Duncan Suttles: Ο αιρετικός του Βανκούβερ και τα βιβλία που γράφτηκαν γι' αυτόν
Ο πιο παράξενος γκρανμαίτρ του κόσμου
Υπάρχει ένα είδος σκακιστή που δεν χωράει σε καμία κατηγορία. Ο Duncan Suttles είναι το καθαρότερο παράδειγμα του 20ού αιώνα.
Γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1945 στο Σαν Φρανσίσκο και μετακόμισε στον Καναδά στα οκτώ του, όταν ο πατέρας του άρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της British Columbia. Το Βανκούβερ έγινε η πόλη του, ο Καναδάς η αθλητική του πατρίδα και το σκάκι το πεδίο όπου εφάρμοσε μια αντίληψη τόσο ιδιόρρυθμη που οι σύγχρονοί του δυσκολεύονταν να αποφασίσουν αν επρόκειτο για ιδιοφυΐα ή για ελεγχόμενη τρέλα.
Ο δάσκαλός του ήταν ο Ουγγρικής καταγωγής Elod Macskasy, γύρω από τον οποίο σχηματίστηκε στο Βανκούβερ μια εντυπωσιακή ομάδα νεαρών μετρ: ο Peter Biyiasas —Έλληνας στην καταγωγή, μετέπειτα διεθνής μετρ και δύο φορές πρωταθλητής Καναδά— ο Bruce Harper, ο Jonathan Berry και ο Robert Zuk. Έπαιζαν ο ένας εναντίον του άλλου, μάθαιναν ο ένας από τον άλλον και για μια δεκαετία περίπου κυριάρχησαν στο καναδικό σκάκι με μια συλλογική τάση προς το ασυνήθιστο. Ηγέτης τους ήταν, αναμφισβήτητα, ο Suttles.
Στα δεκαπέντε του εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο κλειστό πρωτάθλημα Καναδά (Μπρόκβιλ 1961) με μέτρια απόδοση. Στα δεκαοκτώ του, το 1964, έπαιζε ήδη στην ολυμπιακή ομάδα του Καναδά στο Τελ Αβίβ — η πρώτη από οκτώ συνολικές συμμετοχές του σε Ολυμπιάδες, έξι από τις οποίες διαδοχικές, σε ένα διάστημα είκοσι ετών. Κέρδισε το πρωτάθλημα της Πολιτείας της Βρετανικής Κολομβίας το 1963 και το 1966. Το 1965, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Νέων της Βαρκελώνης, έπεσε σε δύσκολο προκριματικό όμιλο αλλά κέρδισε τον Β΄ τελικό, μπροστά από τον νεαρό Raymond Keene — έναν άνθρωπο που, όπως θα δούμε, θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη διάδοση των ιδεών του. Την ίδια χρονιά, ως διπλός υπήκοος, βρέθηκε ακόμη και στο πρωτάθλημα ΗΠΑ 1965/66, όπου τερμάτισε τελευταίος· νικητής ήταν ο Bobby Fischer.
Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας και ξεκίνησε διδακτορικό, το οποίο εγκατέλειψε για να εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα. Αυτή η διπλή ταυτότητα —μαθηματικός και σκακιστής— εξηγεί πολλά για τον τρόπο σκέψης του.
«Εξωφρενικός υπερμοντερνισμός»
Ο Suttles επηρεάστηκε βαθιά από τον Aron Nimzowitsch, και όπως ο Λετονός δάσκαλος, έγινε διάσημος για τη μη ορθόδοξη χρήση των υπερμοντέρνων ανοιγμάτων. Το σήμα κατατεθέν του ήταν η Μοντέρνα Άμυνα (Modern Defence). Από τα μέσα της δεκαετίας του '60, ο Suttles ήταν ο κορυφαίος υποστηρικτής της παγκοσμίως και ο άνθρωπος που απέδειξε ότι το 1...g6 μπορούσε να λειτουργήσει ως καθολική άμυνα απέναντι σε οποιαδήποτε πρώτη κίνηση του λευκού — κάτι που πριν από αυτόν αντιμετωπιζόταν με ανοιχτή δυσπιστία. Το σχήμα βαφτίστηκε «ο Αρουραίος» (the Rat), από τον μαύρο αξιωματικό του fianchetto που έμοιαζε να κρύβεται και να ξεπροβάλλει διαρκώς από τις τρύπες του.
