνουά Melody Amber του Ολλανδού μαικήνα Joop van Oosterom στο Μονακό, όπου οι καλύτεροι του κόσμου έπαιζαν ράπιντ και τυφλές παρτίδες. Έπαιξε σε δώδεκα συνεχόμενες διοργανώσεις, από το 1992 ως το 2003. Το 1993 έκανε 13½ στις 20 παρτίδες. Εκεί, σε μια τυφλή παρτίδα του 2001, νίκησε τον Anand. Αυτή είναι η νίκη απέναντι στον Ινδό που αναφέρει η Wikipedia. Στα ράπιντ του Amber νίκησε τον Karpov τέσσερις φορές.


Το 2008 επέστρεψε στο Wijk aan Zee, σε μια ειδική ομάδα με παλιούς νικητές του τουρνουά, μαζί με τον Korchnoi, τον Portisch και τον Timman. Το 2010 κέρδισε με τη Hilversums Schaakgenootschap το ολλανδικό πρωτάθλημα ομάδων. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς έπαιξε στο τουρνουά NH του Άμστερνταμ, στην ομάδα της «Εμπειρίας» απέναντι στα «Ανερχόμενα Αστέρια». Οι αντίπαλοί του λέγονταν Anish Giri, Fabiano Caruana, Hikaru Nakamura, Wesley So και David Howell. Νίκησε τον So, έφερε ισοπαλία με τον Caruana και με τον Giri. Αυτές ήταν οι τελευταίες του αξιολογημένες παρτίδες. Από τότε η FIDE τον έχει ανενεργό.


Από τις γρήγορες παρτίδες δεν αποχώρησε. Το 2018 και το 2019 έπαιξε στο τουρνουά θρύλων του Platja d'Aro στην Καταλονία. Τον Ιούνιο του 2019, σαράντα τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη του ήττα από τον Karpov στο Μιλάνο, τον νίκησε ξανά σε ράπιντ, με τα μαύρα.


Σήμερα, στα εβδομήντα έξι του, ο Ljubojević παραμένει μια από τις πιο ιδιόρρυθμες μορφές του σκακιού. Ήταν τρίτος στον κόσμο και δεν έπαιξε ποτέ σε τουρνουά ή ματς υποψηφίων. Νίκησε έξι φορές τον Karpov και καμία τον Kasparov σε κλασική παρτίδα. Δεν έγραψε ποτέ βιβλίο, γιατί πίστευε ότι η αλήθεια μιας παρτίδας χάνεται όσο κρυώνει.

Επτά παρτίδες


Επτά παρτίδες από επτά διαφορετικές διοργανώσεις, όλες νίκες του Ljubojević, με τη σειρά που παίχτηκαν.


Μακρόπουλος – Ljubojević (Αθήνα 1970). Σικελική Δράκου όπου ο μαύρος έφερε νωρίς τη ντάμα στο b4. Οι ντάμες έφυγαν στη 13η κίνηση με ένα διπλό φάγωμα, η παρτίδα έγινε φινάλε και ο Ljubojević το κέρδισε με δύο πιόνια πάνω στην 30ή.


Larsen – Ljubojević (Μιλάνο 1975). Μπενόνι, είκοσι επτά κινήσεις. Τελείωσε με τη μαύρη ντάμα στο f2.


Ljubojević – Andersson (Wijk aan Zee 1976). Η νίκη του πρώτου γύρου, στη χρονιά της πρωτιάς. Σικελική Σεβενίνγκεν με θυσία αξιωματικού στο h7 στην 23η κίνηση και τους δύο λευκούς πύργους στην επίθεση.


Ljubojević – Karpov (Τορίνο 1982). Η πρώτη του νίκη απέναντι στον παγκόσμιο πρωταθλητή, σε Ισπανική σαράντα πέντε κινήσεων.


Ljubojević – Σκέμπρης (Θεσσαλονίκη 1984). Καρο-Κάν με 3...g6. Το λευκό πιόνι του d προχώρησε ως το d7 και ο μαύρος εγκατέλειψε.


Ljubojević – Korchnoi (Linares 1985). Γαλλική Winawer, η παρτίδα της πρωτιάς στο Linares.


Ljubojević – Karpov (Ντουμπάι 1986). Η πρώτη ήττα του Karpov σε Ολυμπιάδα μετά από δεκατέσσερα χρόνια.

abcdefgh87654321

Makropoulos, Georgios (?) – Ljubojevic, Ljubomir (?), 0-1

1. e4 c5 2. Nf3 d6 3. d4 cxd4 4. Nxd4 Nf6 5. Nc3 g6 6. f3 Bg7 7. Be3 Nc6 8. Bc4 Qa5 9. Qd2 Qb4 10. Bb5 Bd7 11. Nb3 Na5 12. a3 Nxb3 13. axb4 Nxd2 14. Kxd2 Nxe4+ 15. fxe4 Bxc3+ 16. Kxc3 Bxb5 17. Bxa7 Kd7 18. Bb6 Rhc8+ 19. Kd2 Rxa1 20. Rxa1 Rc4 21. c3 Rxe4 22. Be3 Rh4 23. h3 Bc6 24. Rg1 Bd5 25. Bg5 Re4 26. g3 f6 27. Be3 g5 28. Kd3 h5 29. b5 Re5 30. c4 Bxc4+ 0-1

Αποδόσεις εικόνων

  • «Hoogovenschaaktoernooi, Ljubojevic (Joegoslavie) kop_kop,_Bestanddeelnr_925-3014.jpg)» — Bert Verhoeff / Anefo, Nationaal Archief, CC0
  • «De winnaar Ljubolevic met zijn prijs» — Anefo, Nationaal Archief, CC0
  • «Hoogovenschaaktoernooi, laatste ronde Ljubojevic (links) schudt Tal de hand_schudt_Tal_de_hand,_Bestanddeelnr_928-3881.jpg)» — Rob Bogaerts / Anefo, Nationaal Archief, CC0
  • «Ljubomir Ljubojevic 1980 Malta» — Gerhard Hund, CC BY 3.0
  • «Ljubomir Ljubojevic (chess olympiad at Luzern, Switzerland in 1982).jpg)» — Krtschil, CC BY-SA 4.0
  • «LjubomirLjubojevic10» — Stefan64, CC BY-SA 3.0

Πηγές

  • Wikipedia: αγγλική, γερμανική, σερβική σελίδα του Ljubojević.
  • Wikipedia, σελίδες των κύκλων 1975, 1978, 1981, 1984–85, 1987, 1990, 1993 (πίνακες ιντερζόναλ), Chess World Cup 1988–1989, Linares International Chess Tournament, Yugoslav Chess Championship, European Junior Chess Championship.
  • André Schulz, «Congratulations – Ljubomir Ljubojevic turns 75!», ChessBase, 4/11/2025.
  • OlimpBase: Ολυμπιάδες, ευρωπαϊκά ομαδικά, παγκόσμιο ομαδικό.
  • Ivan Mandekić, «Ljubomir Ljubojević», Blog Šah-mat liste, 7/11/2023.
  • chessgames.com, παρτίδες 1070242 (SWIFT Blitz 1987), 1019762, 1091560, 1068328, 1082905, 1068491.
  • Lumbra (refdb/raw), 2.862 παρτίδες του Ljubojević.