Με τα λευκά, προτιμούσε το 1.e4 με μια ιδιαίτερη αδυναμία στην κλειστή βαριάντα απέναντι στη Σικελική και στην... μπαρόκ Βιεννέζικη μετά το 1.e4 e5. Έπαιζε επίσης την Αγγλική (1.c4) και από τις αρχές της δεκαετίας του '70 άρχισε συστηματικά να ανοίγει με 1.g3, επιδιώκοντας μια Μοντέρνα Άμυνα με ένα τέμπο παραπάνω — ακόμη μία πρωτότυπη ιδέα σε μια εποχή που οι πρωτότυπες ιδέες άρχιζαν να σπανίζουν. Οι ίπποι του κατέληγαν σε τετράγωνα που κανένα εγχειρίδιο δεν συνιστούσε· οι θέσεις του έμοιαζαν άβολες· και ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, εξερρήγνυτο μια τακτική καταιγίδα.
Ο Robert Byrne, αρθρογράφος των New York Times, τον περιέγραψε το 1972 ως τον πλέον εκκεντρικό στιλίστα του σύγχρονου σκακιού, χαρακτηρίζοντας το παίξιμό του «εξωφρενικό υπερμοντερνισμό» και σημειώνοντας ότι, αν έπρεπε να του βρεθούν πρόγονοι, αυτοί θα ήταν ο ιδιότροπος Βρετανός Henry Bird ή ο Wilhelm Steinitz στις πιο παράξενες στιγμές του.
Ο Pal Benko, από την άλλη, τον υπερασπίστηκε: παρατήρησε ότι γίνεται ολοένα δυσκολότερο να βρεθούν νέες ιδέες στη θεωρία και ότι γι' αυτό ακριβώς πρέπει να θαυμάζει κανείς τους μετρ που κατευθύνουν την παρτίδα με βάση τη δική τους φαντασία, αποφεύγοντας τα κοινότοπα. Πρόσθεσε μια απολαυστική λεπτομέρεια: η σύζυγος του Suttles, η Dobrila, του είχε πει ότι ο Duncan δεν είχε σκακιστικά βιβλία στο σπίτι — πράγμα που δεν σήμαινε ότι ήταν απροετοίμαστος, καθώς πριν από κάθε παρτίδα ξαναπερνούσε μόνος του τα δικά του συστήματα. Ο Benko τον αποκάλεσε «τον Καναδό Nimzowitsch».
Η Batsford Encyclopedia of Chess το συνόψισε καίρια: το στυλ του είναι ασυνήθιστο και ειδικεύεται στα ανώμαλα ανοίγματα· οι θέσεις του φαίνονται άβολες αλλά το παίξιμό του είναι υγιές και είναι αξιοσημείωτα ικανός στο να βρίσκει ευφυείς αμύνες σε φαινομενικά απελπιστικές θέσεις.
Η καριέρα
Το 1967 προκρίθηκε στο Ιντερζοναλ της Σους, όπου σκόραρε 9½/21 για τη 15η θέση και κέρδισε τον τίτλο του Διεθνούς Μετρ. Ήταν εκεί που έγινε ευρύτερα γνωστός διεθνώς: νίκησε με τη Μοντέρνα Άμυνα τον Γιουγκοσλάβο Milan Matulović και, κυρίως, τον Bent Larsen — τον άνθρωπο που εκείνη τη χρονιά θα κέρδιζε το σκακιστικό Όσκαρ. Η παρτίδα του με τον Korchnoi στο ίδιο τουρνουά περιγράφηκε στους New York Times ως θρίλερ.

Το 1968, στην Ολυμπιάδα στο Λουγκάνο, έπαιξε τη δεύτερη σκακιέρα με 11½/17 (+7 =9 −1) και κατέκτησε τυπικά νόρμα γκρανμαίτρ. Του αρνήθηκαν τον τίτλο για έναν λόγο τεχνικό στα όρια του παράλογου: είχε παίξει —και κερδίσει— μία παρτίδα παραπάνω από τον απαιτούμενο αριθμό. Χρειάστηκε να περιμένει ως το τουρνουά του Σαν Αντόνιο το 1972, όπου εξασφάλισε το τελευταίο μισό βαθμό που του έλειπε παίρνοντας ισοπαλία από τον πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή Tigran Petrosian. Έγινε έτσι ο δεύτερος γκρανμαίτρ στην ιστορία του Καναδά, μετά τον Abe Yanofsky.
Στο ενδιάμεσο είχε κερδίσει το κλειστό πρωτάθλημα Καναδά του 1969, μετά από μπαράζ 2½–1½ απέναντι στον Zvonko Vranesic, και μαζί την πρόκριση που τον οδήγησε στο Ιντερζοναλ της Πάλμα ντε Μαγιόρκα το 1970. Το 1971 έπαιξε πρώτη σκακιέρα στη Φοιτητική Ολυμπιάδα του Μαγιαγκουές, όπου ο Καναδάς πήρε χάλκινο μετάλλιο.
Το 1973 ήταν η κορυφαία του χρονιά: κέρδισε το Ανοιχτό Πρωτάθλημα Καναδά στην Οτάβα, το Ανοιχτό «La Presse» στο Μόντρεαλ και ισοβάθμησε στην πρώτη θέση του Ανοιχτού Πρωταθλήματος ΗΠΑ στο Σικάγο με 10/12, νικώντας στον τελευταίο γύρο τον Walter Browne. Το 1974 τερμάτισε δεύτερος στο μεγάλο όπεν του Καναδά με 9½/11, χάνοντας μόνο από τον νικητή Ljubomir Ljubojević και τρίτος σε ένα ισχυρό διεθνές τουρνουά στη Βενετία.
Οι Ολυμπιάδες του λένε τη δική τους ιστορία: Τελ Αβίβ 1964, Αβάνα 1966, Λουγκάνο 1968, Ζίγκεν 1970, Σκόπια 1972, Νίκαια 1974, Βαλέτα 1980 και Θεσσαλονίκη 1984, όπου έπαιξε την πρώτη σκακιέρα στην τελευταία του ολυμπιακή εμφάνιση. Συνολικά για τον Καναδά: +49 −30 =43, ποσοστό 57,8%.
Μια λίστα "θυμάτων"
Ο καλύτερος τρόπος να καταλάβει κανείς το εύρος της απήχησής του είναι ο κατάλογος των παικτών που κέρδισε με τα δικά του σχήματα. Ο Ούγγρος Gyozo Forintos στο Τελ Αβίβ το 1964, όταν ο Suttles ήταν μόλις δεκαοκτώ. Ο Matulović και ο Larsen στη Σους το 1967. Ο Γερμανός Hans-Joachim Hecht στο Βελιγράδι το 1969, μετά από ένα ατελείωτο φινάλε. Ο πενταπλός πρωταθλητής ΗΠΑ Larry Evans στο Σαν Αντόνιο το 1972 — μια συνάντηση της απόλυτης ορθοδοξίας με την απόλυτη αίρεση. Ο νεαρός Ken Rogoff, μετέπειτα διάσημος οικονομολόγος, στην Οτάβα το 1973. Ο Kevin Spraggett, ο μετέπειτα κορυφαίος Καναδός, στο ίδιο τουρνουά. Ο Walter Browne στο Σικάγο. Ο Pal Benko στο Χάστινγκς 1973/74, με το άνοιγμα που ο ίδιος ο Benko είχε εισαγάγει στη θεωρία μια δεκαετία νωρίτερα. Ο Αυστριακός Karl Robatsch —ο άλλος βαφτιστής της Μοντέρνας Άμυνας— στη Νίκαια το 1974. Ο Samuel Reshevsky στο Lone Pine το 1975, η επιτομή της ορθοδοξίας απέναντι στην επιτομή της ανορθοδοξίας.
Στην ίδια Ολυμπιάδα της Νίκαιας, το 1974, ο Suttles κέρδισε με τα μαύρα και τον Lubomir Kavalek, σε μια Άμυνα Πιρτς: υπονόμευσε διακριτικά το κλασικό στήσιμο του Τσεχοαμερικανού και τελείωσε την παρτίδα με έναν εντυπωσιακό οδοστρωτήρα πιονιών. Δύο άνθρωποι που είχαν φτάσει στην ελίτ από εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις, σε μια παρτίδα που δικαίωσε τον πιο περίεργο από τους δύο.
Η αποχώρηση, η αλληλογραφία, η πληροφορική
Γύρω στο 1975 ο Suttles έκανε κάτι που ελάχιστοι κάνουν στα τριάντα τους: σταμάτησε ουσιαστικά να παίζει, για να ασχοληθεί με την ανάλυση μετοχών και το σκάκι δι' αλληλογραφίας. Στο τελευταίο απεδείχθη εξίσου φοβερός. Κέρδισε το Heilimo Memorial, ένα κορυφαίο διεθνές τουρνουά αλληλογραφίας της προ-μηχανών εποχής, που διεξήχθη από το 1978 ως το 1981, και το 1982 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Διεθνούς Γκρανμαίτρ Αλληλογραφίας. Είναι ένας από τους ελάχιστους στην ιστορία που κατέχουν και τους δύο τίτλους γκρανμαίτρ — πάνω στη σκακιέρα και δι' αλληλογραφίας.
Επέστρεψε για λίγο: το 1981, στο Διεθνές Συνέδριο του Βανκούβερ, κέρδισε το τουρνουά νικώντας στους δύο τελευταίους γύρους τον Tony Miles και τον Yasser Seirawan — δύο από τους καλύτερους δυτικούς παίκτες της εποχής. Ο Miles, αφού έχασε από εκείνη τη βαριάντα, την υιοθέτησε ο ίδιος με επιτυχία. Το Vancouver Futurity του 1984 ήταν η τελευταία του καναδική διοργάνωση· από το 1985 αποσύρθηκε από το αγωνιστικό σκάκι.
Στη συνέχεια ασχολήθηκε επαγγελματικά με το λογισμικό, φτάνοντας στη θέση του προέδρου και επικεφαλής τεχνολογίας της εταιρείας Magnetar Games. Ένας μαθηματικός που έπαιζε σκάκι σαν να έλυνε ένα ανοιχτό πρόβλημα και που τελικά πήγε να λύσει προβλήματα αλλού.
Τα βιβλία που γράφτηκαν γι' αυτόν
Εδώ βρίσκεται η πιο ασυνήθιστη πτυχή της κληρονομιάς του. Ο Suttles δεν έγραψε ουσιαστικά βιβλία. Γράφτηκαν όμως βιβλία γι' αυτόν — και μάλιστα ένα από τα φιλόδοξα μνημειώδη έργα της σκακιστικής βιβλιογραφίας.
Chess on the Edge (2008)
Το κεντρικό έργο είναι η τρίτομη συλλογή Chess on the Edge, που εκδόθηκε από την Chess'n Math Association στο Μόντρεαλ, με ταυτόχρονη κυκλοφορία και των τριών τόμων τον Μάρτιο του 2008. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σχολιασμένη συλλογή παρτίδων του, με περισσότερες από 600 παρτίδες — 613 σύμφωνα με τους κριτικούς που τις μέτρησαν. Το έργο βρισκόταν υπό επεξεργασία, με διακοπές, από το 1975: μια κύηση τριάντα τριών ετών.
Επικεφαλής του εγχειρήματος ήταν ο Bruce Harper, μαθητής του Suttles και μέλος της ομάδας του Βανκούβερ, με τη συνεργασία του Αμερικανού γκρανμαίτρ Yasser Seirawan, του Ολλανδού διεθνούς μετρ Gerard Welling και του Καναδού Jonathan Berry. Την εισαγωγή υπογράφει ο Καναδός διεθνής μετρ Lawrence Day.
Η δομή του έργου ακολουθεί μια λογική που ταιριάζει στο αντικείμενό της:
- Τόμος 1 — 100 επιλεγμένες παρτίδες. Ο εισαγωγικός τόμος, με εκατό παρτίδες αναλυμένες σε βάθος. Το κείμενο του οπισθόφυλλου εξηγεί το σκεπτικό: σε μια εποχή πριν από την ομογενοποίηση των στιλ από τους υπολογιστές και την ακαριαία διάδοση των νέων κινήσεων μέσω του διαδικτύου, οι σκακιστές είχαν διακριτά προσωπικά στιλ — και κανένα δεν ήταν πιο διακριτό από αυτό του Suttles. «Δεν φοβόταν να χάσει παρτίδες, και φοβόταν ακόμη λιγότερο να χάσει στις μετα-αναλύσεις», γράφουν οι συγγραφείς. Οι ιδέες του δεν ήταν πάντοτε αντικειμενικά σωστές· το πρόβλημα των αντιπάλων του ήταν ότι έπρεπε να το αποδείξουν πάνω στη σκακιέρα.
- Τόμος 2 — πάνω από 200 παρτίδες, ανοίγματα κατηγορίας «Α». Αφιερωμένος στα ανοίγματα που η ταξινόμηση της Εγκυκλοπαίδειας Σκακιστικών Ανοιγμάτων κατατάσσει στην κατηγορία Α. Οι συγγραφείς παραδέχονται ότι η ταξινόμηση των ανοιγμάτων του Suttles είναι εφιάλτης: πολλές παρτίδες καταχωρίζονται ως «Ανώμαλο άνοιγμα» και έχουν ως μοναδικό κοινό στοιχείο την υπογραφή του, την κίνηση 1.g3. Εδώ αναλύεται το περίφημο «Σύστημα Suttles», μαζί με μεγάλες μάχες στην Αγγλική (που έπαιζε και με τα δύο χρώματα) και τους «Αρουραίους» όπου ο λευκός απαντά στο 1...g6 πιο ποζισιονέλ, με 3.c4.
- Τόμος 3 — 300 παρτίδες, ανοίγματα κατηγοριών «Β» έως «Ε». Ο τελευταίος τόμος καλύπτει τη μεγάλη περίοδο κατά την οποία ο Suttles άνοιγε με 1.e4: τις ιδιότυπες αντιμετωπίσεις του απέναντι στην Άμυνα Alekhine, την Caro-Kann, τη Γαλλική και τη Σικελική. Οι εκδότες υπόσχονται νέες δυνατότητες στις προωθημένες βαριάντες κατά της Caro-Kann και της Γαλλικής, γνωριμία με την «Επίθεση Portland» (αφήνοντας ειρωνικά ασαφές ποια πλευρά πρέπει να τη φοβάται) και ένα ορυχείο ιδεών στην κλειστή Σικελική. Ως μαύρος, ο Suttles παραμένει αμετακίνητος υποστηρικτής του 1...g6, και ο τόμος βρίθει από «Αρουραίους» και Πιρτς, συμπεριλαμβανομένων παρτίδων απέναντι σε κορυφαίους παίκτες του κόσμου.
Το έργο έτυχε σοβαρής κριτικής υποδοχής και συζητήθηκε εκτενώς σε σκακιστικά ιστολόγια και περιοδικά. Ένας κριτικός παρατήρησε ότι ο Suttles ενσαρκώνει την ιδέα πως η ικανότητα στο σκάκι δεν είναι μόνο η ανακάλυψη της αντικειμενικά καλύτερης κίνησης, αλλά η δημιουργία των ψυχολογικών και στρατηγικών συνθηκών υπό τις οποίες ο αντίπαλος είναι πιθανότερο να κάνει το λάθος πριν από εσένα.
The Modern Defence (1972)

Πολύ πριν από το Chess on the Edge, οι Άγγλοι Raymond Keene και George Botterill αφιέρωσαν ολόκληρη μονογραφία στο άνοιγμα που ο Suttles έκανε βιώσιμο. Το The Modern Defence (Batsford, 1972) εξετάζει διεξοδικά τις παρτίδες του και τη στρατηγική του «Αρουραίου», και υπήρξε καθοριστικό για τη διάδοση αυτών των ιδεών στη Δύση. Είναι μια σπάνια περίπτωση: ένα βιβλίο ανοιγμάτων που είναι, εν μέρει, βιβλίο για έναν άνθρωπο.
The World of Chess (1974)

Στο βιβλίο τους οι Anthony Saidy και Norman Lessing διατύπωσαν τον χαρακτηρισμό που τον ακολουθεί έκτοτε: ο Suttles είναι «ο πιο πρωτότυπος παίκτης από την εποχή του Nimzowitsch». Είναι, μαζί με τη φράση του Benko, η πιο πυκνή αποτίμηση που έχει διατυπωθεί για το έργο του.
Learn from the Grandmasters
Στη συλλογή που επιμελήθηκε ο Keene, ο Lawrence Day επέλεξε ως αγαπημένη του παρτίδα την Benko–Suttles, Βοστώνη 1964 — μια Μοντέρνα Άμυνα την οποία ο Suttles έχασε λόγω μιας παράβλεψης στο τέλος, αλλά που εξελίσσεται σαν ένας ενιαίος, μακροσκελής συνδυασμός. Το γεγονός ότι ένα από τα πιο διάσημα κείμενα για τον Suttles αφορά παρτίδα που έχασε λέει πολλά για το πώς αντιμετωπιζόταν το έργο του.
Σε αυτά προστίθενται τα λήμματα στη Golombek's Encyclopedia of Chess (1977) και στην Batsford Encyclopedia of Chess του Nathan Divinsky (1990), ένα εκτενές αφιέρωμα στο UBC Alumni Chronicle του 1972 με τίτλο «Η σκακιστική οδύσσεια του Duncan Suttles», συνεντεύξεις του ίδιου και της Dobrila στα δελτία της Σκακιστικής Ομοσπονδίας Βρετανικής Κολομβίας το 2005, καθώς και σύγχρονα βιντεο — μεταξύ αυτών μια σχεδόν ωριαία παρουσίαση του Ben Finegold το 2023 στη σειρά «Μεγάλοι παίκτες του παρελθόντος».
Επίμετρο: ο χρόνος τον δικαίωσε
Ο Suttles δεν έφτασε ποτέ κοντά στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης· η υψηλότερη βαθμολογία του, 2485 τον Ιούλιο του 1973, τον τοποθετούσε γύρω στο Νο 94 του κόσμου. Με τους αριθμούς, λοιπόν, δεν κερδίζει στη συζήτηση για μια θέση στην σκακιστική ιστορία.
Με τις ιδέες, όμως, την κερδίζει άνετα. Σχήματα που στη δεκαετία του '60 θεωρούνταν προκλητικά —η καθολική άμυνα με ...g6, η ελαστική ανάπτυξη χωρίς άμεση διεκδίκηση του κέντρου, το 1.g3 ως πλήρες σύστημα, οι ίπποι στα άκρα— είναι σήμερα απολύτως αποδεκτά εργαλεία στο ρεπερτόριο κορυφαίων επαγγελματιών. Ο Suttles έπαιζε το 1968 σκάκι που το υπόλοιπο σκακιστικό σύμπαν θα καταλάβαινε τριάντα χρόνια αργότερα.
Είναι επίσης ένας από τους ελάχιστους κορυφαίους σκακιστές που έφυγαν από το άθλημα χωρίς πικρία και χωρίς θόρυβο, στα σαράντα τους, για να κάνουν κάτι άλλο. Δεν υπάρχουν συνεντεύξεις με παράπονα για χαμένες ευκαιρίες, ούτε καταγγελίες για τον τεχνικό λόγο που του στέρησε τον τίτλο το 1968. Έπαιξε όσο τον διασκέδαζε, με τον δικό του τρόπο και μετά προχώρησε.
Και υπάρχει και η άλλη κληρονομιά, η πιο ανθρώπινη: ο μαθητής του, ο Bruce Harper, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του συγκεντρώνοντας, αναλύοντας και εκδίδοντας τις παρτίδες του δασκάλου του. Πολύ λίγοι σκακιστές έχουν εμπνεύσει τέτοια αφοσίωση. Ακόμη λιγότεροι το άξιζαν τόσο.


